Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ἀπ. Θωμᾶς - ἡ σωστικὴ ἀναμονὴ στὴν κοινότητα



[…] ἡ περίπτωση τοῦ Θωμᾶ περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ὡς ἕνα εἶδος σημασιολογικῆς τυπολογίας γιὰ κάθε περίπτωση ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἀρκεῖται στὴν ἐμπειρία τῶν ἄλλων ἢ στὴν βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ διατυπώνει τὴν ἀπαίτηση μιᾶς προσωπικῆς προσέγγισης καὶ ἀτομικῆς ἐπιβεβαίωσης.
Ἡ «ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἕνα πανανθρώπινο φαινόμενο γιὰ ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑπερφυσικὰ γεγονότα. Ὁ Θωμᾶς, ὡς χαρακτηριστικὸς «τύπος» ὅλων μας, ἐκφράζει τὴν ἀνθρώπινη ἱστορικὴ περιπέτεια καὶ τὴν πνευματικὴ πορεία ὅλων μας πρὸς τὴν πίστη. Ἡ πίστη δὲν εἶναι κάτι τὸ δεδομένο. Ὁ ἄνθρωπος κινεῖται συνεχῶς μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Ὁ ἄνθρωπος πάντα σχοινοβατεῖ στὶς μεγάλες του ὑπαρξιακὲς καὶ μεταφυσικὲς ἀναζητήσεις. Τὸ πρόβλημα δὲν βρίσκεται στὶς ἀνησυχίες, στὶς ἀμφιβολίες καὶ στοὺς πνευματικοὺς προσανατολισμούς. Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ σύνηθες. Τὸ πρόβλημα βρίσκεται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐμμένει καὶ ἀπολυτοποιεῖ τὶς ἀμφισβητήσεις του καὶ τὴν «ἀπιστία» του. Ὅταν ἡ ἀπιστία παίρνει μόνιμη καὶ κυρίαρχη θέση στὴ ζωή μας.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς βρέθηκε καὶ αὐτὸς στὸ μεγάλο δίλημμα τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἀποδοχῆς τοῦ μηνύματος τῆς ἀνάστασης. Ἐκφράζει ἐλεύθερα τὴν προσωπική του δυσχέρεια. Ὅμως δὲν ἐμμένει καὶ δὲν ἀπολυτοποιεῖ τὴν «ἀπιστία» του, ἀλλὰ ἐπιμένει στὴν ἀναγκαιότητα τῆς προσωπικῆς ἐπιβεβαίωσης. Μέσα του αἰσθάνεται μιὰ ἔντονη διαλεκτικὴ λειτουργία μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Ἡ ἀπιστία σ’ αὐτὴ τὴ  μορφὴ τῆς ἀναζήτησης μιᾶς προσωπικῆς βεβαιότητας δὲν εἶναι ἀρνητικὸ στοιχεῖο, μᾶλλον βαθαίνει τὴν πίστη καὶ τὴν κάνει πιὸ οὐσιαστικὴ καὶ πιὸ προσωπική. Τὸ κρίσιμο σημεῖο βρίσκεται ὅταν ἡ ἀπιστία ἀπολυτοποιεῖται καὶ δὲν διαλέγεται μὲ τὴν πίστη. Ἡ ἐπικινδυνότητα στὸν πνευματικὸ χῶρο βρίσκεται στὸ γεγονὸς τῆς αὐτονόμησης τῆς ἀπιστίας ἀπὸ τὶς πνευματικὲς λειτουργίες τῆς ζωῆς.
Ὁ Θωμᾶς, παρὰ τὴν προσωπικὴ δυσχέρεια καὶ τὴν «ἀπιστία» του, δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν καὶ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἀπολυτοποιεῖ τὴν ἀρνητικὴ προσωπική του πεποίθηση καὶ δὲν αὐτονομεῖ τὴν πνευματική του περιπέτεια. Ἐμμένει μ’ ἐμπιστοσύνη στὶς ἐμπειρίες καὶ στὶς βεβαιότητες τῆς κοινότητάς του καὶ ἀναμένει τὴν δική του ὥρα, τὴν ἀποκαλυπτικὴ «ὥρα», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶχε μιὰ παράλληλη καὶ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία σὲ σχέση μὲ τὸν ἀναστάντα Κύριο. Παρὰ τὴν τριπλὴ ἄρνησή του καὶ τὴν ἀποτυχία του νὰ μείνει πιστὸς στὶς κρίσιμες στιγμὲς τοῦ Διδασκάλου του, δὲν ἀφέθηκε μοιραία στὴν ἄρνηση καὶ στὴν ὀλιγοπιστία του. Παρέμεινε καὶ αὐτὸς στὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν καὶ καταξιώθηκε, ἀργότερα, τῆς ἀποκατάστασής του ἀπὸ τὸν Ἀναστάντα, μὲ ἐκεῖνα τὰ περίφημα «φιλεῖς με;» καὶ «ποίμανε τὰ πρόβατά μου».

