Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ἡ κατασκευὴ τῆς χειραφέτησης

Π.Π. Ρούμπενς - Ὁ κῆπος τῆς ἀγάπης (1633)

Τὸ κοσμοθεωρητικὸ περιεχόμενο τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων καταφαίνεται στὴ σύνδεση βασικῶν σημείων τῆς αὐτοσυνείδησής του μὲ ὁρισμένες ἀξίες. Ἡ ἀποκοπὴ τῆς σκέψης ἀπὸ τὸ ὀντολογικό-μεταφυσικὸ πλαίσιο τῆς ἀντίπαλης κοσμοθεωρίας παρουσιάζεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς σκέψης καθαυτῆς ἢ ὡς χειραφέτηση τοῦ ἀνθρώπου· ὁ ὀρθολογισμὸς τῶν Νέων Χρόνων ἀξιώνει, ἔτσι, γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερη ἠθικὴ ἀξία, καὶ ἀκριβῶς μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα μπόρεσε πολὺ συχνὰ νὰ στέψει μὲ ἐπιτυχία τοὺς ἀγῶνες του καὶ νὰ κερδίσει σημαντικοὺς στοχαστὲς γιὰ τοὺς σκοπούς του. Ὅμως τὸ τὶ κατέχει κοσμοθεωρητικὴ ἀξία καὶ τὸ τὶ σημαίνει «ἀπελευθέρωση» καὶ «ἐλευθερία» δὲν ὁρίζεται ἐπιστημονικὰ παρὰ μόνο κοσμοθεωρητικά, καὶ μάλιστα πάντα σε ἀναφορὰ μὲ τὴν ἀξιολογικὴ κλίμακα ἑνὸς ἀντιπάλου, ἡ ὁποία χρησιμεύει ὡς ἀρνητικὸ κριτήριο. […] Οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ ἀποτινάξουν ἕναν ζυγὸ καὶ νὰ ἀπαλλάξουν τὶς ψυχές τους ἀπὸ τὴν ἀπονεκρωτικὴ ἰδεολογικὴ ἐπήρεια τοῦ ἀντιπάλου, ἐνῶ συνάμα τοὺς ἀνοίγεται ἡ προοπτικὴ μιᾶς πρωτόγνωρης ζωντάνιας καὶ μιᾶς καινούργιας ὑπαρξιακῆς ἔντασης. Ἡ νέα σκέψη, ποὺ αὐτοθεωρεῖται αὐτόνομη, παρουσιάζεται τώρα ὡς ἡ ὔψιστη ἔκφραση τῆς ἔντασης αὐτῆς. Μονάχα τούτη ἡ μορφὴ ὑπαρξιακῆς ἔντασης ἐμφανίζεται τώρα πιὰ ὡς ἀληθινὴ ἐλευθερία καὶ ὡς ἠθικὸ ἀγαθό· ὅ,τι θεωροῦνταν πρωτύτερα ὡς ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀξιολογεῖται τώρα ὡς δουλεία ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, ὡς εὐγενική -ἀλλὰ ὄχι καὶ λιγότερη ἐπικίνδυνη- ψευδαίσθηση. Στὴ ζοφερὴ περιγραφὴ μιᾶς ὁλόκληρης ἱστορικῆς ἐποχῆς ἀναζητᾶ μιὰ ἄλλη τὴν αὐτοσυνείδηση καὶ τὴ νομιμοποίησή της. Ὁ λεγόμενος Μεσαίωνας ἔχει, ἀσφαλῶς, τὰ ἰδιαίτερα κοινωνικά του γνωρίσματα, ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν ἰδεώδη του τύπο, δηλ. τὴ δική μας εἰκόνα γι’ αὐτόν, ὡστόσο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθοῦμε τελεσίδικα γιὰ ποιὸν λόγο θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθεῖ ἠθικὰ καλύτερος ἢ χειρότερος ἀπὸ ἄλλες ἐποχές. Οὔτε καὶ μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ ἐπιστημονικά, ἂν τότε τὸ «ἀνθρώπινο πνεῦμα» καὶ ἡ «ἀνθρώπινη φύση» καταδυναστεύθηκαν (ἐδῶ δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὶς τοτεινὲς συγκεκριμένες μορφὲς τῆς κοινωνικῆς κυριαρχίας), ἀφοῦ τέτοιες ἔρευνες ἀναγκαστικὰ θὰ ὁρμηθοῦν ἀπὸ ἀξιολογικὲς κρίσεις (καὶ ὄχι ἁπλὲς ψυχολογικὲς ἢ βιολογικὲς ἀποφάνσεις) πάνω στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ὡστόσο, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολλοὶ μεσαιωνικοὶ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα ὄχι οἱ λιγότερο προικισμένοι, ἔνιωσαν ὡς πλήρωμα τῆς ψυχῆς τους καὶ ως ὑπαρξιακὴ ἔνταση ἀκριβῶς τὰ πράγματα ἐκεῖνα, ποὺ ἀπὸ τὴν κοσμοθεωρητικὴ σκοπιὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων παρουσιάστηκαν ὡς ἑτερονομία ἢ ἐξευτελισμὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη καὶ ὡς πρὸς τὴν καθαρὰ νοητικὴ δραστηριότητα, ἡ ἐξονυχιστικὴ διερεύνηση ἑνὸς θεολογικοῦ προβλήματος θὰ πρέπει τότε νὰ προκαλοῦσε τουλάχιστον ἴση εὐχαρίστηση ἢ αἴσθηση ἐλευθερίας ὅσο ἀργότερα καὶ μιὰ ἐπιστημονικὴ ἀνακάλυψη.*


