Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

αὐτοκτονικὴ πρόοδος

Φώτης Γαλανόπουλος

[…] ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ ἀνθρώπινος πολιτισμὸς φαίνονται νὰ ἀπειλοῦνται μόνον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό. Δισεκατομμύρια χρόνια ἐξελίξεως, καὶ ἡ Γαία ἴσως ἀποδειχθεῖ ὅτι ἐλάθεψε στὸ περιούσιο ἀπὸ τὰ δημιουργήματά της -στὸν ἐγκέφαλο- καὶ στὴν οἴηση ποὺ τὸν καατέχει. […]
Τὸ συμπέρασμα ἔχει, λοιπόν, μιὰ δραματικὴ διάσταση. Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ Γῆ ἀπὸ τοὺς ἐφιάλτες της, χρειάζεται ἴσως κάτι ριζικότερο ἀπὸ τὶς βραδύτατες κινήσεις σὲ τοπικὸ ἢ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἡ περιβαλλοντικὴ κρίση εἶναι, σὲ πρωτογενὲς ἐπίπεδο, κρίση τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ καὶ τῶν ἀξιῶν του. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται, συνεπῶς, εἶναι νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς προόδου καὶ ἡ μονομέρεια τῆς πρακτικῆς της. Διότι ἡ πρόοδος, μέχρι τώρα, περίπου ταυτίζεται μὲ τὰ τεχνολογικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴ βελτίωση τῶν οἰκονομικῶν παραμέτρων. Ἐλάχιστα ἀναφέρεται σὲ ποιοτικὲς παραμέτρους, στὴν ἁρμονικὴ ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ περιβάλλον του, σ’ αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ στὴν ἀνάγκη του νὰ ὑπάρξει μὲ τοὺς ἄλλους. Ἡ τυφλὴ ἐπιδίωξη τῆς ἀνόδου τοῦ ἀτομικοῦ ἢ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος δὲν ὁδηγεῖ πάντοτε στὴν ἄνοδο τοῦ βιοτικοῦ -μὲ τὴν ἔννοια τοῦ βίου, τῆς ζωῆς- ἐπιπέδου. Ὁδηγεῖ, συνήθως, σὲ ἕναν ἄνθρωπο χωρὶς σοφία καὶ εὐθύνη, στερημένο ἀπὸ τὴν παρηγοριὰ τῆς τέχνης καὶ τὴν ἀνάσα τοῦ διπλανοῦ, ἕρμαιο δυνάμεων ποὺ στηρίζουν τὴν ἐξουσία τους στὴν ἰσοπέδωση τὴ δική τους καὶ τῆς φύσεως. […]



Γιῶργος Γραμματικάκης, Ἡ κόμη τῆς Βερενίκης, Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, Ἠράκλειο16, 1998 

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

μεταξὺ ἔγνοιας καὶ ἀμηχανίας

Γιώργος Λαναρᾶς
[…] Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ διαπιστώσει κανεὶς ὅτι κάμποσοι ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι νοοῦν τὴν οἰκονομία ὡς ἕνα πεδίο οὐδέτερο (ὅπως εἶναι, γιὰ παράδειγμα, μιὰ ἐποχὴ τοῦ χρόνου ἢ ἡ ὕπαρξη μιᾶς πεδιάδας), ὅπου ὁ εὐσεβὴς δύναται νὰ πράττει κατὰ τὸ σύστημα, ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νὰ ἐκκλησιάζεται τὶς Κυριακὲς καὶ νὰ μὴν παρεκτρέπεται σεξουαλικῶς. Στὴν ὀπτικὴ αὐτή, ἐρωτήματα γιὰ τὶς ἀνθρωπολογικὲς ἐπιλογὲς ποὺ συνιστοῦν τὸ σύστημα (ἐπιλογὲς – κι ὄχι οὐδετερότητα) ποὺ τὸ συγκροτοῦν, προσπερνιοῦνται ὡς κάτι τριτεῦον. Κι ἔτσι εἶναι ἐντελῶς σύνηθες πολλοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι νὰ παπαγαλίζουν μὲν τὴν βολικὴ φόρμουλα ὅτι ὁ Καθολικισμὸς σημαίνει φεουδαρχία, ὁ Προτεσταντισμὸς σημαίνει καπιταλισμό, ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι κάτι ἄλλο…, ἀλλὰ ταυτόχρονα νὰ ἀρθρώνουν μιὰ θεολογία καὶ νὰ ἀναπαράγουν ἕναν τρόπο ζωῆς ποὺ δὲν εἶναι καθόλου κάτι ἄλλο! Καὶ δὲν μιλῶ, βέβαια, γιὰ ἀναπαραγωγὴ ἀπὸ ἀνάγκη ἢ ἀπὸ ἀδυναμία (ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἀδυναμία χρειάζονται τὸν σεβασμό μας), ἀλλὰ γιὰ νηφάλια προσχώρηση. Βολικό, γάρ, νὰ θεωρητικολογεῖς κατὰ τοῦ καπιταλισμοῦ ἐπειδὴ τὸν βλέπεις ὡς ὄθνιο, δυτικὸ πολιτισμικὸ φαινόμενο, κι ὄχι ἐπειδὴ προεχόντως γεννᾶ ἀπανθρωπιά! Ἀλλὰ οἱ Πατέρες δὲν ἔκριναν τὴ Φραγκιὰ - ἔκριναν τὰ φράγκα ὅπου γῆς, καὶ τὴν ἐκμετάλλευση σὲ δύση καὶ ἀνατολή! Ὁ Μὰξ Βέμπερ καὶ ἡ σπουδαία μελέτη του γιὰ τὴ σχέση Προτεσταντισμοῦ καὶ καπιταλισμοῦ ἔχει γίνει ἡ ἀγαπημένη παραπομπὴ τῶν τρεφομένων μὲ τὰ ξυλοκέρατα τῆς παπαγαλίας, ἀλλὰ -τὸ ξαναλέω- ὁ καψερὸς ὁ Βέμπερ πολλὰ θὰ εἶχε νὰ μάθει  ἀπὸ σημερινοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ εἶναι ἀνενδοίαστα ἐπιδέξιοι καὶ σὲ  bonus καὶ σὲ εὐχέλαια… Ἀπέναντι, ὅμως, σ’ αὐτά, οἱ Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι (οἱ πολλοὶ κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ) ποὺ κρατοῦν ὡς ὕψιστο κριτήριο τὸ μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ (ἡμεδαποῦ καὶ ἀλλοδαποῦ), ποὺ διασώζουν τὴν ἀγωνία ἀπέναντι στὸν πλουτισμό, ποὺ ζοῦν τὴν ἔλλειψη ἐξασφάλισης, εἶναι οἱ ἀληθινοὶ νεωκόροι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξωπραγματικοὶ ἐραστὲς ἰδεολογημάτων, κατὰ τοὺς νεοειδωλολάτρες τοῦ κυνισμοῦ, φυσικά!
 Τὰ παραπάνω δὲν εἶναι λόγος περὶ ἠθικῆς τελειότητας ἢ καθαρότητας. Λόγος γιὰ τὴν πολυτιμότητα τῆς ἔγνοιας καὶ τῆς ἀμηχανίας εἶναι! Ἀμηχανία γιὰ τὸ ὅτι δὲν ξέρουμε καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δώσουμε λύσεις χειροπιαστές· ἔγνοια, ὅμως, γιὰ νὰ μὴν ξεθωριάζει τὸ ὅραμα, τὸ ὁποῖο δίνει λόγο ὕπαρξης στὴν ἐκκλησιαστικὴ ταυτότητα: τὸ ὅραμα τῆς Βασιλείας, ὄχι ὡς σπιριτουαλισμός, ἀλλὰ ὡς ἔμπνευση καὶ κριτήριο τῶν ἐπιλογῶν μας μέσα στὴν ἱστορία. […]


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ἡ ρήξη μὲ τὸ μηδέν, σφηνάκια πολιτικῆς θεολογίας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2015