Γεωργίου Π. Πατρώνου, Κήρυγμα καὶ Θεολογία, τ. Β´, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 2003

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Τὸ «ὡσαννὰ» τοῦ φόβου



Μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται στὰ Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος συγκεντρωμένου κόσμου Τὸν ἐπευφημεῖ ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ. Ὅμως σὲ πέντε μόλις ἡμέρες τὸ πλῆθος θὰ ζητᾶ ἐν μέσῳ προπηλακισμῶν καὶ εἰρωνικῶν σχολίων τὴν παραδειγματικὴ καταδίκη Του. Ὁ ἑρμηνευτικὸς πυρήνας αὐτῆς τῆς τραγικῆς ἀναδίπλωσης ἴσως περιέχεται ἐν μέρει καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ὄχλος προϋπάντησε τὸν Χριστὸ ζητωκραυγάζοντας, ἐπειδὴ εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου.
Τὴν ἐξήγηση γιατὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς μεταβάλλεται σὲ ὀργισμένη ἀποδοκιμασία δίνει ἡ ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου κατὰ τὶς τρεῖς πρῶτες ημέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Στὶς ἀκολουθίες τῆς Μ. Δευτέρας, Μ. Τρίτης καὶ Μ. Τετάρτης ἡ Ἐκκλησία προβάλλει, μεταξὺ ἄλλων, ἕνα συμβολικὸ περιστατικό, μία παραβολή καὶ ἕνα γεγονός ἀντίστοιχα. Οἱ ἀναφορὲς αὐτὲς συνιστοῦν μία μεστὴ ἀπάντηση στοὺς αἰῶνες σχετικὰ μὲ τὴ δραματικὴ ἀλλαγὴ τῆς στάσης τοῦ πλήθους ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀπάντηση ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ δίψα τῆς ἀντικειμενικότητας καὶ τῆς ἰσχύος, οἱ ὁποῖες καὶ ἀποτελοῦν τὴ θεμελιώδη πειρασμικὴ ζύμη κάθε ὁλοκληρωτισμοῦ.
Τὴ Μ. Δευτέρα λοιπὸν ὁ Χριστὸς καταρᾶται μία συκιὰ μὲ πυκνὸ φύλλωμα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναζήτησε καρποὺς ἀλλὰ δὲν βρῆκε. Ὁ συμβολισμὸς πρὶν τὴν ἀποκήρυξή Του ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες Του εἶναι προφανής: ἡ τυπικὴ εὐσέβεια εἶναι ἕνα προσωπεῖο ποὺ ἀποκρύβει τὴν ὑπαρκτικὴ φτώχεια.
