Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ἡ ἀσθένεια τῆς ἐξουσίας


Γιῶργος Λαναρᾶς
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι κανένας ἐγωισμὸς δὲν εἶναι τόσο ἀνυπόφορος, ὅσο αὐτὸς τοῦ χριστιανοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὸν Θεό. Αὐτοὶ ποὺ διψοῦν γιὰ ἀρχὴ καὶ ἐξουσία εἶναι ψυχικὰ ἀσθενεῖς. Πάσχουν ἀπὸ τὸ σύμπλεγμα τῆς κατωτερότητας. Ἔχουν μέσα τους μιὰ πληγή, ποὺ δὲν θέλουν νὰ τὴ δοῦν. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπιδιώκουν τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ἑαυτούς τους ὅτι εἶναι κάτι καὶ ὅτι δὲν ἀπέτυχαν στὴ ζωή, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως, κυνηγοῦν τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους γύρω τους ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς βλέπουν σὰν ἁπλοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ σὰν ἀνθρώπους ἰδιαίτερους καὶ ἐξαιρετικούς.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κινοῦνται καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὴν ἐντύπωση ὅτι θὰ σώσουν τὸν κόσμο. Ἡ μεγαλομανία ποὺ ἔχει κάποιος μέσα του, ὅτι τάχα, δηλαδή, θὰ σώσει τὸν κόσμο ἢ ὅτι θὰ καταφέρει μεγάλες καὶ ριζικὲς ἀλλαγὲς ἢ ἀκόμη ὅτι θὰ συμβάλει μὲ τρόπο μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο στὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητας, εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἕνα προσωπεῖο ποὺ κρύβει τὸ πάθος γιὰ ἐξουσία καὶ ἀρχή. […] Κι ὅσο πιὸ μικρὸς εἶναι κανείς, τόσο πιὸ πολὺ ἕλκεται ἀπὸ τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιλαρχία.


Μακαρίου ἐπισκόπου Χριστουπόλεως, Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, κείμενα πνευματικῆς ἐγρήγορσης, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2016

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας


[…] Ὁ ἀναρχικὸς ἀντικρατισμός του ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν σχεδὸν φετιχιστικὴ ἀπόρριψη τοῦ κράτους, ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀναρχοσοσιαλιστές. Τὸ κράτος ἐπικράτησε διότι ὡς σχέση ἀποδείχθηκε πιὸ ἀποτελεσματική, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀτόνησαν οἱ ὀργανικοὶ κοινωνικοὶ θεσμοὶ ποὺ δημιουργοῦσαν σχέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ ἀναγκαία αὐτὴ σχέση ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθεῖ μὲ καταναγκασμό, προκειμένου νὰ δίνει τὴν ὀργανικὴ σύνδεση τῶν ἀνθρώπων-πολιτῶν μεταξύ τους.
Ἡ κατάργηση τοῦ κράτους ἔρχεται ὅταν ἐνεργοποιοῦνται καὶ γίνονται λειτουργικὲς αὐτὲς οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέσῳ ὀργανικῶν θεσμῶν τους. Ἔτσι, δὲν ἀρκεῖ ἡ καταστροφὴ τοῦ κράτους μὲ μιὰ ἁπλὴ πολιτικὴ ἐπανάσταση χωρὶς τὴν ἐνεργοποίηση αὐτῶν τῶν θεσμῶν. Τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὀνόμαζε «Volk» καὶ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὁ λαός, ἀλλὰ τὸ πρωτογενὲς ἔθνος ἀνθρώπων κάθε χώρας, δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑνώνουν ἀνθρώπους, ὀμάδες καὶ κοινότητες ἀνθρώπων. Τὸ κράτος καταργεῖται ὅταν βαθμιαία τὸ λαϊκὸ κοινωνικὸ σῶμα ἀναλαμβάνει τὴ δυνατότητα δημιουργίας μιᾶς σωστῆς κοινωνικῆς σχέσης βασισμένης στὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς. […]
Ὁ λαός-ἔθνος ἐνυπάρχει στὴν κοινωνία ἀλλὰ δὲν λειτουργεῖ, βρίσκεται σὲ ὕπνωση. Ἡ «λαϊκὴ ἑνότητα» αὐτὴ θὰ ξυπνήσει μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη καὶ τὴν κυκλοφορία τῆς σύγχρονης πραγματικότητας καὶ παραγωγῆς. Μόνο τότε ὁ πραγματικὸς σοσιαλισμὸς μπορεῖ νὰ διευρυνθεῖ. Βέβαια τὸ πέρασμα σὲ μιὰ ἄλλη κοινωνία δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ μιὰ οἰκονομίστικη ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκη τὸ πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπου πνεῦμα, εἶναι ἡ συνειδητοποίηση αὐτῆς τῆς ὀργανικῆς σύνδεσης τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀνάγκη τους νὰ ἑνωθοῦν ὀργανικὰ ὡς λαϊκὸ σῶμα. […]
Βασικὴ ἔννοια στὴ σκέψη τοῦ Λαντάουερ εἶναι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὸ πρὸς ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἡ ἀστικὴ κρατικοοικονομικὴ ἀντίληψη. Τὸ ἔθνος τοῦ Λαντάουερ εἶναι μιὰ συγκεκριμένη κοινωνικοϊστορικὴ πραγματικότητα. Ἡ ζωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ διαχρονικὸ κοινοτικὸ πνεῦμα καὶ τὰ κοινοτικὰ ἀγαθὰ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τοῦ σοσιαλισμοῦ του. Τὸ κοινοτικὸ πνεῦμα εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ δημιουργικὴ ἐπαναλειτουργία ὅλων τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἄμεσων καὶ ὄχι καταπιεστικῶν σχέσεων. […]


Τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας, ὁ ἀναρχοσοσιαλιστὴς Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ οἱ στοχασμοί του πάνω στὴν ἐθνικὴ ταυτότητα, ἐφημ. Ρήξη, ἀρ. φ. 123, 14/5/2016

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

πατρίς-θρησκεία καὶ μαύρη ἐργασία


[…] Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δικτατορίας, ἡ φυγὴ τῶν Ἑλλήνων ἐργαζόμενων πρὸς τὸ ἐξωτερικὸ ἐντείνεται. Ἐπίσης μειώνεται δραστικὰ τὸ ποσοστὸ τῶν ἐπαναπατρισμῶν. Τὰ στοιχεῖα εἶναι ἀμείλικτα: Μετὰ τὴν πτώση στὸ ποσοστὸ τῆς μετανάστευσης, ποὺ καταγράφηκε τὸ 1966, εἴχαμε νέα αὔξηση τῶν ρευμάτων πρὸς τὸ ἐξωτερικό. Τὸ 1968 ἔφυγαν 51.000 ἄτομα, τὸ ’69 91.500, τὸ ’70 93.000 καὶ τὸ 1971 62.000 (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, τ. ΙΣΤ´, σ. 288). Ταυτόχρονα τὸ ποσοστὸ τῆς παλιννόστησης ἔπεσε ἀπὸ τὸ 38% ποὺ κυμαινόταν κατὰ τὴ δεκαετία 1951-1960, στὸ 14% κατὰ τὴν τριετία ’67-’70 (Τὸ Βῆμα 6/7/1971).
Ἡ μεγάλη μαζικὴ φυγὴ ὀφείλεται σὲ δύο παράγοντες. Ὁ πρῶτος εἶναι πολιτικός, καὶ ὀφείλεται στὸ γενικότερο κλίμα τῆς ἔλλειψης ἐλευθεριῶν καὶ τῆς στέρησης τῶν δημοκρατικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων ἐργαζόμενων. Ὁ δεύτερος εἶναι οἰκονομικός: Ὁ κατώτατος μισθὸς γιὰ μιὰ ἀνειδίκευτη ἑλληνίδα ἐργάτρια στὴ Γερμανία ἦταν 260 δρχ. ἐνῶ ἑνὸς ἀνειδίκευτου ἐργάτη 320 δρχ. Τὴν ἴδια ἐποχή, στὴν Ἑλλάδα, οἱ ἀντίστοιχοι μισθοὶ κυμαίνονταν ἀπὸ 120 μέχρι τὸ πολὺ 150 δρχ. (Τὸ Βῆμα 9/10/1971). Μεγάλη διαφορὰ ἔχουν καὶ οἱ συνθῆκες δουλειᾶς, ἡ ἀσφάλιση κ.ο.κ. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ μαρτυρία τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς ΛΑΡΚΟ, γιὰ τὴν ἄρνηση τοῦ ἑλληνικοῦ προλεταριάτου νὰ παραμείνει ἀπασχολημένο μὲ τοὺς ὅρους δουλειᾶς ποὺ τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία:Μὲ μεγάλη δυσκολία καλύπτουμε προσωρινὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς ἀνάγκες μας σὲ μεταλλωρύχους. […] Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ τοὺς προσλαμβανόμενους φεύγουν πολὺ σύντομα καὶ ἐπιστρέφουν στὰ χωριά τους, γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ προσαρμοσθοῦν στὶς συνθῆκες τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας. (Τὸ Βῆμα 4/7/1971)