Παναγιώτης Κονδύλης, Ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμός, τ. Α´, Ἀθήνα, 31998  



*σημείωση Domenico: ἡ τελευταία ἀποστροφὴ ἐκφράζει τὴν ἐμπεδωμένη νοησιαρχικὴ ροπὴ τῆς δυτικῆς θεολογίας τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ στὰ καθ’ ἡμᾶς ἐγείρει δικαίως ζητήματα ἔκπτωσης     




Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

μιὰ κοινοτικὴ κριτικὴ τοῦ μαρξισμοῦ



[…] Ἡ σχέση τοῦ Καραβίδα μὲ τὸν μαρξισμὸ εἶναι πιὸ οὐσιαστική. Ἐνῶ ἀπορρίπτει τὸν κομμουνισμὸ ὡς σύστημα ἐναλλακτικὸ τοῦ καπιταλισμοῦ, κατ’ οὐσίαν κινούμενο στὴν ἴδια λογικὴ τῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας, καὶ ἐνῶ θεωρεῖ τὸν σοσιαλισμὸ ἐπιφανειακὴ συγκάλυψη καὶ συμπτωματικὴ θεραπεία τῶν παθογενειῶν τοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τὴν σοσιαλδημοκρατία ἕνα εἶδος ἀλυσιτελοῦς φιλανθρωπίας, δέχεται τὸν μαρξισμό, ἀλλὰ ὡς ερμηνευτικὸ σχῆμα μόνον τῆς δυτικῆς βιομηχανικῆς κοινωνίας. Υἱοθετεῖ, μάλιστα, δημιουργικὰ μέρος τῆς ὁρολογίας καὶ ὁρισμένα ἀναλυτικὰ ἐργαλεῖα του στὸ δικό του ἑρμηνευτικὸ σχῆμα. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ Καραβίδας, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ κι ἀλλοῦ, εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἀμφισβήτησε τὸν μαρξισμὸ ἐκ τῶν ἔσω, πολὺ πρὶν τὸν Καστοριάδη καὶ τὸν Ἀξελό, καὶ μάλιστα ὄχι ἀμφισβητώντας σὰν καὶ αὐτοὺς τὴν φιλοσοφικὴ καὶ πολιτική του ὁρολογία, ἀλλὰ τὴν ἐπάρκεια τῆς γενικώτερης κοινωνιολογικῆς του ἀνάλυσης καὶ τῆς ἱστορικῆς του θεώρησης. Πράγματι, ὁ Καραβίδας δὲν πολέμησε τὸν μαρξισμὸ ὡς ἀντεθνικὸ καὶ κοινωνικὰ ἐπικίνδυνο κατασκεύασμα, ἀλλὰ κατέδειξε τὴν ἀδυναμία ἐφαρμογῆς του στὶς συγκεκριμένες μὴ δυτικὲς περιπτώσεις. […]
Ὁ Κώστας Βεργόπουλος ἐκτιμᾶ ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Καραβίδα «συνιστᾶ μιὰ ρωμαλέα προσπάθεια γιὰ τὴν διερεύνηση καὶ τὴν ὁριοθέτηση ἑνὸς "τρίτου δρόμου", πέρα ἀπὸ τὸν ατομοκεντρικὸ καπιταλισμὸ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀναπόφευκτη "σοσιαλιστικὴ" γραφειοκρατία». […]


Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Κοινοτισμός, Τὸ ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Καραβίδα καὶ οἱ συγγενεῖς προσεγγίσεις, Ἐναλλακτικὲς Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2013

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

φιλοκτημοσύνη - τάφος εἰδωλολατρίας


 […] Πρῶτο κακὸ γέννημα τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ἂν ἐξετάσεις, θὰ βρεῖς πὼς εἶναι ἡ φιλοκτημοσύνη. Δὲν εἶναι ὑπαίτιες οἱ ἐπιθυμίες ποὺ συντελοῦν στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς συνοδεύουν ἀπὸ τὴν πολὺ μικρὴ ἡλικία. Ἐνῶ ἡ φιλαργυρία ἀναφύεται ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν ἀκόμα εἴμαστε παιδιά. Ἀπὸ αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ φιλαργυρία δὲν ἔχει τὴν ἀρχή της στὴ φύση, ἀλλὰ στὴν προαίρεση. Καὶ δίκαια ὁ θεσπέσιος Παῦλος τὴν ὀνόμασε ρίζα ὅλων τῶν κακῶν. Γιατὶ ἡ φιλαργυρία γεννᾶ πολλὰ κακά· ἀνελεημοσύνες, ἀπάτες, ἁρπαγές, κλοπές, καὶ γενικὰ κάθε εἶδος πλεονεξίας, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ὀνόμασε δεύτερη εἰδωλολατρία. Ἀκόμη σὲ ὅσα κακὰ δὲ φυτρώνουν ἀπὸ αὐτή, σὲ ὅλα σχεδὸν προμηθεύει τὰ ὑλικὰ τῆς ὑπάρξεώς τους. Κι αὐτὰ εἶναι ὅσα πάθη γεννιοῦνται ἀπὸ τὴ φιλοϋλία  τῆς ψυχῆς ποὺ δὲν ἔχει προθυμία γιὰ ἀγαθοεργία.
[…] οὔτε γιὰ ἀγαθοεργία δὲν ἀπομένει πρόφαση στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπιθυμοῦν τὸν πλοῦτο. Στὴν πραγματικότητα φοβοῦνται τὴ φτώχεια, μὴν πιστεύοντας σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ δώσει ὅλα τὰ ἀναγκαία σ’ ἐκείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὲ τὴ σκέψη μόνο αὐτὴ σὰν ἀφορμή, ἀκόμη κι ἂν τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἐλευθερώνονται ποτὲ ἀπὸ τὴ νοσηρὴ καὶ ὀλέθρια αὐτὴ ἐπιθυμία, ἀλλὰ μαζεύοντας πάντοτε, φορτώνουν τὸν ἑαυτό τους ἄχρηστο φορτίο, ἢ μᾶλλον τοῦ κατασκευάζουν παράδοξο τάφο, ἐνῶ εἶναι ἀκόμη ζωντανοί. Γιατὶ οἱ νεκροὶ θάβονται στὸ κοινὸ χῶμα, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ ζωντανοῦ φιλαργύρου θάβεται στὸ χρυσάφι ποὺ κι αὐτὸ εἶναι χῶμα. Κι αὐτὸς ὁ τάφος εἶναι πιὸ βρωμερὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ ὅσους ἔχουν ὑγιεῖς τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις. Καὶ τόσο πιὸ βρωμερὸς εἶναι, ὅσο μὲ περισσότερο χρυσὸ τὸν ἔχει σκεπάσει. Γιατὶ ἡ δυσωδία τῆς πληγῆς τῶν ἀθλίων θαμμένων διαπερνᾶ τὸ πάχος αὐτοῦ τοῦ τάφου και φτάνει μέχρι τὸν οὐρανό, στοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ Θεό. Ἀπὸ αὐτὸ γίνονται σιχαμεροὶ καὶ πράγματι ἄξιοι ἀποστροφῆς, γιατὶ - κατὰ τὸν Δαβίδ- βρώμησαν ἐξαιτίας τῆς ἀφροσύνης τους.
Ἀπὸ τὸ βρωμερὸ καὶ νεκροποιὸ αὐτὸ πάθος ἀπαλάσσει τοὺς ἀνθρώπους ἡ θεληματικὴ καὶ χωρὶς ἀνθρωπαρέσκεια* ἀκτημοσύνη, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν «ἐν πνεύματι πτωχεία» ποὺ μακάρισε ὁ Κύριος. […]


Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρὸς τὴ μοναχὴ Ξένη, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, τ. Δ´, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/νίκη 31997 





*σημείωση Domenico: σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὑπάρχει καὶ ἀκτημοσύνη ἀνθρωπαρέσκειας, γεγονὸς ποὺ ὑπονοεῖ ὅτι ὁ ἐπαναστατικὸς μετασχηματισμὸς τῆς κοινωνίας θὰ εἶναι ἀενάως φαλκιδευμένος ἐκ τῶν ἔσω, ἂν δὲν πυροδοτεῖται ἀπὸ τὴ συστατικὴ προϋπόθεση τῆς ἐπανάστασης: τὴν ἑδραία θέληση γιὰ διαρκῆ ἀγώνα ὑπαρκτικῆς μεταποίησης ἐπὶ τὸ Λογικότερον  

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ἡ φοβικὴ τυραννία τοῦ ἐγωισμοῦ

Ρένα Τζολάκη
Τελικὰ ἡ ἐλευθερία στὸν πτωτικὸ ἄνθρωπο εἶναι βάρος παρὰ χαρά. Ἡ ἐλευθερία συνεπάγεται εὐθύνη, γεγονὸς ποὺ φέρνει ἄγχος καὶ φόβο. Ὁ πτωτικὸς ἄνθρωπος προτιμᾶ τὴν πρόσκαιρη ἀσφάλεια παρὰ τὴν ἐλευθερία. Χρειάστηκε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἀντιστρέψει αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ἡ πολιτεία καὶ ἡ ἐξουσία εἶναι μέσα παροχῆς προκατασκευασμένης σιγουριᾶς. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο πολλοὶ ταυτίζουν πίστη καὶ πατρίδα, Ἐκκλησία καὶ πολιτεία. Ὁ φόβος μπροστὰ στὴν ἐλευθερία γεννᾶ τὸν πόθο γιὰ τὴν ἐξουσία. Ὁ Ἔριχ Φρὸμ λέγει ὅτι ὁ πόθος τῆς ἐξουσίας δὲν πηγάζει ἀπὸ δύναμη, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδυναμία. Φοβᾶται ὁ ἀδύναμος, ὁ ἐγωιστής. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι σὲ σχέση. Φοβᾶται ὁ μισός. […]
Ἡ ἐλευθερία ἐν τῷ μεταξὺ παραβιάζεται καὶ ἔμμεσα. Κάτω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τρυφερότητα, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀγάπη κρύβεται συχνὰ τυραννικὸς χειρισμὸς καὶ τὸ χειρότερο δεσμωτήριο τοῦ προσώπου. Ἕνας τρόπος νὰ τυραννᾶς τοὺς ἄλλους εἶναι μέσα ἀπὸ τὴν «ἀγάπη». Τὴν δῆθεν ἀγάπη. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κινητοποιήσει τὸν ἄνθρωπο εἶναι ὁ σεβασμὸς μέχρι θανάτου τῆς ἐλευθερίας του. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀπαλύνει τὴν ὕπαρξη καὶ νὰ ἀφυπνίσει τὴ λαχτάρα γιὰ σχέση καὶ ἕνωση.


