Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ἡ ἐλευθερία τῆς πνευματικότητας



[…] Γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ στὴ φυλακὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ μὴν συνδέει κάποιος τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν πρόοδο, αὐτὸ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ γίνεται. Ἀπὸ τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης καὶ τῆς ἀτομικότητας, ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἢ ἀνελεύθερος – μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἔννοια. Γι’ αὐτό, ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἐλευθερία δὲν πρέπει νὰ συγχέουμε τὸ θέμα τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐσωτερικῆς, πνευματικῆς ἐλευθερίας.
Ἐδῶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτα ἀπὸ ὅσα λέω γιὰ ἀυτὸ τὸ θέμα. Ὄχι πολὺ καιρὸ πρὶν ἤμουν σὲ μιὰ τέτοια συνάντηση καὶ στὴ συνέχεια ἔγραψαν στὶς ἐφημερίδες: Εἶναι πολὺ περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ταρκόφσκι μιλάει περὶ πνευματικότητας. Φυσικὰ -γι’ αὐτοὺς εἶναι παράξενο, ἁπλὰ δὲν ἔχουν ἰδέα, δὲν καταλαβαίνουν τὶ λέω. Δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν ὅτι μιλάω γιὰ τὴν πνευματικότητα μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἔπερεπε νὰ ξέρει γιατὶ ζεῖ, ὀφείλει νὰ σκέφτεται τὸ νόημα τῆς ζωῆς του. Ἐκεῖνος ποὺ ἀρχίζει νὰ τὰ σκέφτεται αὐτά, ὑπὸ μία ἔννοια φωτίζεται μὲ κάποιο πνευματικὸ φῶς, αὐτὴ ἡ διερώτηση δὲν πρόκειται νὰ ξεχαστεῖ ξανά, νὰ πεταχτεῖ μακριά, ἔχει ξεκινήσει μιὰ πορεία. Ἀντιθέτως, ἂν ποτὲ δὲν διερωτηθεῖ περὶ αὐτῶν, στερεῖται πνευματικότητας, ζεῖ πραγματιστικά, ὅπως ἕνα ζῶο. Καὶ ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ καταλάβει τίποτα. Δὲν καταλαβαίνουν τίποτα ἀπὸ αὐτά. Καὶ ὅταν κάποιος δημοσιογράφος τὰ γράφει –σοκάρομαι. Σίγουρα σκέφτεται: ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν πνευματικότητα, αὐτὸ εἶναι σίγουρα κάτι ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, περίπου μὲ ἕναν κληρικαλισμό. Γι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχουν ὁλωσδιόλου ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἢ μιᾶς ἠθικῆς προσπάθειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπιχειρήσει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του. […]

Ἀντρέι Ἀρσένιεβιτς Ταρκόφσκι, Ὁ ποιητὴς ὅμοιος Θεοῦ, Ἡ τελευταία μεγάλη συνέντευξη, εἰσαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Κωνσταντίνος Μπλάθρας, ἐκδ. Μανιφέστο, 2016



Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

μπροστὰ στοὺς ἐφήβους

Jacob Taanman, Ὅταν ὁ δάσκαλος γυρίζει τὴν πλάτη

[…] Ὁ ρόλος ἑνὸς παιδαγωγοῦ χριστιανοῦ στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, εἶναι ἀκριβῶς τὸ νὰ βοηθᾶ λιγάκι τοὺς ἐφήβους, μὲ τοὺς ὁποίους ἀσχολεῖται, νὰ φτάσουν ἢ νὰ διαισθανθοῦν αὐτὴ τὴν «ἐμβάθυνση μέσα στὴν ὕπαρξη». Δηλαδή, νὰ σπείρει τὴν ἀνησυχία, νὰ ὑποκινήσει ἐσωτερικὲς συγκρούσεις, νὰ καταστρέψη τὶς εἰκόνες τῆς οἰκουμένης, ποὺ εἶναι ἀδιαφανεῖς καὶ πεζές, ν’ ἀσκήση μιὰ παθιασμένη κριτικὴ (διδάσκω Ἱστορία), μιὰ παθιασμένη Ἱστορία, παρουσιάζοντας κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τὶς μεγάλες ἀνθρώπινες αἱρέσεις, δείχνοντας τὸ σοβαρὸ αὐτῶν τῶν αἱρέσεων. Σκέφτομαι, παραδείγματος χάρη, γιὰ μιὰ σειρὰ μαθημάτων πάνω στὴν ἱστορία τοῦ ΧΙΧου αἰώνα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ φτάση στὸν κολοφώνα -κάθε φορὰ ἀπὸ τὰ «ἔσω»- σὲ μιὰ τριπλὴ ἔκθεση πάνω στὸν Marx, πάνω στὸν Niëtzsche καὶ πάνω στὸν Dostoyevsky. Ν’ ἁρπάξη ἔτσι κανεὶς τὸν ἔφηβο ἀπὸ μιὰ ὡρισμένη ὑπνοβασία τοῦ πολιτισμοῦ τῆς εὐτυχίας καὶ ἴσως, ἂν εἶναι χριστιανός, ἀπὸ τὴν ὑπνοβασία ἑνὸς κάποιου χριστιανισμοῦ -ποὺ εἶναι ἐδῶθε τοῦ ἀθεϊσμοῦ ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται ἐκεῖθε- καὶ νὰ τοῦ κάνη ν’ ἀνακαλύψη, νὰ διαισθανθῆ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξης, καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἄλλου, γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἔχουμε, τὸ πιὸ πολύτιμο, νὰ διδάξουμε, εἶναι τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, πέρα ἀπὸ τὶς ἐφηβικὲς ἁπλοϊκότητες. Καὶ τοῦτο μὲ μιὰ στάση μαιευτικῆς, μὲ μιὰν ἄσκηση χιούμορ, γιὰ ν’ ἀποφύγουμε νὰ γοητεύσουμε αὐτοὺς τοὺς νέους, νὰ τοὺς προσηλώσουμε πάνω στὴν ἴδια μας προσωπικότητα, γιὰ νὰ μποῦν στὸ δρόμο μόνοι τους, μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς βαθειᾶς ζωῆς καὶ τὴν ἀπαίτηση μιᾶς ἀλήθειας ποὺ ἀποδίδει κάθε πραγματικότητα, κάθε ζωή, ποὺ δὲ σακατεύει, ἀλλ’ ἐκπληρώνει. Τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, τὸ νόημα τοῦ ἄλλου, τὸ νόημα τοῦ περίπλοκου καὶ τῆς συνάντησης, ὅταν συχνάζη κανεὶς σὲ δρόμους μικρῆς κίνησης, ἰδοῦ τὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μιὰ μαρτυρία διακριτικὴ ἀλλ’ ἀποτελεσματικὴ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ τοῦ τριαδικοῦ μυστηρίου. […]    


Ὀλιβιὲ Κλεμάν, Παρατηρήσεις ἑνὸς λαϊκοῦ πάνω στὴ μαρτυρία τῆς πίστης, Χριστιανικὸν Συμπόσιον, ἐτήσια ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καὶ τέχνης, ἀπόδοση Λουκίας Ἰ. Μεταξᾶ, βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, 1970 

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Καροῦζος - ἀντιθετικῶς διασταυρούμενος



«…τοῦ Τρότσκυ τὴ διαρκῆ ἐπανάσταση
τὴ γκρέμισα στοῦ Ἰησοῦ τὴ συγγνώμη.»
(Στιχάκια τοῦ γέροντα Βενέδικτου τὴ νύχτα)



Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Μ. Μπακούνιν καὶ ρωγμὲς τῆς πίστης