[…] Ἔτσι, κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1971, ὁ ΣΕΒ ζητάει ἐπίσημα ἀπὸ τὴν κυβέρνηση νὰ προβεῖ σὲ διακρατικὲς συμφωνίες γιὰ 10.000 ξένους ἐργαζόμενους (Τὸ Βῆμα 19/10/1972). Ἡ κυβέρνηση, βέβαια, ἔχει ἤδη ξεκαθαρίσει ὅτι δὲν προβλέπεται νὰ προβεῖ σὲ τέτοιες ἐπίσημες κινήσεις (Τὸ Βῆμα 6/5/1972). Ὡστόσο, οἱ δηλώσεις της εἶναι παραπλανητικές: Τὰ σχετικὰ δημοσιεύματα ἀναφέρουν ὅτι ἤδη στὴ χώρα ἐργάζονται 20-30 χιλιάδες ξένοι ἄνθρωποι (ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, τὸ Πακιστάν, τὴ Λιβύη, τὴν Ἰνδία κ.ἀ.), ποὺ στὴν πλειονότητά τους δὲν διαθέτουν ἄδειες ἐργασίας, καὶ ἀμείβονται μὲ πολὺ χαμηλὰ ἡμερομίσθια, δίχως ἀσφάλιση. (Τὸ Βῆμα 14/7/1974).
Καθὼς οἱ ἐργαζόμενοι αὐτοὶ ἀπορροφοῦνται στὴν ἑλληνικὴ βιομηχανία καὶ ἀρχίζουν να ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες συνέπειες τῆς ὑποκατάστασης ντόπιας ἐργατικῆς δύναμης ἀπὸ τὴν ξένη, ἀρχίζουν καὶ οἱ πρῶτες ἀντιδράσεις, ἐνῶ δὲν λείπουν καὶ τὰ δημοσιεύματα ποὺ ἀποκαλύπτουν τὶς ἄθλιες συνθῆκες διαβίωσής τους, τὰ πρῶτα προβλήματα στὴ γειτονιά κ.ο.κ. (Τὸ Βῆμα 11/2/1973). Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1974, τὸ Ἐργατικὸ Κέντρο Ἀθήνας κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιὰ τὴ συμπαιγνία τῆς δικτατορίας καὶ τῶν μεγαλοβιομηχάνων, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ «εὔκολη λύση» τῆς ἐκμετάλλευσης τῶν ξένων ἐργατῶν ρίχνει κι ἄλλο τὰ ἡμερομίσθια καὶ ἐξαναγκάζει τοὺς Ἕλληνες στὴ μετανάστευση, καὶ ζητᾶ τὴ νομιμοποίησή τους. […]
Ποιὸς νὰ τὸ φανταζόταν, λοιπόν, ὅτι ἡ δικτατορία θὰ ἦταν ἐκείνη ποὺ θὰ ἐγκαινίαζε τὴ συστηματικὴ χρησιμοποίηση τῆς παράνομης ἐργασίας τῶν μεταναστῶν, ὡς ἐργαλεῖο ὑποκατάστασης τῆς ἀνύπαρκτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς της; […]