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

βλέμμα καὶ ἀγαθὸ

Ἠ ἀρχαία τέχνη ἀγνοοῦσε τὴν ὑποκειμενικότητα. Ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου, τῆς ἐσωτερικότητας, τῆς ἀγωνίας καὶ συνακόλουθα ὁ ὁ κόσμος τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς μεταμόρφωσης παρέμεναν γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἕνας τομέας σχεδὸν ἀπαγορευμένος. Ἔτσι, οἱ ὡραιότερες μορφὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ φαντάζουν βυθισμένες μέσα σ’ ἕναν ἀπρόσωπο κόσμο: τὰ μάτια, ταυτόχρονα ἀνοιχτὰ καὶ κλειστά, ὅπως τοῦ ζώου, τὸ ἴδιο ἀδιάφορα ἀπέναντι στὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀπελπισία ὅσο καὶ ὁ σφυγμὸς ἢ ἡ τροχιὰ τῶν ἄστρων, ἀποκλείουν ἀποφασιστικὰ κάθε δυνατότητα προσωπικῆς ἔκφρασης. Εἶναι ἁλήθεια πὼς ἡ ψυχολογικὴ διάσταση ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τοὺς Ρωμαίους: τὸ ἔργο αὐτὸ τῶν πρόδρομων αἰώνων συνίσταται ἀκριβῶς στὸ νὰ φέρει τὸν «ψυχικὸ» ἄνθρωπο τῶν ἑλληνο-ρωμαϊκῶν πορτραίτων στὸ κατώφλι τῆς πνευματικῆς ἐσωτερικότητας τῶν βυζαντινῶν εἰκόνων καὶ ψηφιδωτῶν. Τὰ πρόσωπα τοῦ 3ου καὶ τοῦ 4ου αἰώνα, στὸ Φαγιοὺμ ὅπως καὶ στὴν Παλμύρα, στὴν Ἑλλάδα ὅπως καὶ στὴ Ρώμη, μᾶς θέτουν ἐνώπιον μιᾶς τέχνης ἐπικεντρωμένης ὄχι πιὰ στὴν ἐξύμνηση τοῦ σώματος ἀλλὰ στὴν ἔνταση τοῦ βλέμματος. […]
Χρῆστος Παπανικολάου
Μέσα σ’ ἕνα τέτοιο σύμπαν ὅπου κάθε τὶ τὸ ὑπαρκτὸ συνιστᾶ μιὰ «Θεοφάνεια», τὸ κάθε ὂν συνιστᾶ ἕνα ἀγαθό, ἐνῶ τὸ κακὸ δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἐξωπραγματικὴ σκιά. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ βυζαντινὴ τέχνη ἀρνήθηκε νὰ υἱοθετήσει τὶς δαιμονικὲς στρεβλώσεις καὶ τὰ «τερατόμορφα ἀγρίμια» μὲ τὰ ὁποῖα οἱ ἀποκαλυψιακὲς ἐνοράσεις στόλισαν τὶς πύλες τῶν μητροπόλεων τοῦ Βορρά, καὶ σίγουρα δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι οἱ ζωγράφοι τῆς παρακμῆς, ποὺ εἰκονογράφησαν τὴν Ἀποκάλυψη, στὴ Μονὴ Διονυσίου, ἢ στὶς ἐκκλησίες τοῦ Γιαροσλάβ, δὲν βρῆκαν τίποτα καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀντιγράψουν τὰ χαρακτικὰ τοῦ Ντύρερ, τοῦ Κράναχ καὶ τὴν εἰκονογραφημένη βίβλο τοῦ Πισκατόρ… […]



Κώστας Παπαϊωάννου, Βυζαντινὴ καὶ Ρωσικὴ ζωγραφική, Ἐναλλακτικὲς ἐκδόσεις, μτφρ. Ἑλένη Νάκου-Χριστίνα Σταματοπούλου, Ἀθήνα 2007

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ὁ «θάνατος τοῦ Θεοῦ» - νοσταλγία ἢ ἐξουσία


[…] στὸ πλαίσιο τῆς συνθήκης ποὺ ἐγκαινιάζεται μὲ τὴ διάγνωση τοῦ τέλους τοῦ ἀφηρημένου Θεοῦ, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναλαμβάνουμε τὴ σχέση μεταξὺ τῆς περατότητάς μας καὶ τῆς ἐρωτηματικῆς δύναμης τοῦ ἀπείρου διαμορφώνει τὸν ὀντολογικό μας ὁρίζοντα καὶ τὴν ἴδια τὴν τροπή -θετικὴ ἢ ἀρνητική- τῆς ἐνδεχόμενης σύνδεσής μας μὲ ἕνα νέο θεϊκό. Τὸ τελευταῖο -ἀνοιχτό, ἄμεσο, αἰνιγματικό- θὰ μᾶς ἀποταθεῖ ἢ θὰ ἀποχωρήσει, ἀνάλογα μὲ τὸ κατὰ πόσο ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸ τέλος τοῦ (κατευθυντικοῦ, ἐξωτερικὰ ὑπερβατικοῦ) Θεοῦ θὰ προσλάβει θετικὸ ἢ μηδενιστικὸ χαρακτήρα. Ἡ στάση μας αὐτὴ καθεαυτὴ ἀλλὰ καὶ τὸ περιεχόμενό της ἀνάγονται σὲ πρωταγωνιστικοὺς παράγοντες τῆς συνθήκης ποὺ ἐγκαθιδρύεται μὲ βάση τὴ λογικὴ τοῦ «θανάτου τοῦ Θεοῦ». […]
Doris Salcedo, Shibboleth
Ἔχοντας ἀκυρώσει τὴν προοπτικὴ τῆς κίνησής μας πρὸς τὸ χῶρο μιᾶς ὑπερπερατῆς πραγματικότητας, (παρα-)βιάζουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸ μεταφυσικό μας ἑαυτὸ καί, κατὰ μία ἔννοια, σφετεριζόμαστε τὴ λειτουργία τοῦ ἀπείρου ὡς ἄσκηση γιὰ τὴν παραγωγὴ ἀπεριοριστίας. Μὲ ἄλλα λόγια, οἰκειοποιούμαστε -ὑβριστικά, θὰ ἔλεγε κανείς- τὰ γνωρίσματα τῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀπειρότητας, καθὼς ἡ δύναμη τῆς τελευταίας ἀνοίγεται πρὸς ἐμᾶς, στὸ πλαίσιο τοῦ καθεστῶτος ἐκκρεμότητας ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ἀφηρημένου Θεοῦ. Ἡ πράξη τῆς αὐθυπέρβασής μας δὲ συναρτᾶται μὲ τὴ διερευνητικὴ τάση μας πρὸς ἕνα ἀνώνυμο Ἄλλο ποὺ νὰ μᾶς ξεπερνᾶ μὰ καὶ νὰ μᾶς ἀφορᾶ, πρὸς ἕνα νέο, προσωπικὸ θεϊκό, ἀλλὰ ἀνάγεται σὲ ἀπόπειρα βίαιης ἰδιοποίησης τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπείρου. Ἐπιχειροῦμε νὰ προσβάλουμε τοῦτο ἐδῶ, ἐφόσον ἐπιδιώκουμε νὰ ἀρθεῖ πρὸς ὄφελός μας ἡ ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης μας μὲ τὸ ὑπερέχον, μυστηριακὸ μέγεθός του. Ἔτσι μέσα στὴν τελευταία, ἡ βούλησή μας ἐκτρέπεται σὲ θέληση γιὰ ἀποκλειστικότητα, γιὰ ἀκραία ἐπιβολή. Στὴν ἐν λόγῳ προβληματικὴ ἐκδοχή του τὸ μεγαλεῖο, ἐκφράζοντας τὴν ποιότητα αὐτῆς τῆς θέλησης, ἔχοντας ἀποστραφεῖ τὸ νοσταλγικό του ὁρίζοντα, εἶναι ἀδιέξοδα ἐξουσιαστικό. […]


 Παναγιώτης Δόικος, Ὁ «θάνατος τοῦ Θεοῦ» καὶ ὁ μεταφυσικὸς ἄνθρωπος, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2008 

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ἡ ἐλευθερία τῆς πνευματικότητας



[…] Γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀκόμη καὶ στὴ φυλακὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ μὴν συνδέει κάποιος τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν πρόοδο, αὐτὸ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ γίνεται. Ἀπὸ τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης καὶ τῆς ἀτομικότητας, ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἢ ἀνελεύθερος – μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἔννοια. Γι’ αὐτό, ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἐλευθερία δὲν πρέπει νὰ συγχέουμε τὸ θέμα τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐσωτερικῆς, πνευματικῆς ἐλευθερίας.
Ἐδῶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτα ἀπὸ ὅσα λέω γιὰ ἀυτὸ τὸ θέμα. Ὄχι πολὺ καιρὸ πρὶν ἤμουν σὲ μιὰ τέτοια συνάντηση καὶ στὴ συνέχεια ἔγραψαν στὶς ἐφημερίδες: Εἶναι πολὺ περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ταρκόφσκι μιλάει περὶ πνευματικότητας. Φυσικὰ -γι’ αὐτοὺς εἶναι παράξενο, ἁπλὰ δὲν ἔχουν ἰδέα, δὲν καταλαβαίνουν τὶ λέω. Δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν ὅτι μιλάω γιὰ τὴν πνευματικότητα μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἔπερεπε νὰ ξέρει γιατὶ ζεῖ, ὀφείλει νὰ σκέφτεται τὸ νόημα τῆς ζωῆς του. Ἐκεῖνος ποὺ ἀρχίζει νὰ τὰ σκέφτεται αὐτά, ὑπὸ μία ἔννοια φωτίζεται μὲ κάποιο πνευματικὸ φῶς, αὐτὴ ἡ διερώτηση δὲν πρόκειται νὰ ξεχαστεῖ ξανά, νὰ πεταχτεῖ μακριά, ἔχει ξεκινήσει μιὰ πορεία. Ἀντιθέτως, ἂν ποτὲ δὲν διερωτηθεῖ περὶ αὐτῶν, στερεῖται πνευματικότητας, ζεῖ πραγματιστικά, ὅπως ἕνα ζῶο. Καὶ ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ καταλάβει τίποτα. Δὲν καταλαβαίνουν τίποτα ἀπὸ αὐτά. Καὶ ὅταν κάποιος δημοσιογράφος τὰ γράφει –σοκάρομαι. Σίγουρα σκέφτεται: ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν πνευματικότητα, αὐτὸ εἶναι σίγουρα κάτι ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, περίπου μὲ ἕναν κληρικαλισμό. Γι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχουν ὁλωσδιόλου ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἢ μιᾶς ἠθικῆς προσπάθειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπιχειρήσει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του. […]