Ἀλέξανδρος Κατσιάρας - Μάρω Βαμβουνάκη, Ὅταν ὁ Θεὸς πεθαίνει, μιὰ συζήτηση, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2003 

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ἡ ὑποκατάσταση τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἐξουσία

Δήμητρα Σιατερλῆ, χωρὶς τίτλο 2014

Τὸ φαινόμενο τῆς ἐξουσίας, πολιτικῆς-κοσμικῆς ἀλλὰ καὶ ἱερατικῆς, ἐξηγεῖται πολὺ εὔκολα στὸ πλαίσιο τῆς ὅλης θεολογικῆς σκέψεως τοῦ Χρυσοστόμου. Συνιστᾶ καὶ αὐτή, ὅπως ὁ πλοῦτος ἢ ὁ γάμος, ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως. Ἡ ἐξουσία ἀποβαίνει πρόβλημα ἐφόσον προϋποθέτει ἄρχοντα τὸν ὁποῖο ἐκμαυλίζει ἡ αἴσθηση τῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς δυνάμεως, καὶ ἀρχόμενο, ὁ ὁποῖος δυσανασχετεῖ γιὰ τὴν ὑποταγή του. […]
Τὴν κατάσταση τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσαι, τὴν ὕπαρξη ἄρχοντα καὶ ἀρχομένου καὶ γενικότερα ἀνώτερου καὶ κατώτερου, συνδέει μὲ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ὁ Θεός, δημιουργώντας τὸν ἄνθρωπο, τὸν προίκισε μὲ τὸ ἀγαθὸ τῆς «ἀρχῆς», τῆς ἐξουσίας, ὅπως δηλώνουν οἱ βιβλικοὶ λόγοι «καὶ ἀρχέτωσαν τῶν θηρίων τῆς γῆς» (Γεν. 1, 26) (PG 54, 593). Τὴν «ἀρχὴν» ὅμως αὐτήν, ποὺ ἦταν διαφορετικῆς ποιότητας ἀπὸ τὴν μεταπτωτικὴ ἐξουσία, ἀπώλεσε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δική του πρωτοβουλία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσαχθεῖ ἀπὸ τὴν παρακοή-ἁμαρτία ἡ ὑποταγὴ ἀνθρώπου σὲ ἄνθρωπο (PG 54, 594-595). Πρόκειται γιὰ ὑποκατάσταση τοῦ ἀγαθοῦ τῆς παραδεισιακῆς «ἀρχῆς» μὲ τὴν ὑποταγή, πού, βέβαια, εἶναι ἀνεπιθύμητη κι ἐπαχθής, ἀφοῦ οἱ μεταξύ τους ἰσότιμοι, ἐλεύθεροι καὶ μακάριοι ἄνθρωποι πρέπει νὰ μεταβληθοῦν ὁ ἕνας σὲ ἄρχοντα καὶ ὁ ἄλλος σὲ ἀρχόμενο, ὁ ἕνας σὲ διατάσσοντα κι ὁ ἄλλος σὲ διατασσόμενο. Στὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε τὴν «ἀρχὴν» ἐπὶ τῶν θηρίων καὶ γενικὰ ἐπὶ τῆς φύσεως μὲ ἄλλες προϋποθέσεις, γεννιῶνται τώρα ἐξουσιαστικὲς διαθέσεις ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του. Ἄρα τὸ ἴδιο ἀγαθὸ μεταστοιχειώνεται σὲ τυραννικὴ δύναμη κι ἑπομένως κάποιοι πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὴν τυραννία. […]
Κανένας ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας δὲν μαστίγωσε τόσο πολὺ τοὺς παντὸς εἴδους ἐλλειμματικοὺς καὶ τυραννικοὺς ἄρχοντες ὅσο ὁ Χρυσόστομος (PG 52, 24 · PG 56, 42, · PG 62, 48 · PG 60, 365 · PG 63, 232).
Γι’ αὐτὸ καὶ πρῶτος διακρίνει σαφῶς μεταξὺ τοῦ ἄρχειν, ποὺ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς ἐκλογῆς, ποὺ ἀνήκει στὴν εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων. Ἀρνεῖται ὅτι ὁ κάθε ἄρχοντας εἶναι «ἐλέῳ Θεοῦ», δὲν «χειροτονεῖται» - ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔθεσε μόνο τὴν τάξη τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι. […] Δὲν συνιστᾶ ἡ κάθε ἐκλογὴ ἄρχοντα θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, ποὺ εἶναι οἱ περισσότερες, τὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὰ μέλη τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἴδια τὴν κοινωνία εἶναι καταστρεπτικά.  Φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ κακὸς ἄρχοντας εἶναι χειρότερο κακὸ καὶ ἀπὸ τὴν «ἀναρχία»* (PG 56, 42).


Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τ. Β´, εκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα 22010



* σημείωση Domenico: Ἡ αὐτονόητη ἐπισήμανση ὅτι στὸν ὅρο «ἀναρχία» τοῦ κειμένου δὲν ἀπαντᾶται τὸ σύγχρονο περιεχόμενο τῆς ἐλευθεριακῆς αὐτοθέσμισης παρὰ μόνο ἡ πολιτικὴ ἀκαταστασία, ποὺ θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τῆς κοινωνίας, ὑπονοεῖ σαφέστατα ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἄρσης τῆς μεταπτωτικῆς ἀναγκαιότητας τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι κάθε ἄλλο παρὰ ἀπάδει πρὸς τὴ σκέψη τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ συγγραφέα ὅτι «ἡ πολιτεία, τὴν ὁποία προϋποθέτει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀναγνώριζε πρωτεύοντα ρόλο στὸ Χριστιανισμό» ἐνισχύει τὸ παραπάνω ἐνδεχόμενο διαγράφοντας τὶς ἀπαραβίαστες σὲ κάθε ἐποχὴ προϋποθέσεις τους καὶ τὰ ὅριά τους. Ὅσο γιὰ τὴ διάκριση τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι ὡς θεία τάξη αὐτὴ διέπεται ἀπὸ τέτοιας σφοδρότητας ὑπαρκτικὴ κριτική, ποὺ ἡ ἀνεκτὴ λειτουργία της (τῆς διάκρισης) βρίσκει τὸ πλήρωμά της
στὴν ἀναίρεσή της.        

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

πίστη καὶ ἐπιστήμη


"Ἡ ὑποθήκη τῆς πατερικῆς θεολογίας ὅτι «ἡ σχέσις σῴζει» (PG 3, 725) καὶ ἡ ἐπαναστατικὴ ἀνακάλυψη τῆς μοντέρνας φυσικῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Σχετικότητα (Relativität) σημαίνει ἀναφορικότητα (καὶ ὄχι σχετικισμό, ὅπως ἀνόητα ἰσχυρίζονται οἱ ἀδαεῖς), σχηματίζουν ἕνα σημεῖο διαλογικῆς συνάντησης πρωτοποριακῆς θεολογίας καὶ μοντέρνας φυσικῆς". 