Γιώργου Ρακκᾶ, Πατρίς-Θρησκεία καὶ Μαύρη Ἐργασία, περ. Ἄρδην, τ. 90, Ἰούνιος-Αὔγουστος 2012  

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ἡ ἐξέγερση κι ὁ ἰδανικὸς χῶρος τῆς ὕπαρξης


[…] Κανεὶς δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ αὐτὸ (τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι σὲ μιὰ στιγμὴ συνεπῆρε τοὺς νέους ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ Πολυτεχνεῖο). Ἦταν ὅμως τὸ συγκεκριμένο πρόβλημα: Ν’ ἀπαλλάξουμε τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν καταπίεση τῆς δικτατορίας. Δὲν ἦταν τὸ μεγαλιῶδες ὅραμα ἑνὸς καλύτερου κόσμου. Οἱ ἐμπειρίες τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων δείχνουν ὅτι πρῶτα πρέπει νὰ κοιτάζουν τὸ ἄτομό τους καὶ ὕστερα νὰ ρίξουν μιὰ ματιὰ στὸ συμφέρον τοῦ συνόλου. Ἡ δική μας γενιὰ παρέμεινε στὸ πεδίο τοῦ ρομαντισμοῦ ἐπιδιώκοντας ν’ ἀλλάξει τὸν κόσμο. Ἡ σημερινὴ γενιὰ δὲν εἶχε περιθώρια γιὰ ὄνειρα – γκρεμίστηκαν ὅλα. […] Ἰδιαίτερη διέξοδος γιὰ μένα εἶναι νὰ μετακινήσουμε τὰ ἐνδιαφέροντά μας ἀπὸ τὸν πεπτικὸ σωλήνα τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς στὸ χῶρο τοῦ πνεύματος, στὸ χάος τῆς ὕπαρξης. Μιὰ τέτοια πορεία θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ταύτιση τοῦ φυσικοῦ μὲ τὸν μεταφυσικὸ κόσμο.
Στὰ παιδιά μας κληροδοτήσαμε τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποτυχίας, τὴν ἐμπειρία ὅτι ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει μέσα σὲ λίγες ὧρες. Στροφὴ λοιπὸν πρὸς τὸ μεγάλο θέμα τῆς ὕπαρξης ποὺ θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἀπονέκρωση καὶ τὴ μοναξιὰ τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας. Πρέπει νὰ καταλάβουν οἱ νέοι, ὄχι μόνον ἐμεῖς οἱ ἀπερχόμενοι, ὅτι εἴμαστε θεατὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ὅτι στὸ δρόμο ποὺ διανύουμε πολλοὶ χάνονται, μένουν ὅμως οἱ ἄξιοι. Κανεὶς ἀνάξιος δὲν ἐπέζησε πολὺ στὴ μνήμη τῶν μεταγενέστερων.
  […] Ἡ ἰδεολογία εἶναι χρήσιμη ὡς καταφύγιο, ἀλλὰ ὄχι ὡς μόνιμη κατοικία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ σκοπός του εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς βαθύτερης αἰτίας τῆς ὕπαρξής του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἰδανικός μας χῶρος.

Σωτήρης Πατατζής, συνέντευξη στὸν Σπύρο Κατσίμη, ἐφημ. Καθημερινὴ 30-31 Μαρτίου 1980. Ἀναδημοσίευση ἀποσπασμάτων στὴν Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν, 13-14 Ἰουνίου 2015