«Ἀνάμεσα στὸν Μὰρξ καὶ στὸν Ματσίνι ὑπῆρχε πάντα μία τεράστια διαφορὰ κι αὐτὸ ὁπωσδήποτε εἶναι πρὸς τιμήν τοῦ Ματσίνι. Ὁ Ματσίνι ὑπῆρξε ἕνας φανερὰ εἰλικρινὴς καί φλογερὸς πιστός. Λάτρευε τὸν Θεό του, στὸν ὁποῖο ἀφιέρωσε ὅ,τι σκεπτόταν, αἰσθανόταν ἤ ἔκανε. Σέ σχέση μὲ τὸν προσωπικό του τρόπο ζωῆς, ἦταν ὁ πιὸ ἁπλὸς ἄνθρωπος, ὁ πιὸ μετριοπαθής, ὁ πιὸ ἀνιδιοτελής. Ἀλλὰ γινόταν ἄκαμπτος, ὀργισμένος, ὅταν κάποιος πρόσβαλε τὸ Θεό του. Ὁ κύριος Μὰρξ δὲν πιστεύει στὸ Θεό, ἀλλὰ πιστεύει βαθειὰ στὸν ἑαυτό του. Ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη ὄχι μὲ ἀγάπη ἀλλὰ μὲ μνησικακία … Ὁ Ματσίνι ἤθελε νὰ ἐπιβάλλει στὴν ἀνθρωπότητα τὸν θεϊκὸ παραλογισμό· ὁ κύριος Μάρξ προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλει τὸν ἑαυτό του. Προσωπικὰ δὲν πιστεύω σὲ κανένα, ἀλλὰ ἂν ἤμουν ἀναγκασμένος νὰ διαλέξω, θὰ προτιμοῦσα τὸ Θεὸ τοῦ Ματσίνι»

Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινὴ κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους, σσ. 74-75.


«ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἐπίσης μεγάλους ἀνθρώπους, ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ πραγματικὰ ἐφάρμοσαν ἢ ποὺ τουλάχιστον προσπάθησαν μὲ πάθος νὰ ἐφαρμόσουν αὐτὰ ποὺ κήρυσσαν καὶ ποὺ οἱ καρδιές τους, ξεχειλίζοντας ἀπὸ ἀγάπη, δὲν ἔκρυβαν παρὰ μόνον περιφρόνηση γιὰ τὶς ἡδονὲς καὶ τ’ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου»

Μ. Μπακούνιν, Θεός καί Κράτος, σ. 52. 


«Πρέπει νὰ δράσουμε ὄχι μόνο πολιτικὰ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικὰ μέσα στὴν πολιτική μας. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἔχουμε σὰν θρησκεία μας τὴν ἐλευθερία, ποὺ ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἔκφρασή της εἶναι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἀγάπη. Ναί, γιὰ μᾶς –ποὺ θεωρούμαστε ἐχθροὶ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας- καὶ μόνο σὲ μᾶς μένει αὐτὸ τὸ ἔργο ποὺ τὸ θεωροῦμε ὕψιστο χρέος: νὰ ἀσκοῦμε οὐσιαστικὰ τὴν ἀγάπη ἀκόμα καὶ στὶς πιὸ λυσσαλέες μάχες μας, αὐτὴν τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ἡ ὕψιστη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀληθινὴ ἀρχὴ τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανισμοῦ».

Μ. Μπακούνιν, Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία, σσ. 18-19.


πηγή: Δημήτρης Μπαλτᾶς, Ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μιχαὴλ Μπακούνιν, http://antifono.gr

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν αὐτονομία...μιὰ φύση δρόμος