Ἀντρέι Ἀρσένιεβιτς Ταρκόφσκι, Ὁ ποιητὴς ὅμοιος Θεοῦ, Ἡ τελευταία μεγάλη συνέντευξη, εἰσαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Κωνσταντίνος Μπλάθρας, ἐκδ. Μανιφέστο, 2016



Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

μπροστὰ στοὺς ἐφήβους

Jacob Taanman, Ὅταν ὁ δάσκαλος γυρίζει τὴν πλάτη

[…] Ὁ ρόλος ἑνὸς παιδαγωγοῦ χριστιανοῦ στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, εἶναι ἀκριβῶς τὸ νὰ βοηθᾶ λιγάκι τοὺς ἐφήβους, μὲ τοὺς ὁποίους ἀσχολεῖται, νὰ φτάσουν ἢ νὰ διαισθανθοῦν αὐτὴ τὴν «ἐμβάθυνση μέσα στὴν ὕπαρξη». Δηλαδή, νὰ σπείρει τὴν ἀνησυχία, νὰ ὑποκινήσει ἐσωτερικὲς συγκρούσεις, νὰ καταστρέψη τὶς εἰκόνες τῆς οἰκουμένης, ποὺ εἶναι ἀδιαφανεῖς καὶ πεζές, ν’ ἀσκήση μιὰ παθιασμένη κριτικὴ (διδάσκω Ἱστορία), μιὰ παθιασμένη Ἱστορία, παρουσιάζοντας κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τὶς μεγάλες ἀνθρώπινες αἱρέσεις, δείχνοντας τὸ σοβαρὸ αὐτῶν τῶν αἱρέσεων. Σκέφτομαι, παραδείγματος χάρη, γιὰ μιὰ σειρὰ μαθημάτων πάνω στὴν ἱστορία τοῦ ΧΙΧου αἰώνα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ φτάση στὸν κολοφώνα -κάθε φορὰ ἀπὸ τὰ «ἔσω»- σὲ μιὰ τριπλὴ ἔκθεση πάνω στὸν Marx, πάνω στὸν Niëtzsche καὶ πάνω στὸν Dostoyevsky. Ν’ ἁρπάξη ἔτσι κανεὶς τὸν ἔφηβο ἀπὸ μιὰ ὡρισμένη ὑπνοβασία τοῦ πολιτισμοῦ τῆς εὐτυχίας καὶ ἴσως, ἂν εἶναι χριστιανός, ἀπὸ τὴν ὑπνοβασία ἑνὸς κάποιου χριστιανισμοῦ -ποὺ εἶναι ἐδῶθε τοῦ ἀθεϊσμοῦ ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται ἐκεῖθε- καὶ νὰ τοῦ κάνη ν’ ἀνακαλύψη, νὰ διαισθανθῆ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξης, καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἄλλου, γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἔχουμε, τὸ πιὸ πολύτιμο, νὰ διδάξουμε, εἶναι τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, πέρα ἀπὸ τὶς ἐφηβικὲς ἁπλοϊκότητες. Καὶ τοῦτο μὲ μιὰ στάση μαιευτικῆς, μὲ μιὰν ἄσκηση χιούμορ, γιὰ ν’ ἀποφύγουμε νὰ γοητεύσουμε αὐτοὺς τοὺς νέους, νὰ τοὺς προσηλώσουμε πάνω στὴν ἴδια μας προσωπικότητα, γιὰ νὰ μποῦν στὸ δρόμο μόνοι τους, μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς βαθειᾶς ζωῆς καὶ τὴν ἀπαίτηση μιᾶς ἀλήθειας ποὺ ἀποδίδει κάθε πραγματικότητα, κάθε ζωή, ποὺ δὲ σακατεύει, ἀλλ’ ἐκπληρώνει. Τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, τὸ νόημα τοῦ ἄλλου, τὸ νόημα τοῦ περίπλοκου καὶ τῆς συνάντησης, ὅταν συχνάζη κανεὶς σὲ δρόμους μικρῆς κίνησης, ἰδοῦ τὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μιὰ μαρτυρία διακριτικὴ ἀλλ’ ἀποτελεσματικὴ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ τοῦ τριαδικοῦ μυστηρίου. […]    


Ὀλιβιὲ Κλεμάν, Παρατηρήσεις ἑνὸς λαϊκοῦ πάνω στὴ μαρτυρία τῆς πίστης, Χριστιανικὸν Συμπόσιον, ἐτήσια ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καὶ τέχνης, ἀπόδοση Λουκίας Ἰ. Μεταξᾶ, βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, 1970 

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Καροῦζος - ἀντιθετικῶς διασταυρούμενος



«…τοῦ Τρότσκυ τὴ διαρκῆ ἐπανάσταση
τὴ γκρέμισα στοῦ Ἰησοῦ τὴ συγγνώμη.»
(Στιχάκια τοῦ γέροντα Βενέδικτου τὴ νύχτα)



Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Μ. Μπακούνιν καὶ ρωγμὲς τῆς πίστης


«Ἀνάμεσα στὸν Μὰρξ καὶ στὸν Ματσίνι ὑπῆρχε πάντα μία τεράστια διαφορὰ κι αὐτὸ ὁπωσδήποτε εἶναι πρὸς τιμήν τοῦ Ματσίνι. Ὁ Ματσίνι ὑπῆρξε ἕνας φανερὰ εἰλικρινὴς καί φλογερὸς πιστός. Λάτρευε τὸν Θεό του, στὸν ὁποῖο ἀφιέρωσε ὅ,τι σκεπτόταν, αἰσθανόταν ἤ ἔκανε. Σέ σχέση μὲ τὸν προσωπικό του τρόπο ζωῆς, ἦταν ὁ πιὸ ἁπλὸς ἄνθρωπος, ὁ πιὸ μετριοπαθής, ὁ πιὸ ἀνιδιοτελής. Ἀλλὰ γινόταν ἄκαμπτος, ὀργισμένος, ὅταν κάποιος πρόσβαλε τὸ Θεό του. Ὁ κύριος Μὰρξ δὲν πιστεύει στὸ Θεό, ἀλλὰ πιστεύει βαθειὰ στὸν ἑαυτό του. Ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη ὄχι μὲ ἀγάπη ἀλλὰ μὲ μνησικακία … Ὁ Ματσίνι ἤθελε νὰ ἐπιβάλλει στὴν ἀνθρωπότητα τὸν θεϊκὸ παραλογισμό· ὁ κύριος Μάρξ προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλει τὸν ἑαυτό του. Προσωπικὰ δὲν πιστεύω σὲ κανένα, ἀλλὰ ἂν ἤμουν ἀναγκασμένος νὰ διαλέξω, θὰ προτιμοῦσα τὸ Θεὸ τοῦ Ματσίνι»

Μ. Μπακούνιν, Ἡ παρισινὴ κομμούνα καί ἡ ἰδέα τοῦ κράτους, σσ. 74-75.


«ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε ἐπίσης μεγάλους ἀνθρώπους, ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ πραγματικὰ ἐφάρμοσαν ἢ ποὺ τουλάχιστον προσπάθησαν μὲ πάθος νὰ ἐφαρμόσουν αὐτὰ ποὺ κήρυσσαν καὶ ποὺ οἱ καρδιές τους, ξεχειλίζοντας ἀπὸ ἀγάπη, δὲν ἔκρυβαν παρὰ μόνον περιφρόνηση γιὰ τὶς ἡδονὲς καὶ τ’ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου»

Μ. Μπακούνιν, Θεός καί Κράτος, σ. 52. 


«Πρέπει νὰ δράσουμε ὄχι μόνο πολιτικὰ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικὰ μέσα στὴν πολιτική μας. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἔχουμε σὰν θρησκεία μας τὴν ἐλευθερία, ποὺ ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἔκφρασή της εἶναι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἀγάπη. Ναί, γιὰ μᾶς –ποὺ θεωρούμαστε ἐχθροὶ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας- καὶ μόνο σὲ μᾶς μένει αὐτὸ τὸ ἔργο ποὺ τὸ θεωροῦμε ὕψιστο χρέος: νὰ ἀσκοῦμε οὐσιαστικὰ τὴν ἀγάπη ἀκόμα καὶ στὶς πιὸ λυσσαλέες μάχες μας, αὐτὴν τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ἡ ὕψιστη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀληθινὴ ἀρχὴ τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανισμοῦ».

Μ. Μπακούνιν, Ἡ ἀντίδραση στήν Γερμανία, σσ. 18-19.