Σωτήρης Πατατζής. Διηγηματογράφος καὶ θεατρικὸς συγγραφέας. Γεννήθηκε στὴ Μεσσήνη τὸ 1914 κι ἀποφοίτησε ἀπὸ τὸ Γυμνάσιό της. Διπλωματοῦχος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ σπουδαστὴς τῆς Νομικῆς. Ὡστόσο ἀναγκάστηκε γιὰ λόγους οἰκονομικῆς ἀνέχειας νὰ διακόψει τὶς σπουδές του καὶ νὰ δώσει ἐξετάσεις στὴ Σχολὴ Χωροφυλάκων. Ὑπηρέτησε στὴ Λιβαδειὰ μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ ἐνωμοτάρχη, μετὰ τὴν ἐπιβολή τῆς γερμανικῆς κατοχῆς ὅμως λιποτάκτησε καὶ κατέφυγε στὸ ἀντάρτικο λαμβάνοντας μέρος στὴν Ἐθνικὴ Ἀντίσταση μὲ τὸ ΕΑΜ Μεσσηνίας. 

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

ἡ εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας

Δυστυχῶς, τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι δὲν ξέρουμε πῶς νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι· ἀπαιτοῦμε ἐλευθερία γιὰ τὸν ἑαυτό μας εἰς βάρος ὅλων τῶν ἄλλων καὶ δὲν ἐννοῦμε νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ τὸ παραμικρὸ γιὰ χάρη κάποιου ἄλλου: θὰ τὸ θεωρούσαμε καταπάτηση τῶν ἀτομικῶν μας δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν. Σήμερα ὅλοι πάσχουμε ἀπὸ ἄμετρο ἐγωισμό. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλευθερία. Ἐλευθερία σημαίνει ὅτι μαθαίνεις νὰ ἔχεις ἀπαιτήσεις μόνο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ὄχι ἀπὸ τὴ ζωὴ ἢ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ξέρεις νὰ δίνεις: ἐλευθερία σημαίνει θυσία ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης. […]
Τὸ πρότυπο τῶν κοινωνικῶν σχέσεων ἔχει διαμορφωθεῖ κατὰ τέτοιον τρόπο, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀπαιτοῦν τὸ παραμικρὸ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, αἰσθάνονται ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ κάθε ἠθικὴ ὑποχρέωση καὶ προβάλλουν ἀπαιτήσεις μόνο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα ἐν γένει […]. Μὲ τὴ σκέψη ὅτι «εἴμαστε ὅλοι μαζί», κοντολογὶς ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκεται στὴ διαδικασία οἰκοδόμησης κάποιου πολιτισμοῦ, ἀποφεύγουμε μονίμως τὶς προσωπικές μας εὐθύνες καί, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε, μεταθέτουμε στοὺς ἄλλους κάθε εὐθύνη γιὰ ὅσα συμβαίνουν. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνεται ὁλοένα πιὸ ἀπεγνωσμένη ἡ σύγκρουση ἀτόμου καὶ κοινωνίας, νὰ ψηλώνει ὁλοένα περισσότερο τὸ τεῖχος τῆς ἀποξένωσης ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
Ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ δὲν ἔχει χτιστεῖ μὲ τὶς προσπάθειες κανενὸς συγκεκριμένα παρὰ μὲ τὶς «συντονισμένες» προσπάθειες ὅλων μαζί, ὅπου ἡ προσωπικότητα διεκδικεῖ τὰ δικαιώματά της ὄχι ἀπὸ τὸν ἑαυτό της παρὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁπότε τὸ ἄτομο γίνεται εἴτε ὄργανο τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φιλοδοξιῶν κάποιων ἄλλων εἴτε ἀφέντης ποὺ προσαρμόζει καὶ χρησιμοποιεῖ τὴν ἐνέργεια τῶν ἄλλων χωρὶς κανένα σεβασμὸ γιὰ τὰ δικαιώματά τους. […]
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναθέσαμε σὲ ἄλλους νὰ λύνουν τὰ προβλήματά μας, μεγάλωσε τὸ ρῆγμα μεταξὺ πνεύματος καὶ ὕλης. Τὶς ἰδέες ποὺ κυβερνοῦν τὸν κόσμο ὅπου ζοῦμε τὶς ἔχουν ἀναπτύξει ἄλλοι, κι ἐμεῖς πρέπει εἴτε νὰ συμμορφωθοῦμε στοὺς κανόνες αὐτῶν τῶν ἰδεῶν εἴτε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε καὶ νὰ τὶς ἀντικρούσουμε – θέση ποὺ γίνεται ὁλοένα πιὸ ἀπελπιστική. […]

Ἀντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας τὸ χρόνο, μτφρ. Σεραφεὶμ Βελέντζας, ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα 1987




Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

κοινοτικὴ αὐτοδιαχείριση στὴν κατοχὴ

Τάσσος

Πρῶτος ὁ Ἄρης, σὲ χρόνο ἀνύποπτο, στὴν ἱστορικὴ σύσκεψη τῆς 14ης Μαΐου 1942 στὴ Λαμία -μία ἑβδομάδα προτοῦ βγεῖ στὸ βουνό- εἶχε θέσει τὸ θέμα τῆς αὐτοδιοίκησης τῶν περιοχῶν ποὺ θὰ ἐλευθερώνονταν, καὶ στὴ συνέχεια, μὲ μανικὴ σχεδὸν ἐπιμονή, προτρέπει τοὺς χωρικοὺς στὴν αὐτοδιαχείριση τῆς κοινοτικῆς ζωῆς τους. […]
Μπορεῖ ἡ εὐθύνη γιὰ τὴν τήρηση τῆς τάξης νὰ πέρασε στὸν ΕΛΑΣ, ἀλλὰ ὁ Ἄρης ἐπιδιώκει νὰ ἀποφασίζουν καὶ νὰ ἐνεργοῦν μόνοι τους οἱ χωρικοί. Τοὺς καλεῖ νὰ διακόψουν κάθε σύνδεση μὲ τὸν κρατικὸ μηχανισμὸ καὶ νὰ διαχειριστοῦν μόνοι τους τὶς ὑποθέσεις τους. Ἡ πρώτη, ἐμβρυώδης πράξη Λαϊκῆς Αὐτοδιοίκησης ἔγινε μὲ προτροπὴ τοῦ Ἄρη στὰ Βράχα Εὐρυτανίας· οἱ κάτοικοι συγκεντρώθηκαν καὶ ψήφισαν μὲ ἀνάταση χειρὸς τὸ Κοινοτικό τους Συμβούλιο. […]
Σὲ ἀνοιχτὴ συνέλευση οἱ κάτοικοι κάθε χωριοῦ ἐκλέγουν ἐλεύθερα μιὰ ἐπιτροπὴ ποὺ ἀναλαμβάνει τὴ διαχείριση ὅλων τῶν ὑποθέσεων τῆς κοινότητας. Ἔτσι ἡ προσωπικὴ ζωὴ τοῦ χωρικοῦ καὶ οἱ κοινὲς ὑποθέσεις συνδέονται· ἡ καθημερινότητα ἀρχίζει νὰ ἀποκτᾶ ἄλλο νόημα καὶ ἀξία. Ἡ λειτουργία τῶν πρώτων Λαϊκῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα ποὺ προέκυψαν βοήθησαν στὴ γρήγορη διάδοσή τους καὶ ἐπιπλέον στὴ συνειδητοποίηση τῆς δύναμης αὐτενέργειας τῶν ἀνθρώπων. […]
Ἡ Αὔρα Παρτσαλίδη ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα στὸ βουνὸ καὶ μαγεύεται: «Δὲν ὑπάρχει οὔτε τὸ πιὸ μικρὸ καὶ ὀρεινὸ μικροχώρι τῆς Ρούμελης ποὺ νὰ μὴν ἔχει τὴν αὐτοδιοίκησή του καὶ τὸ λαϊκὸ δικαστήριο –αὐτὸ γίνεται καὶ στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. (…) Ποιοὶ εἶναι στὴν αὐτοδιοίκηση, στὶς ἐπαρχιακὲς καὶ νομαρχιακὲς συνελεύσεις, ποιοὶ εἶναι οἱ δικαστές; Ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἐργαζόμενοι. Εἶναι ἀγρότες, κτηνοτρόφοι, ἐργάτες, δάσκαλοι, διανοούμενοι, βιοπαλαιστές. Παρακολουθῆστε μιὰ ἐπαρχιακὴ συνέλευση, λ.χ. τῆς Εὐρυτανίας, καὶ θὰ νιώσετε τὴν ὠριμότητα τοῦ λαοῦ μας καὶ τὴν ἱκανότητά του νὰ κυβερνήσει».
Αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ ὁμοθυμία ἀντιμετωπίστηκε ἀπὸ τοὺς παλιοὺς πολιτικοὺς τῆς Ἀθήνας σὰν μέγιστος κίνδυνος·