Εl Greco
Στὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας γίνεται πανηγύρι πασχαλινό. Ἡ ἀντίφαση νὰ ἐορτάζεται μὲ χαρὰ ὁ θάνατος τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ θεμελιώνεται σὲ ἕνα δυναμικὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο συνήθως λησμονεῖται λόγῳ τῆς ὑπόμνησης ὅτι ἡ Θεοτόκος τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ταφή της μετέστη-ἀναστήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ ἐπισήμανση ὅμως ἀφήνει ἀδικαιολόγητη ὑπαρξιακὰ τὴν ἀνάσταση τῆς Παναγίας, μὲ κίνδυνο ἡ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς νὰ μένει θαμπωμένη ἀπὸ τὸ «κύρος» ἑνὸς ὑπερφυσικοῦ στιγμιότυπου τοῦ παρελθόντος. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἔχουν προκύψει δύο ἀναγνώσεις.
Κατὰ τὴν πρώτη ἀπὸ αὐτές, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Θείου θελήματος ἀπὸ τὴν Παναγία φανερώνει μόνο ἀπώλεια τῆς ἀτομικῆς βούλησης ἐνώπιον ἑνὸς ὑπερκείμενου ὄντος. Ἡ ἀναντίλεκτη ἰσχὺς τοῦ ὑπερβατικοῦ δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου. Ὁ καταναγκασμὸς αὐτὸς γίνεται τὸ δομικὸ ἀρχέτυπο ἑνὸς τρόπου ὑποταγῆς καὶ ἐνοχῆς. Ἔτσι ἱδρύεται ἡ ψευδαισθητικὴ ἑτερονομία, ἡ ὁποία παράγει τὴν ὑπαρξιακὴ καὶ θεσμικὴ ὑποδούλωση ἀτόμου καὶ κοινωνίας. Στοὺς ἀντίποδες βρίσκεται τὸ πρόταγμα τῆς αὐτονομίας ὅπου ἄτομο καὶ κοινωνία ἔχοντας ἀποτινάξει τὴ θεμελιώδη χειραγώγηση τῆς «μεταφυσικῆς» ἀναφορᾶς, πορεύονται στὴν ὁδὸ τῆς αὐτοπραγμάτωσης. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ βαθύνους Κ. Καστοριάδης τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Ἡ ἔλλειψη βούλησης ἐξαγιάζεται στὸ χριστιανισμὸ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, ὅταν ἄβουλη ἡ Μαριὰμ ἀκούει καὶ δέχεται μοιρολατρικὰ αὐτά, ποὺ τῆς ἀνακοινώνει ὁ Γαβριήλ, ψελλίζοντας: "Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου" (Λουκ.1,38)». (Ἡ ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα, τόμος Α΄, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα, 2007). Ἰδωμένη στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἡ στιχομυθία Παναγίας καὶ Ἀρχαγγέλου ἀποτελεῖ καταστατικὴ συνθήκη ἐκείνου τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὴ φοβικὴ ὑπακοὴ ὑπηκόων τοῦ ἐπέκεινα.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἀνάγνωση. Αὐτὴ ποὺ ψηλαφεῖ στὴν κατάφαση τῆς νεαρῆς Μαρίας ὄχι τὴν καταναγκαστικὴ συμμόρφωση ἀλλὰ τὴν καταξίωση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀναγγελία τοῦ Θεοῦ ὑπονοεῖ τὴν ἐρωτηματικὴ ἀγάπη Του. Εἶναι ἐρωτηματική, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ Μαρία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ βλάστηση ἐκ τοῦ μηδενὸς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ-Λόγο ὡς ἕνας διαρκῶς ἀνοικτὸς διά-λογος, ὡς ἐρώτημα. Ἡ ἀποδοχὴ απὸ μέρους τῆς Θεοτόκου λοιπὸν σημαίνει τὸν ἐλεύθερο συντονισμὸ τοῦ βίου μὲ τὸ ἀγαπητικὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀβίαστο ἄνοιγμα τῆς Παναγίας στὸ Θείο θέλημα, ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ξεχείλισμα τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν ὕπαρξη ἡ κτιστὴ φύση, δὲν παραδίδει τὴν ἐλευθερία ἀλλὰ τὴν μεταλαμβάνει. Ἡ Θεοτόκος δὲν παραχωρεῖ ἀλλὰ ἐμπεδώνει, πλουτίζει τὴν ἐλευθερία ριζώνοντάς την καὶ πάλι ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐκτροχιάστηκε. Ἡ ἀστοχία αὐτὴ συντελέστηκε ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφάσισε ὅτι ἡ βούλησή του δὲν συνιστᾶ κίνηση συνάντησης ἀλλὰ κατάκτησης.