πηγή: Δημήτρης Μπαλτᾶς, Ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μιχαὴλ Μπακούνιν, http://antifono.gr

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν αὐτονομία...μιὰ φύση δρόμος

Εl Greco
Στὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας γίνεται πανηγύρι πασχαλινό. Ἡ ἀντίφαση νὰ ἐορτάζεται μὲ χαρὰ ὁ θάνατος τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ θεμελιώνεται σὲ ἕνα δυναμικὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο συνήθως λησμονεῖται λόγῳ τῆς ὑπόμνησης ὅτι ἡ Θεοτόκος τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ταφή της μετέστη-ἀναστήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ ἐπισήμανση ὅμως ἀφήνει ἀδικαιολόγητη ὑπαρξιακὰ τὴν ἀνάσταση τῆς Παναγίας, μὲ κίνδυνο ἡ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς νὰ μένει θαμπωμένη ἀπὸ τὸ «κύρος» ἑνὸς ὑπερφυσικοῦ στιγμιότυπου τοῦ παρελθόντος. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἔχουν προκύψει δύο ἀναγνώσεις.
Κατὰ τὴν πρώτη ἀπὸ αὐτές, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Θείου θελήματος ἀπὸ τὴν Παναγία φανερώνει μόνο ἀπώλεια τῆς ἀτομικῆς βούλησης ἐνώπιον ἑνὸς ὑπερκείμενου ὄντος. Ἡ ἀναντίλεκτη ἰσχὺς τοῦ ὑπερβατικοῦ δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου. Ὁ καταναγκασμὸς αὐτὸς γίνεται τὸ δομικὸ ἀρχέτυπο ἑνὸς τρόπου ὑποταγῆς καὶ ἐνοχῆς. Ἔτσι ἱδρύεται ἡ ψευδαισθητικὴ ἑτερονομία, ἡ ὁποία παράγει τὴν ὑπαρξιακὴ καὶ θεσμικὴ ὑποδούλωση ἀτόμου καὶ κοινωνίας. Στοὺς ἀντίποδες βρίσκεται τὸ πρόταγμα τῆς αὐτονομίας ὅπου ἄτομο καὶ κοινωνία ἔχοντας ἀποτινάξει τὴ θεμελιώδη χειραγώγηση τῆς «μεταφυσικῆς» ἀναφορᾶς, πορεύονται στὴν ὁδὸ τῆς αὐτοπραγμάτωσης. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ βαθύνους Κ. Καστοριάδης τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Ἡ ἔλλειψη βούλησης ἐξαγιάζεται στὸ χριστιανισμὸ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, ὅταν ἄβουλη ἡ Μαριὰμ ἀκούει καὶ δέχεται μοιρολατρικὰ αὐτά, ποὺ τῆς ἀνακοινώνει ὁ Γαβριήλ, ψελλίζοντας: "Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου" (Λουκ.1,38)». (Ἡ ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα, τόμος Α΄, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα, 2007). Ἰδωμένη στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἡ στιχομυθία Παναγίας καὶ Ἀρχαγγέλου ἀποτελεῖ καταστατικὴ συνθήκη ἐκείνου τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὴ φοβικὴ ὑπακοὴ ὑπηκόων τοῦ ἐπέκεινα.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἀνάγνωση. Αὐτὴ ποὺ ψηλαφεῖ στὴν κατάφαση τῆς νεαρῆς Μαρίας ὄχι τὴν καταναγκαστικὴ συμμόρφωση ἀλλὰ τὴν καταξίωση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀναγγελία τοῦ Θεοῦ ὑπονοεῖ τὴν ἐρωτηματικὴ ἀγάπη Του. Εἶναι ἐρωτηματική, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ Μαρία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ βλάστηση ἐκ τοῦ μηδενὸς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ-Λόγο ὡς ἕνας διαρκῶς ἀνοικτὸς διά-λογος, ὡς ἐρώτημα. Ἡ ἀποδοχὴ απὸ μέρους τῆς Θεοτόκου λοιπὸν σημαίνει τὸν ἐλεύθερο συντονισμὸ τοῦ βίου μὲ τὸ ἀγαπητικὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀβίαστο ἄνοιγμα τῆς Παναγίας στὸ Θείο θέλημα, ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ξεχείλισμα τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν ὕπαρξη ἡ κτιστὴ φύση, δὲν παραδίδει τὴν ἐλευθερία ἀλλὰ τὴν μεταλαμβάνει. Ἡ Θεοτόκος δὲν παραχωρεῖ ἀλλὰ ἐμπεδώνει, πλουτίζει τὴν ἐλευθερία ριζώνοντάς την καὶ πάλι ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐκτροχιάστηκε. Ἡ ἀστοχία αὐτὴ συντελέστηκε ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφάσισε ὅτι ἡ βούλησή του δὲν συνιστᾶ κίνηση συνάντησης ἀλλὰ κατάκτησης.
Ἡ παραίτηση-κένωση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸ ἐγωικὸ θέλημα φιλοτεχνεῖ τὸν τόπο ὅπου δεξιώνεται τὸν Ἕτερο. Ἔτσι αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ ροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ φόβου καὶ ὁ Ἄλλος γίνεται ζωή της. Συνεπῶς, ἑτεροκαθορισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση μακρὰν τοῦ ἑτέρου. Ἑτερονομία παράγεται ὅταν τὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς δομεῖται στὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον· ὅταν καθορίζομαι ἀπὸ κάτι ποὺ ἵσταται μακριά μου, ἄγνωστο καὶ γι’ αὐτὸ γιὰ πάντα ξένο. Στὴ μοναξιὰ αὐτὴ μόνο εἴδωλα καὶ φαντάσματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν, ἀπολύτως ἱκανὰ νὰ ψευδομαρτυροῦν, νὰ ρυπαίνουν τὴ γνώμη (τὸ ἀτομικὸ θέλημα) μὲ εἰκασίες ποὺ τροφοδοτεῖ ἡ απόσταση. Διότι στὴ μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλο ποὺ μετέχει στὴν ἴδια φύση μὲ ἐμένα, ὅμως δὲν τὴν ἀνοίγει, δὲν τὴν κοινωνεῖ ἀλλὰ τὴν ἰδιοποιεῖται, ἐμφιλοχωροῦν τὰ τεχνητὰ προϊόντα τοῦ νόμου, γιατὶ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ καρδιὰ τὸ κάνει διάταγμα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ὕλη τῆς ἑτερονομίας – τὸ περίκλειστο ἐγωικὸ φρούριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀδύνατη ἡ θέα ἀπέναντι.
Τὸ κάθε ἀτομικὸ φρόνημα χαρακώνει τὴν κοινὴ φύση. Οἱ δὲ χαρακιὲς τοῦ ἀγοραφοβικοῦ γνωμικοῦ θελήματος δὲν ἀργοῦν νὰ μεταβληθοῦν σὲ ὀρύγματα, ἀπὸ ὅπου κρυμμένοι οἱ ἕτεροι πυροβολοῦν ἀλλήλους.
Τὴν ἀσυναίσθητη ἀντίφαση νὰ λογίζεται αὐτονομία ἡ κατεξοχὴν ὑποδούλωση στὸν ἀκοινώνητο ἑαυτό, ἀναποδογύρισε ἐπαναστατικὰ ἡ Θεοτόκος: ἀπὸ τὸ εἶναι της ἀνέτειλε ἡ ὄντως ἐλευθερία, ὅταν ὑπέταξε τὰ γνωμικά της φαντάσματα σὲ μία λησμονημένη πρόταση: νὰ ἐπαναπατρισθεῖ ἡ βούληση στὴ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ πηγάζει. Αὐτὸ σημαίνει αὐτονομία: Νὰ ἀγκαλιάζω στὴν πατρίδα τῆς κοινῆς φύσης ὅλους τοὺς γνωμικοὺς μετανάστες μὲ πρῶτο τὸν ἴδιο μου τὸν ἑαυτό.
Ἡ Παναγία λοιπὸν γκρέμιζε μὲ πείσμα τὰ τείχη ποὺ ἐμπόδιζαν τὴ θέα, ὥσπου ἡ ἐλευθερία τοῦ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου» τὰ ξεθεμελίωσε ὁλοκληρωτικά. Μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἀνοιχτοσιὰ μποροῦσε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἀχώρητος. Αὐτὴ τὴν καθολικότητα χαρίζει ἡ ἐπαναγείωση στὴ φύση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ὑπερπτήσεις τῆς ἀτομικῆς βούλησης πάνω ἀπὸ αὐτή. Ἡ Μαρία ὑπῆρξε ὁ πρῶτος καὶ κατεξοχὴν αὐτόνομος ἄνθρωπος. Κανένας νόμος, καμία συνθήκη, καμία προδιαγραφή, καμία ἀρχὴ δὲν ὅρισε τὸν βίο της, ἀφοῦ βρέθηκε ὁ θεληματικὸς χῶρος στὴν ὕπαρξή της γιὰ νὰ συν-χωρέσει ὁ Ἀχώρητος.  
Ἡ τέχνη τοῦ φυσικοῦ θελήματος νὰ ἐξαχρειώνει τὸν θάνατο (ὄχι τὴ ζωὴ) σὲ κοίμηση εἶναι ἡ μόνη αὐτονομία.      



Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

αὐτονομία: μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἑτερονομίας

Τάκης Μάρθας
[…] Ἡ σχέση μὲ τὸ ὑπερβατικὸ δὲν ἐκφράζεται μὲ τοὺς ὅρους μιᾶς «ἑτερονομίας» τοῦ Kant, γιατὶ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει κανένα ἕτερο μέσα στὴ «θεονομία». Νὰ ἐξαρτᾶται κανεὶς ἀπὸ τὸ Θεό, σημαίνει νὰ λαβαίνη τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἐσωτερικότητάς του, νὰ συνειδητοποιῆ ὅτι μέσα του κατοικεῖ ὁ Λόγος: «Δὲ σᾶς ὀνομάζω πιὰ ὑπηρέτες, σᾶς ὀνομάζω φίλους».
Ἀντίθετα, κάθε αὐτονομία «περικλείνει» τὸν ἄνθρωπο ποὺ κλείνεται στὸν ἑαυτό του. Μέσα στὴν ἄσκηση, ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ὁρίζει ἀκριβῶς τὶς τρεῖς θελήσεις ποὺ ἀναπαρίστανται μέσα στὸν ἄνθρωπο: ἐκείνη τοῦ Θεοῦ, σωτήρια καὶ ἐνεργοῦσα ἐσωτερικὰ ποὺ εἶναι ἡ θεονομία στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συγκατατίθεται ἐλεύθερα μὲ τέλεια συνεργία, κάνοντάς τη δική του. Ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου πού, χωρὶς νὰ εἶναι πλασμένη ἁμαρτωλή, εἶναι ἄστατη καὶ προβληματική, καὶ ἐκφράζεται ὡς αὐτονομία· καὶ τέλος, ἡ δαιμονικὴ θέληση, ξένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ἡ ἑτερονομία.
Ἂν ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι παρὰ μιὰ καθαρὴ ὑποταγὴ στὴ θεία ἐνέργεια καὶ καταλήγει στὸ νὰ τὴν ἀναπαράγη, νὰ τὴν ἀντιγράφη, στὴν περίπτωση αὐτή, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐλευθερωμένος κατ’ εἰκόνα τῆς θείας ἐλευθερίας, δὲ σημαίνει πιὰ τίποτε. Λοιπόν, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, «ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε κατὰ τὴ θέλησή του ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ μποροῦσε νὰ κινηθῆ αὐτὸς ὁ ἴδιος», ἐξ ἰδίων. Πάνω ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῶν δούλων καὶ τῶν μισθοφόρων, τὸ Εὐαγγέλιο θέτει τὴν ἠθικὴ τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.
Τὸ χριστολογικὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ φύσεων τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζεται στὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ βουλήσεων καὶ ἀπαιτεῖ σὰ συμπέρασμά του, τὴν ἑνότητα τῶν δυὸ ἐλευθεριῶν. Πρέπει νὰ ἀποφύγη κανεὶς κάθε σύγχυση μεταξὺ τοῦ ψυχολογικοῦ ὅρου τῆς βούλησης καὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ὅρου τῆς ἐλευθερίας. […]


Πὼλ Εὐδοκίμωφ, Ἡ ἐλευθερία, περ. Χριστιανικὸν Συμπόσιον, ἐτήσια ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καὶ τέχνης, βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, ἀπόδοση Λουκίας Ἰ. Μεταξᾶ, 1970 

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ὑποβιβασμὸς στὴν ἐθνότητα

[…] Πρέπει νὰ ἔχουμε τὴ συνείδηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει μέσα Του ὁλόκληρο τὸν κόσμο· σ’ αὐτὸ ἔγκειται ἡ καθολικότητα τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «οὐ δέδεται», δὲν ἔχει ὅρια.
Ἄν, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος -«δι’ Οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»-, πῶς μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴ θεωρία μας μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἐθνικότητας, τοῦ τόπου, τῆς ἐποχῆς…;
Δὲ γνωρίζω Χριστὸ Ἕλληνα, Ρῶσο, Ἄγγλο, Ἄραβα… Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ μένα τὸ πᾶν, τὸ ὑπερκόσμιο Εἶναι.
Στὴ Γραφὴ ἀναφέρεται συχνὰ ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μόλις περιορίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μόλις τὸ κατεβάσουμε στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐθνοτήτων, χάνουμε τὸ πᾶν καὶ βυθιζόμαστε στὸ σκοτάδι. Τότε ἀνοίγει ὁ δρόμος πρὸς τὸ μίσος ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρὸς τὴν ἔχθρα μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. […]


Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περὶ πνεύματος καὶ ζωῆς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1995

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

τὸ ἀπελευθερωτικὸ ἦθος τῆς Βασιλείας

Θανάσης Τσίγκος
[…] Αὐτὸ ποὺ τελικὰ μᾶς προτείνει τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἐντολῶν τὶς ὁποῖες ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε· εἶναι ἕνας τρόπος ζωῆς ὁλότελα καὶ ἀνατρεπτικὰ νέος ποὺ προαναγγέλλει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἕνας καινούργιος τρόπος νὰ ζεῖ κανεὶς σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μιὰ διαφορετικὴ κλίμακα ἀξιῶν ποὺ κορυφώνεται στὴν ἀγάπη καὶ τὴν κένωση τοῦ ἐγώ. Σὲ αὐτὸν τὸν καινὸ βίο, ποὺ ἀναγγέλθηκε μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ «τυφλοὶ ξαναβλέπουν, καὶ [οἱ] κουφοὶ ἀκοῦν, [οἱ] νεκροὶ ἀνασταίνονται καὶ [οἱ] φτωχοὶ ἀκοῦνε τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα» (Μτ 11:5), γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν οἱ πιστοὶ παίρνουν στὰ σοβαρὰ τὴν πίστη τους, δὲν διστάζουν νὰ μοιραστοῦν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ τὴν ἰδιωτική τους περιουσία (Πρξ 4:32-35). Σὲ αὐτὴ τὴν προοπτική, τὰ σχετικὰ μὲ τὴν καταδίκη τῶν πλουσίων καὶ τῆς τοκογλυφίας ἢ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση γιὰ δανεισμὸ δίχως τὴν προσμονὴ ἐπιστροφῆς τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ χωρία, δὲν ἀποτελοῦν ἐξαίρεση ἀνάμεσα στὰ καινοδιαθηκικὰ κείμενα, ἀλλὰ ἀποτελοῦν κατ’ ἐξοχὴν χαρακτηριστικὰ τοῦ καινοῦ βίου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ καινοῦ ἤθους τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς κοινοκτημοσύνης. Στὴν προοπτικὴ ποὺ ἀνοίγει ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἡ ἀγάπη συνιστᾶ τὸ ὑπέρτατο κριτήριο, ἕνα κριτήριο πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ κάθε εἴδους θρησκευτική, τελετουργικὴ ἢ νομικὴ τυπολατρία, ὅπως μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει καὶ τὸ 25ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπου ἡ ὑπεράσπιση τῶν φτωχῶν, τῶν ξένων ἢ τῶν φυλακισμένων, μὲ μία φράση τῶν θυμάτων τῆς Ἱστορίας, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀληθινὴ πιστότητα τοῦ πιστοῦ στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, καθὼς στὸ πρόσωπο τῶν θυμάτων αὐτῶν εἰκονίζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἄλλος: «Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἀφοῦ τὰ κάνατε αὐτὰ γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄσημους ἀδελφούς μου, τὰ κάνατε γιὰ μένα» (Μτ 25:40). Συναντοῦμε ἐδῶ τὴ συνέχεια τῆς πλούσιας προφητικῆς καὶ ἐλεήμονος παράδοσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴ μέριμνα ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει γιὰ τὴν προστασία καὶ υπεράσπιση τῶν φτωχῶν, τῶν ξένων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, ὅπως καὶ τῶν θυμάτων κάθε εἴδους ἀδικίας. […]


Παντελὴς Καλαϊτζίδης, Εὐαγγελικὸ ἦθος καὶ πολιτικὲς χρέους στὴ μετα-χριστιανικὴ Εὐρώπη, μτφρ. Σοφία Κουνάβη, περ. Σύναξη, τ. 129, Ἰανουάριος-Μάρτιος 2014