Μάριος Π. Μπέγζος, Ἀνατολικὴ ἠθικὴ καὶ Δυτικὴ τεχνική, θέματα φυσικῆς φιλοσοφίας τῆς θρησκείας, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1993


Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

μεταφυσική - τῆς φυσικότητας καὶ τῆς ἀπελευθέρωσης

τοῦ Νώντα, γιὰ λόγους πολλούς, λεπτοὺς ὁδηγοὺς

Ὄλγα Σταυρίδου, Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, Καστοριά, λάδι σὲ μουσαμά, 1983

[…] ἡ θρησκεία, σὰν εἰκονοπλαστικὴ ἀνταπόκριση τῆς θρησκευτικότητας, ἐγκλεισμὸς τοῦ θεοῦ μέσα στὴ γλῶσσα, γιὰ νὰ φτερουγίζει κρατημένος ἀπ’ τὴν ἀνθρώπινη κλωστή, συγκεντρώνει τὴ δύναμη τῆς ἐλευθερίας σὲ πίστη, ἔτσι καθὼς μ’ ἕναν καθρέφτη μποροῦμε νὰ συγκεντρώσουμε σὲ πυκνὴ βούλα τὸν ἥλιο ἀπάνω στὸ δέρμα ὥστε ν’ ἀρχίσει νὰ καίγεται. Βλέπουμε καθαρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς μεταφυσικῆς· ποὺ δὲν εἶναι μιὰ λέξη καὶ μιὰ ἰδιοτροπία, ἕνα φαινόμενο τῆς Ἱστορίας ἐξαντλήσιμο καὶ ποὺ παρακολουθοῦμε τὰ λοίσθιά του στὴν ἐποχή μας, τὴν ἀληθῶς ἀνακεφαλαιωτικὴ καὶ πού, σίγουρα, θὰ ὁδηγήσει τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα σὲ μεγάλες εἰλικρίνειες.
Βλέπουμε καθαρά, νομίζω, τὴν κατάργηση κάθε σκιᾶς, ὁλόγυρα στὴ μεταφυσική. Θέλω νὰ πῶ, δὲν εἶναι κάποιο πνευματικὸ ἐπικοδόμημα ἡ μεταφυσική, ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἐξηγήσουμε καὶ νὰ τὸ περιορίσουμε, σύμφωνα μὲ ὁποιοδήποτε ρεαλισμό, μὲ ὁποιαδήποτε κοινωνιολογία, μὲ ὅποια ψυχολογία, κι ὅ,τι ἄλλο, καὶ τελικὰ νὰ δείξουμε πὼς τελειώνουν τὰ ψωμιά του, ἀλλὰ εἶναι ὁ βαθύτερος πραγματισμὸς τῆς ὑπάρξεως, ἡ βαθύτερη χρήση τῆς ἐλευθερίας, τὸ ἐσώτατο κίνητρο, ποὺ κατευθύνει στὴν κλίμακα τῶν ἀπελευθερώσεων ἕως τὸ θάνατο καὶ τὴ θέωση. Ὁ ἄνθρωπος ἀκαταμάχητα θέλει τὸ ὕψος, ἐκεῖνο ποὺ τὸν λυτρώνει ἀπ’ τὶς ἀμέτρητες αἰχμαλωσίες τοῦ ἀποτελέσματος καὶ τοῦ χαρίζει τὴν ποθούμενη καὶ γι’ αὐτὸ τόσο ρεαλιστικὴ αὐτοβεβαίωση. Ἄρα, λοιπόν, ἡ μεταφυσικὴ ἀντίληψη δὲν εἶναι παρανόηση τῆς φυσικότητας, μὰ εἶναι ἡ ἀποκορύφωση τῆς φυσικότητας, ἡ δύναμη ποὺ κάνει κατόρθωμα τὴ φ υ σ ι κ ό τ η τ α καὶ ποὺ χωρὶς τὴ λειτουργία της ἡ φυσικότητα σκλαβώνει τὸν ἄνθρωπο.

Ν. Δ. Καρούζου, Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωὴ ὣς τὸ θέατρο, ἐκδ. Ἄψινθος, Ἀθήνα 1966