Ἡ παραίτηση-κένωση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸ ἐγωικὸ θέλημα φιλοτεχνεῖ τὸν τόπο ὅπου δεξιώνεται τὸν Ἕτερο. Ἔτσι αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ ροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ φόβου καὶ ὁ Ἄλλος γίνεται ζωή της. Συνεπῶς, ἑτεροκαθορισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση μακρὰν τοῦ ἑτέρου. Ἑτερονομία παράγεται ὅταν τὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς δομεῖται στὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον· ὅταν καθορίζομαι ἀπὸ κάτι ποὺ ἵσταται μακριά μου, ἄγνωστο καὶ γι’ αὐτὸ γιὰ πάντα ξένο. Στὴ μοναξιὰ αὐτὴ μόνο εἴδωλα καὶ φαντάσματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν, ἀπολύτως ἱκανὰ νὰ ψευδομαρτυροῦν, νὰ ρυπαίνουν τὴ γνώμη (τὸ ἀτομικὸ θέλημα) μὲ εἰκασίες ποὺ τροφοδοτεῖ ἡ απόσταση. Διότι στὴ μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλο ποὺ μετέχει στὴν ἴδια φύση μὲ ἐμένα, ὅμως δὲν τὴν ἀνοίγει, δὲν τὴν κοινωνεῖ ἀλλὰ τὴν ἰδιοποιεῖται, ἐμφιλοχωροῦν τὰ τεχνητὰ προϊόντα τοῦ νόμου, γιατὶ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ καρδιὰ τὸ κάνει διάταγμα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ὕλη τῆς ἑτερονομίας – τὸ περίκλειστο ἐγωικὸ φρούριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀδύνατη ἡ θέα ἀπέναντι.
Τὸ κάθε ἀτομικὸ φρόνημα χαρακώνει τὴν κοινὴ φύση. Οἱ δὲ χαρακιὲς τοῦ ἀγοραφοβικοῦ γνωμικοῦ θελήματος δὲν ἀργοῦν νὰ μεταβληθοῦν σὲ ὀρύγματα, ἀπὸ ὅπου κρυμμένοι οἱ ἕτεροι πυροβολοῦν ἀλλήλους.
Τὴν ἀσυναίσθητη ἀντίφαση νὰ λογίζεται αὐτονομία ἡ κατεξοχὴν ὑποδούλωση στὸν ἀκοινώνητο ἑαυτό, ἀναποδογύρισε ἐπαναστατικὰ ἡ Θεοτόκος: ἀπὸ τὸ εἶναι της ἀνέτειλε ἡ ὄντως ἐλευθερία, ὅταν ὑπέταξε τὰ γνωμικά της φαντάσματα σὲ μία λησμονημένη πρόταση: νὰ ἐπαναπατρισθεῖ ἡ βούληση στὴ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ πηγάζει. Αὐτὸ σημαίνει αὐτονομία: Νὰ ἀγκαλιάζω στὴν πατρίδα τῆς κοινῆς φύσης ὅλους τοὺς γνωμικοὺς μετανάστες μὲ πρῶτο τὸν ἴδιο μου τὸν ἑαυτό.
Ἡ Παναγία λοιπὸν γκρέμιζε μὲ πείσμα τὰ τείχη ποὺ ἐμπόδιζαν τὴ θέα, ὥσπου ἡ ἐλευθερία τοῦ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου» τὰ ξεθεμελίωσε ὁλοκληρωτικά. Μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἀνοιχτοσιὰ μποροῦσε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἀχώρητος. Αὐτὴ τὴν καθολικότητα χαρίζει ἡ ἐπαναγείωση στὴ φύση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ὑπερπτήσεις τῆς ἀτομικῆς βούλησης πάνω ἀπὸ αὐτή. Ἡ Μαρία ὑπῆρξε ὁ πρῶτος καὶ κατεξοχὴν αὐτόνομος ἄνθρωπος. Κανένας νόμος, καμία συνθήκη, καμία προδιαγραφή, καμία ἀρχὴ δὲν ὅρισε τὸν βίο της, ἀφοῦ βρέθηκε ὁ θεληματικὸς χῶρος στὴν ὕπαρξή της γιὰ νὰ συν-χωρέσει ὁ Ἀχώρητος.  
Ἡ τέχνη τοῦ φυσικοῦ θελήματος νὰ ἐξαχρειώνει τὸν θάνατο (ὄχι τὴ ζωὴ) σὲ κοίμηση εἶναι ἡ μόνη αὐτονομία.      



Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

αὐτονομία: μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἑτερονομίας

Τάκης Μάρθας
[…] Ἡ σχέση μὲ τὸ ὑπερβατικὸ δὲν ἐκφράζεται μὲ τοὺς ὅρους μιᾶς «ἑτερονομίας» τοῦ Kant, γιατὶ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει κανένα ἕτερο μέσα στὴ «θεονομία». Νὰ ἐξαρτᾶται κανεὶς ἀπὸ τὸ Θεό, σημαίνει νὰ λαβαίνη τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἐσωτερικότητάς του, νὰ συνειδητοποιῆ ὅτι μέσα του κατοικεῖ ὁ Λόγος: «Δὲ σᾶς ὀνομάζω πιὰ ὑπηρέτες, σᾶς ὀνομάζω φίλους».
Ἀντίθετα, κάθε αὐτονομία «περικλείνει» τὸν ἄνθρωπο ποὺ κλείνεται στὸν ἑαυτό του. Μέσα στὴν ἄσκηση, ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ὁρίζει ἀκριβῶς τὶς τρεῖς θελήσεις ποὺ ἀναπαρίστανται μέσα στὸν ἄνθρωπο: ἐκείνη τοῦ Θεοῦ, σωτήρια καὶ ἐνεργοῦσα ἐσωτερικὰ ποὺ εἶναι ἡ θεονομία στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συγκατατίθεται ἐλεύθερα μὲ τέλεια συνεργία, κάνοντάς τη δική του. Ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου πού, χωρὶς νὰ εἶναι πλασμένη ἁμαρτωλή, εἶναι ἄστατη καὶ προβληματική, καὶ ἐκφράζεται ὡς αὐτονομία· καὶ τέλος, ἡ δαιμονικὴ θέληση, ξένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ἡ ἑτερονομία.
Ἂν ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι παρὰ μιὰ καθαρὴ ὑποταγὴ στὴ θεία ἐνέργεια καὶ καταλήγει στὸ νὰ τὴν ἀναπαράγη, νὰ τὴν ἀντιγράφη, στὴν περίπτωση αὐτή, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐλευθερωμένος κατ’ εἰκόνα τῆς θείας ἐλευθερίας, δὲ σημαίνει πιὰ τίποτε. Λοιπόν, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, «ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε κατὰ τὴ θέλησή του ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ μποροῦσε νὰ κινηθῆ αὐτὸς ὁ ἴδιος», ἐξ ἰδίων. Πάνω ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῶν δούλων καὶ τῶν μισθοφόρων, τὸ Εὐαγγέλιο θέτει τὴν ἠθικὴ τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.
Τὸ χριστολογικὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ φύσεων τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζεται στὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ βουλήσεων καὶ ἀπαιτεῖ σὰ συμπέρασμά του, τὴν ἑνότητα τῶν δυὸ ἐλευθεριῶν. Πρέπει νὰ ἀποφύγη κανεὶς κάθε σύγχυση μεταξὺ τοῦ ψυχολογικοῦ ὅρου τῆς βούλησης καὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ὅρου τῆς ἐλευθερίας. […]


Πὼλ Εὐδοκίμωφ, Ἡ ἐλευθερία, περ. Χριστιανικὸν Συμπόσιον, ἐτήσια ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καὶ τέχνης, βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, ἀπόδοση Λουκίας Ἰ. Μεταξᾶ, 1970 

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ὑποβιβασμὸς στὴν ἐθνότητα

[…] Πρέπει νὰ ἔχουμε τὴ συνείδηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει μέσα Του ὁλόκληρο τὸν κόσμο· σ’ αὐτὸ ἔγκειται ἡ καθολικότητα τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «οὐ δέδεται», δὲν ἔχει ὅρια.
Ἄν, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος -«δι’ Οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»-, πῶς μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴ θεωρία μας μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἐθνικότητας, τοῦ τόπου, τῆς ἐποχῆς…;
Δὲ γνωρίζω Χριστὸ Ἕλληνα, Ρῶσο, Ἄγγλο, Ἄραβα… Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ μένα τὸ πᾶν, τὸ ὑπερκόσμιο Εἶναι.
Στὴ Γραφὴ ἀναφέρεται συχνὰ ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μόλις περιορίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μόλις τὸ κατεβάσουμε στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐθνοτήτων, χάνουμε τὸ πᾶν καὶ βυθιζόμαστε στὸ σκοτάδι. Τότε ἀνοίγει ὁ δρόμος πρὸς τὸ μίσος ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρὸς τὴν ἔχθρα μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. […]


Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περὶ πνεύματος καὶ ζωῆς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1995