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γιὰ τὴ «χριστιανικὴ» ἀδικία

[…] Ἂν οἱ δοῦλοι καθ’ ὑπόθεσιν κλέπτουν ἀπὸ τοὺς αὐθέντες των, τοῦτο ἔχει ὑπομονήν· διότι αὐτοὶ ἔχουσι κἄποιον φαινόμενον δίκαιον· ἐπειδὴ οἱ αὐθένται αὐτῶν καὶ μάλιστα ὅταν τύχουν φιλάργυροι δὲν τοὺς ἀναπαύουν οὐδὲ τοὺς εὐχαριστοῦν, ἀλλὰ καὶ πολλάκις τοὺς δέρνουν καὶ ἱμάτια ἀρκετὰ δὲν τοὺς κατασκευάζουν καὶ μὲ αὐτάρκειαν δὲν τοὺς τρέφουν. Μὰ ἐσεῖς οἱ τεχνῖται ποῖον δίκαιον ἔχετε νὰ κλέπτετε ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς ἢ τοὺς πλουσίους; […] Ὑπερβαίνουν ὅμως καὶ τοὺς καπήλους καὶ τοὺς πραγματευτὰς εἰς τὰς κλεψίας καὶ ἁρπαγὰς καὶ ἀδικίας οἱ πρωτομαΐστορες τῶν ρουφετίων καὶ ἐκεῖνοι ὅπου ἐξουσιάζουν τὰ χωράφια καὶ ἀμπέλια καὶ περιβόλια καὶ τὰ ἄλλα ὑποστατικὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄλλους καὶ τὰ δουλεύουν. Διότι οἱ μὲν πρωτομαΐστορες καθήμενοι ἀργοὶ καὶ μηδὲν δουλεύοντες ἀποκτοῦν καὶ κερδίζουν ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἱδρῶτας τῶν μαθητῶν καὶ συντρόφων τους· ἐκεῖνοι δὲ οἱ πτωχοὶ καὶ ταλαίπωροι ὅπου δουλεύουν, μένουν ὑστερημένοι· οἱ δὲ οἰκοκυροὶ πάλιν ὅπου ἔχουν τὰ ὑποστατικὰ κατατρώγουν καθημερινῶς τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς ὅπου δουλεύουν τὰ χωράφια καὶ ἀμπέλια των, τοὺς ἀγγαρεύουν ἀπανθρώπως μὲ ἀγγαρείας παντοτεινὰς καὶ ἀνυποφόρους· μεταχειρίζονται τὰ σώματά των ὡσὰν ἄλογα ζῶα μᾶλλον εἰπεῖν, ὡσὰν ἀναισθήτους πέτρας· τοὺς ἔχουν ὡσὰν ἀγορασμένους δούλους καὶ σκλάβους καὶ φέρονται πρὸς αὐτοὺς μὲ περισσοτέραν σκληρότητα παρὰ ὅπου ἐφέρετο ὁ Φαραὼ πρὸς τοὺς σκλαβωμένους Ἑβραίους εἰς τὴν Αἴγυπτον. […] οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι ἢ οἰκοκυροὶ τῶν ὑποστατικῶν, ὅπου δὲν ἀφήνουν τοὺς ξένους καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας καὶ τοὺς ἄλλους πτωχοὺς νὰ μαζώξουν ἀπὸ τὰ στάχυα τῶν θερισμένων χωραφίων τους ἢ ἀπὸ τὰ σταφύλια ὅπου μένουν ἀπὸ τὰ τρυγημένα ἀμπέλια των ἢ ἀπὸ τὰς ἐλαίας καὶ τοὺς ἄλλους καρποὺς καὶ πωρικὰ τῶν μαζωμένων δένδρων τους, καὶ αὐτοὶ παρομοίως φονεῖς γίνονται καὶ αἵματα χύνουσι· διότι ὑστεροῦν τὴν τροφὴν τῶν ξένων καὶ ὀρφανῶν καὶ χηρῶν καὶ πτωχῶν […]


Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Χρηστοήθεια τῶν χριστιανῶν, Λόγος Η´, Διαλαμβάνων ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τεχνῖται πρέπει κατὰ Θεὸν καὶ χωρὶς καμμίαν κακίαν νὰ δουλεύουν τὰς τέχνας των, ἐκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1999  

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Σάρκωση καὶ ἰμπεριαλισμὸς

[…] Ὁ κλασικὸς ἰμπεριαλισμὸς εἶναι τόσο κραυγαλέος καὶ τόσο ὠμός, ποὺ ἡ ρηματικὴ καταδίκη του δὲν εἶναι δύσκολη ὑπόθεση, ίδίως ἀπὸ ὅσους ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὸν χορό, τοπικὰ καὶ χρονικά. Ἀκριβῶς, ὅμως, αὐτὴ ἡ εὐκολία δὲν πρέπει νὰ λειτουργήσει σὰν εὐσεβὲς λεξοτανὶλ ποὺ θὰ μᾶς χαρίζει ἕναν προμελετημένο ὕπνο τοῦ δικαίου. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, δὲν εἰσβάλλεις μὲν σὲ μιὰ χώρα μὲ τὰ ἐθνικὰ στρατεύματά σου, ἀλλὰ στηρίζεις ἰδεολογικά, οἰκονομικά, κ.λ.π. ἐπ’ ἀμοιβαιότητι τοὺς ἀποικιοκράτες καὶ τοὺς ἀχυρανθρώπους τους, πόσο μπορεῖς νὰ νίπτεις τὰς χεῖρας σου στὸ νερὸ τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος σου; Δὲν ἀσκεῖς, ἄραγε, ἰμπεριαλισμὸ νέου τύπου ὅταν δὲν μπορεῖς νὰ φανταστεῖς τὴν ἐκκλησία ἔξω ἀπὸ τὸν πολιτισμικό σου ὀρίζοντα καὶ ὅταν, συνακόλουθα, κατανοεῖς καὶ ἐνεργεῖς τὴν ἱεραποστολὴ ὡς ἐξαγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ σου πολιτισμοῦ, ὅταν θέλεις νὰ μετατρέψεις τοὺς Ἀφρικανοὺς σὲ Ἕλληνες ἐπὶ παντὸς ἐπιπέδου (ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς, τρόπου ψαλμώδησης, δόμησης τῆς λειτουργίας, ἱερατικῶν ἀμφίων καὶ -τὸ σποιυδαιότερο- τρόπου θεολόγησης) καὶ ὅταν μαζὶ μὲ τὰ εἰκονάκια καὶ τὶς καραμέλλες τοὺς μοιράζεις ἑλληνικὲς σημαῖες καὶ συνδέεις τὴν ὀρθοδοξία τους μὲ τὴν 28η Ὀκτωβρίου; Ἂς μποῦμε τουλάχιστον στὸν κόπο νὰ διερωτηθοῦμε μήπως γινόμαστε μικροϊμπεριαλιστὲς καὶ νεοαποικιοκράτες μέσῳ ἄλλων, ἐκσυγχρονισμένων καὶ εἰρηνόμορφων ὁδῶν. Δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Κομπανίας, ζοῦμε ὅμως στὴν ἐποχὴ τοῦ Μάρκετινγκ!
[…] Ὅταν ἡ Ἐκκλησία μίλησε γιὰ τὴ σάρκωση, τὴν ἀπερινόητη ἔλευση τοῦ Υἱοῦ, μίλησε γιὰ κένωση καὶ γιὰ ξενιτεία του.
Κένωση εἶναι νὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ κενώσω τὴ λευκότητά μου, τὴν εὐρωπαϊκότητά μου καὶ τὸν ἐθνικισμό μου καὶ νὰ γίνω, λόγου χάρη, ἀφρικανὸς στὴν Ἀφρική, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ πραγματικὰ τοπικὴ ἐκκλησία, κι ὄχι ὑποκατάστημα κάποιου ἐθνικοῦ ἢ πολιτισμικοῦ κέντρου. […]
Ξενιτεία εἶναι κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ταξίδια ἑνὸς μάνατζερ. Εἶναι νὰ δεχτῶ νὰ γίνω ξένος σ’ ἕναν ξένο τόπο, κι ἔτσι νὰ ζήσω στὸ πετσί μου τὴν ἀποξένωση καὶ τὴ διαίρεση τῆς ἀνθρωπότητας, κρατώντας ὅμως ταυτόχρονα τὴν πίστη ὅτι ὅλη ἡ οἰκουμένη εἶναι πατρίδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ «τοῦ Κυρίου εἶν’ ἡ γῆ καὶ ὅτι τὴ γεμίζει· ἡ οἰκουμένη κι ὅσοι μένουνε σ’ αὐτὴν» (Ψαλμ. 24 [23]:1). […]


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ἡ Ἐκκλησία γίνεται ὅταν ἀνοίγεται, ἡ ἱεραποστολὴ ὡς ἐλπίδα καὶ ὡς ἐφιάλτης, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2008, σ. 290-291·297-299    