Διονύσης Χαριτόπουλος, Ἄρης, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀτάκτων, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 2003

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

πλοῦτος-προϊὸν ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας

Jean-Michel Basquiat

[…] δὲν βλέπεις τοὺς ἐπιτυχημένους οἰκονομικά, αὐτοὺς ποὺ μὲ λίγους κόπους ἀπέκτησαν πολλὰ ἀγαθά; Χρήματα καὶ σπίτια καὶ στρέμματα γῆς τόσα καὶ τόσα καὶ κοπάδια ἀπὸ δούλους καὶ ἀσήμι καὶ χρυσάφι σὲ μεγάλες ποσότητες; Αὐτὰ ὀνομάζεις ἀγαθὰ καὶ δὲν σκεπάζεις τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ ντροπὴ καὶ δὲν ζητᾶς νὰ χωθεῖς βαθιὰ μέσα στὴ γῆ, πού, ἐνῶ σὰν ἄνθρωπος ἔχεις ὁρισθεῖ νὰ φιλοσοφεῖς γιὰ τὸν οὐρανό, χάσκεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα γιὰ πράγματα τῆς γῆς καὶ ἀποκαλεῖς ἀγαθὰ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀνάξια λόγου; Ἂν αὐτὰ εἶναι ἀγαθά, τότε θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀποκαλοῦμε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κατόχους αὐτῶν· γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει κάτι ἀγαθό, πῶς μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἀγαθός; Τὶ λοιπόν, πές μου. Ὅταν οἱ κάτοχοί τους πλεονεκτοῦν, ἁρπάζουν, θὰ τοὺς ὀνομάσουμε ἀγαθούς; Ἂν λοιπὸν εἶναι ἀγαθὸ ὁ πλοῦτος, ἐνῶ συγκεντρώνεται ἀπὸ πλεονεξία, ὅσο αὐξάνεται, τόσο περισσότερο ἀγαθὸς κάνει νὰ νομίζεται αὐτὸς ποὺ τὸν κατέχει. Ἂν λοιπὸν ὁ πλοῦτος εἶναι ἀγαθὸ πρᾶγμα, ἐνῶ ἀὐξάνεται ἀπὸ τὴν πλεονεξία, ὅσο πλεονεκτεῖ ὁ κάτοχός του, τόσο πιὸ ἀγαθὸς εἶναι. Εἶδες τὸν παραλογισμό; Ἀλλά, κάποιος θὰ πεῖ, ἂν δὲν πλεονεκτεῖ; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ συμβεῖ κάτι τέτοιο; Διότι τὸ πάθος τοῦ πλούτου εἶναι ὀλέθριο καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ μὲ κανένα τρόπο νὰ πλουτήσει κάποιος χωρὶς νὰ ἀδικήσει. Αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὸ ἐπιβεβαίωσε λέγοντας «ποιήσατε ὑμῖν φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας». Τὶ λοιπόν, θὰ πεῖ κάποιος, ἀδίκησε αὐτὸς ποὺ κληρονόμησε τὸν πατέρα του; Ναί, γιατὶ κληρονόμησε τὰ προϊόντα τῆς ἀδικίας. Γιατὶ βέβαια δὲν ἦταν πλούσιος ὁ πρόγονός του ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ νὰ ποῦμε ὅτι πολλοὶ ἄλλοι ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ κατόπιν ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς βρέθηκε κάποιος ποὺ παρέλαβε καὶ καρπώθηκε ἄδικα τὰ ἀγαθὰ τῶν ἄλλων.

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΙΒ´ στὴν Πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή, PG 62, 562