Τὴ Μ. Τρίτη ἡ Ἐκκλησία θυμίζει τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων. Μωρὲς χαρακτηρίζονται ἐκεῖνες ποὺ σπατάλησαν τὸν κόπο τῆς παρθενίας στὴ ρηχότητα τῆς πνευματικῆς αὐτάρκειας. Ἡ ἄσκησή τους δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μία ἀναμονή, ποὺ σημαίνει ἀγωνία γιὰ τὴν ἀπάντηση τοῦ Νυμφίου, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἦταν μία παραμονή, ποὺ καθιστοῦσε τὸν Ἀναμενόμενο ὑπόχρεο στὶς κατακτήσεις τῶν ἀρετῶν τους.
Τὴ Μ. Τετάρτη ἔρχεται ἡ ἀντιθετικὴ παράθεση δύο προσώπων: μιᾶς πόρνης καὶ τοῦ προδότη Ἰούδα. Τὴν πρώτη σώζει ἡ πονετικὴ αἴσθηση τῆς ἀπόστασής της ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἐνῶ τὸν δεύτερο καταδικάζει ὁ ἀνικανοποίητος ἀπὸ τὸν Χριστὸ πόθος του νὰ σαρώνει ἡ ἀποτελεσματικότητα τὴν καρδιά.
Ἡ βαϊοφόρος προϋπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχε ὡς ἀποκλειστικὸ κίνητρο τὸ θαῦμα, καὶ ὄχι μία βαθύτερη ἀποτίμηση τῆς πραγματικότητας στὴν ὁποία τὸ θαῦμα παραπέμπει, εἶναι ἔκφραση τριῶν συμπλεγμάτων: τοῦ ἄκαρπου εὐσεβισμοῦ, τῆς ἠθικῆς κατασφάλισης καὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ κατίσχυση. Μὲ τοὺς τρόπους αὐτοὺς ἡ ζωὴ μένει ἀμεταποίητη, πνίγεται στὶς ψευδαισθητικὲς βεβαιότητες «καθαρότητας» καί, νομοτελειακά, θέλει νὰ ἐπιβληθεῖ αὐτοδικαιωτικά.
Τὸ «ὡσαννὰ» εἶναι ὁ σπαραγμὸς τῆς ζωῆς ἔναντι τῶν φόβων της. Ἔναντι τοῦ φόβου νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι εἶμαι ἕνα βοερὸ κενό, ἔναντι τοῦ φόβου ὅτι τὰ ἠθικά μου κατορθώματα δὲν σώζουν, ἔναντι τοῦ φόβου ὅτι ἡ ἠχηρὴ ἀποτελεσματικότητα δὲν εἶναι ἀλήθεια. Οἱ ἐπιπόλαιοι χειροκροτητὲς τοῦ Χριστοῦ ψάχνουν ἕναν σωτήρα ποὺ δὲν θὰ ἀποκαλύψει ποτὲ τὸ κρυμμένο μυστικό: τὴν ἐκχώρηση τῆς ἑκούσιας ἀνεπάρκειας νὰ ζῶ στὸ θαῦμα, τὴν προδοσία τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης χάριν τῆς ἀδιατάρακτης ἡσυχίας ποὺ προσφέρουν οἱ μεσσίες ἐξουσιαστές. Ἀλίμονο, ἂν ὁ σωτήρας ἀποδειχθεῖ… Χριστός - σφάγιο τῆς ἀκατανόητης γιὰ τὸν συμπλεγματικὸ ἐγωτισμὸ σταυρικῆς αὐτοπαράδοσης.
Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς «ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ» (Λκ. 19, 41).

Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Μιὰ βραδιὰ στοῦ Μακρυγιάννη


[…] Μίαν βραδειὰ -ὅτι ἔχω ἕνα σύστημα· θέλω ἕναν φίλο εἰς τὸ σπίτι μου νὰ τρῶμε ψωμὶ μαζὶ - εἶχα εἰπῇ ἑνοῦ ἀγωνιστῆ νἀρθῇ νὰ φᾶμεν· ὅπου τρώγοντας κάναμεν πολλὲς ὁμιλίες. Στοχαζόμουν νὰ τὸν βάλω καὶ εἰς τὸν ὅρκον, ὅτ’ ἦταν ἄξιος καὶ εἶχε κ’ ἐπιρρογή, κι’ ὅλο ἀποκοβόμουν χωρὶς νὰ τοῦ  εἰπῶ τὸ μυστήριον. Ἐκεῖ ὅπου κουβεντιάζαμεν μοῦ λέγει ὅτι· «Εἶχα ὑποψίαν ἀπὄναν ἄνθρωπον ὅτι θὰ μὲ σκοτώσῃ καὶ πῆρα κ’ ἕναν ἄλλον καὶ τὸν σκοτώσαμεν· καὶ διὰ νὰ μὴ μὲ προδώσῃ αὐτὸς ὅπου μὲ βόηθησε, φαρμάκωσα κ’ ἐκεῖνον». Τότε τοῦ μίλησα καμπόσα, ὅμως τὸν σιχάθηκα, κι ἀποφάσισα νὰ μὴν τοῦ εἰπῶ τίποτας διὰ τὸ μυστικόν. Φέραμεν τὸν λόγον διὰ τὸν Καΐρη ὅτι ἀθέισε (καὶ τοιοῦτος εἶναι ὡς τὴν σήμερον). Ἐγὼ μιλοῦσα ἀπελπισμένα πῶς ἕνας σοφός, γερωμένος ἄνθρωπος εἶπε αὐτό· καὶ πικραινόμουν εἰς αὐτὸ πολύ. Εἰς τὴν φιλονικία βλέπω τὸν φίλον νὰ μοῦ ’περασπίζεται τὸν Καΐρη καὶ νὰ εἶναι μὲ τὸ φρόνημά του. Μοῦ λέγει· «Ὅλα μπόσικα· καὶ πῶς ὁ Θεὸς θὰ πήγαινε σὲ μίαν γυναῖκα καὶ νὰ μείνῃ ἐννιὰ μῆνες εἰς τὴν κοιλιά της;» Ἦταν κι ἄλλοι πολλοὶ ποὺ μᾶς ἄκουγαν. Τοῦ λέγω· «Τοῦτα τοῦ Θεοῦ τὰ ποιήματα καὶ τὴν τάξη τὴ βλέπεις· εἶναι διὰ νὰ θαμαίνεται ὁ καθείς; - Μοῦ λέγει, ναί. – Μπρὸς σ’ αὐτὰ εἶναι τὸ μικρότερον αὐτό, ὅπου σκοτώνεις τὸ νοῦ σου διὰ νὰ πιστέψῃς ἐσὺ ὁ μωρὸς ἄνθρωπος. Θέλησε ὁ Θεὸς νὰ γένῃ διὰ νὰ δοξάζωμεν οἱ ἄνθρωποι τὰ μεγάλα του κατορθώματα καὶ τὴν παντοδυναμία του· καὶ διὰ νὰ γένῃ αὐτὸ «εἶπε» κ’ ἔγινε, λόγον εἶπε κ’ ὄχι ἀνθρώπινον ἔργον. Τέτοια μυαλά, τοῦ εἶπα, σὰν τὰ δικά σου ἔχει κι’ ὁ Καΐρης. Καὶ διὰ νὰ φρονῇς τοιούτως διὰ ’κεῖνο τρῶς τοὺς ἀνθρώπους διὰ μικρὴ ὑποψίαν». Δὲν ματἆρθε εἰς τὸ σπίτι μου. Ἔκοψα τὴ σκέση του καὶ δὲν τὸν πλησίαζα. […]

Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, Ἀπομνημονεύματα 

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ἅγ. Ἰωάννης Κλίμακος καὶ J. P. Sartre