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ἐλευθεροκεντρικῶς

Φώτης Βάρθης
[…] ὁ βυζαντινὸς πολιτισμὸς διατηρεῖ τὸ ἐλευθεροκεντρικὸ πρόταγμα: Πιστεύει στὴν ἀτομικὴ αὐτεξουσιότητα καὶ διατηρεῖ τὸ σύστημα τῶν Κοινῶν, τὸ ὁποῖο τὴν ἐνσαρκώνει στὸ κοινωνικὸ καὶ στὸ πολιτικὸ πεδίο. Εἶναι δηλαδὴ ἑλληνικὸς πολιτισμός.
Τὸ ἐπιχείρημά μας γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ στηρίζεται ἔτσι στὴν ἀποκλειστικὴ ταύτιση τῆς ἑλληνικότητας μὲ τὸ ἐλευθεροκεντρικὸ πρόταγμα καὶ στὴν ἀντίστοιχη ἀποκλειστικὴ διαφοροποίησή της ἀπὸ τὸ δεσποτισμὸ (τὸν ἀνατολικὸ καὶ τὸν δυτικὸ-φεουδαρχικό). Στὴ βάση αὐτή, ἀναιρεῖται πλήρως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ χριστιανικότητα τοῦ Βυζαντίου ἀποκλείει τὴν ἑλληνικότητά του. Ὁ ἑλληνικὸς-ἐλευθεροκεντρικὸς χαρακτήρας τοῦ Βυζαντίου δὲν αἴρεται ἀπὸ τὴ λειτουργία τῶν προσωποκεντρικῶν ἑλκυστῶν, ποὺ τοῦ ἔχει ἐμφυτεύσει ὁ χριστιανισμός. Ἀπεναντίας: ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία, ἡ τροφοδοτούμενη ἀπὸ τὴν ἕλξη τοῦ χριστιανικοῦ προτύπου, ἑδραιώνει τὸ αὐτεξουσιαστικὸ κεκτημένο, ἐξασφαλίζοντας ἔτσι τὴ διατήρηση τῆς ἑλληνικότητας καὶ ἐπιπλέον τὴν ἀνάπτυξη τῆς οἰκουμενικῆς ἐλευθεροκεντρικῆς της δυναμικῆς καὶ ἄρα λειτουργικότητας.
Βεβαίως θὰ μπορούσαμε νὰ προσφύγουμε στὴν εὔκολη λύση: τὴν ἀπόδειξη τῆς ἑλληνικότητας τοῦ Βυζαντίου μὲ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ἑλληνοφωνία του. Ὅπως, κατὰ κανόνα, συνηθίζει ἡ ἑλληνοκεντρικὴ διανόηση. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μέγα λάθος, διότι ἡ ἐθνικότητα δὲν ὁρίζεται ἀπὸ τὴ γλώσσα. Ἡ ἀναγωγὴ τῆς ἑλληνικότητας στὴν ἑλληνοφωνία εἶναι ὄχι μόνο ἐννοιολογικὸ σφάλμα, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετη στὰ ἱστορικὰ δεδομένα. Ἡ ἑλληνικὴ ἡγεμονία στὸ Βυζαντινὸ ἱστορικὸ σχῆμα ἀποδεικνύεται μόνο ἀπὸ τὸν ἐλευθεροκεντρικὸ χαρακτήρα τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ.  


Θεόδωρος Ἰ. Ζιάκας, Ὁ σύγχρονος μηδενισμός, μικρὴ ἀφήγηση γιὰ τὴ μοίρα τῆς ἐλευθερίας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2008 

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

ἡ καθυπόταξη στὴν ἀντικειμενικότητα

Joseph Wright
[…] ὁ Φραγκίσκος Βάκων εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ὑπόθεσης, ἐπειδὴ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔθεσε τὶς κατευθυντήριες γραμμές, ἠθικές, αἰσθητικὲς καὶ ψυχολογικὲς τῆς «νέας φιλοσοφίας». Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Βάκων κατέληξε στὸ συμπέρασμα πὼς τὸ Novum Organum του θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται «ὄχι μόνο στὶς φυσικὲς ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἄλλη ἐπιστήμη» (συμπεριλαμβάνοντας τὴν Ἠθικὴ καὶ τὴν Πολιτικὴ) καὶ πὼς πρόκειται νὰ «ἀγκαλιάσει τὰ πάντα», ἄνοιγε τὸν δρόμο στὴν περιεκτικὴ καθυπόταξη τοῦ πολιτισμοῦ μας στὴν ἐπιστήμη καὶ στὸ ἀστικό, βιομηχανικὸ σύστημα, ποὺ εἶναι τὸ πνευματικό της τέκνο.
Στὸ πρόγραμμα τοῦ Βάκωνα ὑπάρχει ἡ συνταγὴ γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐπιστημονικοποίηση τοῦ κόσμου μας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς ἐργαστηριακὲς πρακτικές, ποὺ συχνὰ ξεπερνοῦν σὲ σκληρότητα κάθε περιγραφή, καὶ φτάνοντας μέχρι αὐτές, τὶς ἐξίσου πρόστυχες, τοῦ σύγχρονου ἀστυνομικοῦ κράτους. Ἀλλὰ ἂν ὁ Βάκων εἶναι ἡ κυρίαρχη μεγαλοφυΐα, ὁ «πολυεπιστήμων» αὐτῆς τῆς καθυπόταξης, ἄλλοι ἦταν αὐτοὶ -ὁ Γαλιλαῖος, ὁ Καρτέσιος καὶ ὁ Νεύτωνας- ποὺ τελειοποίησαν αὐτὸ τὸ μηχανιστικὸ ὅραμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο κτίστηκε ὁ σύγχρονος κόσμος μας. Αὐτοὶ σημάδεψαν τὴν ἔλευση ἑνὸς νέου ἐννοιολογικοῦ σύμπαντος· αὐτοὶ διαμόρφωσαν τὴν καθαρὰ ποσοτικὴ στάση ἀπέναντι στὴ φύση, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἐμφανίζεται στὴν καινούργια προσέγγιση τῆς οὐράνιας μηχανικῆς ἀπὸ τὸν Γαλιλαῖο, καὶ ἐξέθρεψαν τὴν αὐταπάτη πὼς ἡ γνώση τοῦ κόσμου μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ τὴν ἐφαρμογὴ μαθηματικῶν τεχνικῶν· πραγματικὰ ὁτιδήποτε δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ μέσα ἀπὸ τὸ δίκτυο τῶν ἀριθμῶν εἶναι μὴ ἐπιστήμη, μὴ γνώση, στὸ τέλος δὲ καὶ μὴ ὕπαρξη.
[…] Ὁ καρτεσιανὸς κόσμος δὲν εἶναι παρὰ ἕνας αὐστηρὰ ὁμοιόμορφος μαθηματικὸς κόσμος, ἕνας κόσμος γεωμετρίας στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἐπέκταση καὶ κίνηση· κι ἂν ὁ Θεὸς εἶχε κάποιους λόγους νὰ τὸν δημιουργήσει, αὐτοὶ εἶναι γνωστοὶ μόνο σ’ Αὐτὸν τὸν ἴδιο καὶ δὲν ἔχουμε οὔτε μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρὴ ἰδέα οὔτε γι’ αὐτούς, οὔτε καὶ γιὰ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀπὸ τὶς θεῖες ἢ τελολογικὲς πραγματικότητες, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο πὼς σύμφωνα μὲ τὸν Καρτέσιο δὲν διαθέτουμε καμιὰ ἱκανότητα μὲ τὴν ὁποία νὰ μποροῦμε νὰ τὶς συλλάβουμε.
Αὐτὸ φυσικὰ σήμαινε τὴν ἔξωση ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ σκέψη ὅλων τῶν ἐκτιμήσεων ποὺ βασίζονται στὴν ἀξία, στὴν τελειότητα, στὴν ἁρμονία, στὸ νόημα, στὴν ὀμορφιά, στὸ σκοπό, καθῶς παρόμοιες ἰδέες θεωροῦνται τώρα ὡς ὑποκειμενικὲς καὶ συνεπῶς ἄσχετες πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴ κατανόηση τοῦ πραγματικοῦ «ἀντικειμενικοῦ» κόσμου – τοῦ κόσμου τῶν ποσοτήτων καὶ τῆς ἀντικειμενικῆς γεωμετρίας καὶ μιᾶς φύσης ποὺ εἶναι ἀπρόσωπη καὶ καθαρὰ πρακτική. […]


 Philip Sherrard, Ὁ βιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς φύσης, διερεύνηση τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης, μτφρ. Ἰωσὴφ Ροηλίδης, ἐκδ. Δόμος 1994