φωτογραφία Σπυριδούλα Φιωτάκη

[…] Ἡ θεολογία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας θὰ μποροῦσε νὰ δικαιώσει τὸν ὁρισμὸ τοῦ Sartre, ποὺ συνοψίζει τὴν τραγικὴ ἐμπειρικὴ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο, μετὰ τὸν «θάνατο τοῦ Θεοῦ» τῶν ὀντικῶν κατηγοριῶν: «Ἡ ἀπουσία εἶναι ὁ Θεὸς» (Le Diable et le Bon Dieu) – ναί, ἀλλὰ μιὰ ἀπουσία «προσωπική», ποὺ θὰ πεῖ, ἕνα γεγονὸς καὶ μιὰ ἐμπειρία βεβαιότητας γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέσα στὰ ὅρια τῆς προσωπικῆς σχέσης εἶναι δυνατὴ ἡ ἐμπειρία τῆς ἀπουσίας· ἡ ἀπουσία εἶναι πάντοτε ἐμπειρία στέρησης μιᾶς προσωπικῆς ἀμεσότητας, ποὺ προϋποθέτει τὴν πραγματικότητα ἢ τὴ δυνατότητα τῆς σχέσης.
Αὐτὴ ἡ ἐμπειρικὴ αἴσθηση ἀπώλειας τῆς προσωπικῆς ἀμεσότητας, ἡ ὀδύνη τῆς προσωπικῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ, διαφαίνεται κάποτε στὰ κείμενα τοῦ Sartre, ὅπως καὶ ἄλλων χαρακτηριστικῶν ἐκπροσώπων τῆς σύγχρονης Δύσης, ποὺ ἀρνοῦνται νὰ ἐξαντλήσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ στὴ διανοητικὴ ἁπλῶς σύλληψη. Κάποιες φορές, ἡ ἐπίγνωση τῆς προσωπικῆς ἀπουσίας μπορεῖ νὰ φτάσει καὶ στὴν ἀμεσότητα ἑνὸς ἐρωτικοῦ γεγονότος. Γράφει ὁ Sartre: «Ἂς μὲ κολάσει ἑκατό, χίλιες φορές, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει». (Le Diable et le Bon Dieu) Μόνο μιὰ ἐρωτικὴ στέρηση εἶναι δυνατὸ νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ ὁποιοδήποτε τίμημα, προκειμένου νὰ ἀνταλλάξει τὴν ὀδύνη τῆς ἀπουσίας μὲ τὴ βεβαιότητα καὶ τὴν ἀμεσότητα τῆς προσωπικῆς παρουσίας.
[…] Στὴ γλώσσα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, μιλᾶμε στὴν περίπτωση αὐτὴ γιὰ «θεῖον ἔρωτα», ἀνατρέχοντας στὸ «πένθος» τῶν μοναχῶν γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ θείου Προσώπου. «Κατὰ Θεὸν πένθος ἐστί», λέει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, «σκυθρωπότης ψυχῆς, ἐνωδύνου καρδίας διάθεσις, ἀεὶ τὸ διψώμενον ἐμμανῶς ζητοῦσα, καὶ ἐν τῇ τούτου ἀποτυχίᾳ ἐμπόνως καταδιώκουσα καὶ ὄπισθεν τούτου ὀδυνηρῶς ὀλολύζουσα». (Κλίμαξ, Λόγος Ζ´ § α´) […]
Ὁπωσδήποτε, αὐτὸ τὸ «πένθος» γιὰ τὴν ἀπουσία τῆς «αἰσθητῆς» ἀμεσότητας δὲν εἶναι μόνο ὀδύνη, ἀλλὰ καὶ ἡ προϋπόθεση τῆς ἐρωτικῆς σχέσης καὶ κοινωνίας, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι, τελικά, «πένθος χαροποιὸν» καὶ «μακαρία μανία» καὶ προϋπόθεση ἀποφατικῆς-ἐμπειρικῆς θεολογικῆς γνώσεως. […]

Χρήστου Γιανναρᾶ, Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ ἔρως, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 41987