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

τὰ ζόμπι τῆς ἐξουσίας

Τάκης Μάρθας
[…] ἡ κυριαρχικότητα τῶν ἀλαζόνων, δηλαδὴ τῶν ἐξουσιομανῶν, κατασκευάζει ἐφιαλτικοὺς κόσμους, ὅπως τοὺς περιγράφουν, λόγου χάρη, ὁ F. Kafka, ὁ  A. Huxley καὶ ὁ G. Orwell. Πολλὲς φορὲς ἡ πολιτικὴ τῆς δύναμης, τυφλὴ καὶ παράφορη, γιὰ μεγάλα ἀλλὰ φτηνὰ συμφέροντα σωριάζει ἐρειπιῶνες, ὅπως οἱ γίγαντες τῆς μυθολογίας ὄρη ἐπὶ ὀρέων. Στὶς μέρες μας, μὲ τὴ βοήθεια τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς πολύπλοκης ὀργάνωσης διωκτικῶν καὶ πολεμικῶν συστημάτων, τὸ κακὸ γίνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο ἀόρατο, καὶ ἑπομένως δριμύτερα σατανικό. Ὅσο πιὸ ἀόρατο γίνεται τὸ κακό, τόσο ὀξύνεται περισσότερο ἢ καλύτερα γίνεται σατανικὸ στὸ ἔπακρο. Ἡ ὑβριστικὴ ἢ ἡ ἀλαζονικὴ αὐτὴ συμπεριφορὰ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ πάθος τῆς κατοχῆς καὶ τῆς πλεονεξίας. Ἡ πλεονεξία, ὡς πάθος διαβρωτικό, ἐνίοτε ἐκτρέπει ἀκόμη καὶ γενναία φρονήματα· ξεπερνάει κανεὶς πιέσεις, πόνους καὶ ταλαιπωρίες, ἐνῶ εὔκολα δελεάζεται σὲ πειρασμούς. Γι’ αὐτὸ τὸ πάθος τῆς ἐξουσίας εἶναι τὸ πιὸ ἀβυσσαλέο καὶ τὸ πιὸ καφτερό· τρέφει ἢ καλύτερα ὑπερτρέφει τὸν ἀλαζόνα καὶ πλεονέκτη. Ἡ ἐξουσία, ἢ ἡ κατεξουσίαση, δίνει ἄνετη δυνατότητα γιὰ νὰ σβήσει κανεὶς -ἢ νὰ ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι σβήνει- τὴ δίψα γιὰ ἀναγνώριση καὶ κατοχή. Πρόκειται γιὰ τὸ πάθος τῆς διακονίας ποὺ διαστρέφεται. Ἔτσι ἡ περιώνυμη προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ κάνει λόγο γιὰ κατεξουσίαση καὶ διακονία. (Ματθ. 20, 25 · Μάρκ. 10, 42) […] Πάντως ὁ διάκονος παραιτεῖται ἀπὸ κάθε τάση κατεξουσίασης, ἀκόμη κι ὅταν κατέχει ἐξουσία – τοῦτο τὸ τελευταῖο συντελεῖται μόνο μέσω θαύματος!
Ἀλλὰ γιὰ τὸ θαῦμα ὀφείλει κανεὶς νὰ παρατηρήσει τὸ ἑξῆς ἄκρως ἀξιοσημείωτο. Ὁ Χριστὸς ἀρνοῦνταν τὸ θαῦμα σὲ κάθε περίπτωση ποὺ τοῦ ζητοῦσαν θαυματουργία γιὰ νὰ πιστεύσουν. Στὴν προκειμένη περίπτωση συγκλονιστικὴ καὶ βιωμένη εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι ἡ πίστη κάνει τὸ θαῦμα, καὶ τὸ θαῦμα δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη – τελείως διαφορετικὴ ἡ ἀλήθεια ὅτι τὸ θαῦμα φανερώνει τὴ θεία δόξα. Πρέπει, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ τονιστεῖ μὲ ἔμφαση ὅτι τὸ θαῦμα ποὺ κατ’ ἀνάγκη ὁδηγεῖ ἢ ἁπλῶς στοχεύει νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη εἶναι θαῦμα ἐξουσιαστικό· ἐπιζητεῖ ὁ θαυματοποιὸς τὴν ἐξουσιαστικὴ ἐπιβολή. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση θὰ πρόκειται γιὰ voundou ἢ γιὰ ζόμπι. Καὶ ἐν πάσει περιπτώσει ἕνα τέτοιο θαῦμα εὐνοεῖ πλείστους ὅσους θεραπευτὲς τῆς Α ἢ τῆς Β ἐξουσίας. […]


Νίκου Ἀ. Ματσούκα, Ὁ Σατανᾶς, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

τὸ τέρας

Γουίλιαμ Μπλέηκ, Τὸ φάντασμα τῶν ψύλλων
[…] ἂν τουλάχιστον βλέπουμε τὴν κρίση ὡς κρίση ἑνὸς ὁλόκληρου πολιτισμοῦ, ἡ δεσπόζουσα παράμετρος εἶναι ἀνθρωπολογική. Οἱ κοινωνικές, θρησκευτικές, τεχνολογικὲς κ.ἄ. συνθῆκες ποὺ συνέρρευσαν ἐκεῖ, γύρω στὸν 16ο-17ο αἰώνα, δημιούργησαν ἕναν κτητικὸ καὶ ὑπολογιστικὸ ἀνθρωπολογικὸ τύπο ποὺ ἔχει μεταθέσει τὴν ἄμεση ἐπιδίωξη τῆς ἀπόλαυσης, τῆς χαρᾶς, τῆς αὐθόρμητης συντροφικότητας στὴ νοσηρὴ ἐπιδίωξη τοῦ κέρδους, (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι στὴν ὑπηρεσία μιᾶς ἀκόμη πιὸ νοσηρῆς ἐπιδίωξης τῆς κυριαρχίας, πάνω στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στὴ φύση). Γεννήθηκε κυριολεκτικὰ ἕνα τέρας ποὺ ἀναπαράγεται ἀπεριόριστα γύρω μας καὶ μέσα μας, καὶ ἔχει ἀποκρυσταλλωθεῖ στὴν ἀντικειμενικὴ δομὴ τοῦ συστήματος παραγωγῆς, αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε καπιταλισμό, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του συνυποθέτει αὐταρχικὲς πολιτικὲς μορφὲς διαχείρισης ποὺ ἀναπαράγουν καὶ διευρύνουν συνεχῶς τὴν ἑτερονομία, τὴν καθυπόταξη τῶν ἀνθρώπων ἐν πρώτοις στοὺς διαχειριστὲς τῆς παραγωγικῆς μηχανῆς, ποὺ εἶναι μὲ τὴ σειρά τους ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι ὑποταγμένοι στὴν αὐτόνομη κίνηση τῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πλέον κανέναν ἀνθρώπινο σκοπό: μοναδικὸς σκοπὸς τοῦ καπιταλισμοῦ εἶναι ἡ αὐτοαξιοποίηση καὶ ἡ συνεχὴς ἐπέκταση τοῦ κεφαλαίου – μὲ οἱοδήποτε ἀνθρώπινο καὶ περιβαλλοντολογικὸ τίμημα. […]



Φώτης Τερζάκης, Ὁ ἀναρχισμὸς στὸν κομμουνισμό, Ἐμμένοντας στὴν ἐπαναστατικὴ ἀνάγκη, ἐκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2014

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ἡ ἀθεϊστικὴ ὑπεράσπιση τοῦ Θεοῦ

σκηνὴ ἀπὸ τὴ Νοσταλγία τοῦ Ἀντρέι Ταρκόφσκι
[…] Ὁ Θεὸς ποὺ νοεῖται ἀναγωγικὰ μὲ ἀφετηρία τὶς ἀξίες τῆς ἀνθρώπινης ἠθικῆς ἐμπειρίας εἶναι τὸ ἴδιο νεκρός, ὅσο καὶ ὁ Θεὸς τῆς κλασικῆς μεταφυσικῆς ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς αἰτιοκρατίας. «Τὸ ἔσχατο χτύπημα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐναντίον τοῦ ὑπεραισθητοῦ κόσμου, γράφει ὁ Χάιντεγγερ, ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεός, ἡ πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης, ὑψώθηκε σὲ ἀνώτατη ἀξία. Τὸ σκληρότερο χτύπημα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι νὰ τὸν θεωρήσουμε ἀπρόσιτον στὴ γνώση, νὰ ἀποδείξουμε τὴν ὕπαρξή του ἀναπόδεικτη, ἀλλὰ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ θεωρούμενος ὡς ὑπαρκτὸς Θεὸς ὑψώθηκε σὲ ὕψιστη ἀξία. Καὶ αὐτὸ τὸ χτύπημα δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἐκτός, αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς θεολόγους των». […]
Τὸ κήρυγμα τοῦ Νίτσε ἐπισημαίνει ἔμμεσα ἀλλὰ σαφέστατα τὴ θεμελιώδη «αἵρεση» -ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ ἀφετηριακὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας- ποὺ ἀποτέλεσε τὸν ἱστορικὸ πειρασμὸ τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης: Τὴν ἐκζήτηση λογικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐπιβολῆς, τελικὰ τὴ «θρησκειοποίηση» τῆς Ἐκκλησίας – τὴ μετατροπή της σὲ θρησκεία ποὺ προσφέρει συναισθηματικὲς καὶ νοητικὲς κατοχυρώσεις στὸν ἀτομικὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ συντηρεῖ τὶς ἠθικο-πρακτικὲς σκοπιμότητες τοῦ κοινωνικοῦ βίου. […]
«Σὲ αὐτὸν τὸν Θεὸ (τῆς νοησιαρχίας καὶ τοῦ ὠφελιμισμοῦ) ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ προσευχηθεῖ οὔτε νὰ προσφέρει θυσία. Ἐνώπιον τῆς αὐτοαιτίας ὁ ἄνθρωπος δὲν πέφτει στὰ γόνατα ἀπὸ δέος, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑμνήσει καὶ νὰ λατρέψει αὐτὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀθεϊστικὴ σκέψη ποὺ ἀρνεῖται τὸν Θεὸ τῆς φιλοσοφίας, τὸν Θεὸ ὡς αὐτοαιτία, εἶναι ἴσως πιὸ μοντὰ στὸν θεϊκὸ Θεὸ (ist dem göttlichen Gott vielleicht näher)».
Μὲ τὴ διατύπωση αὐτὴ ὁ Χάιντεγγερ ἔρχεται νὰ ἀναγνωρίσει καὶ στὸ κήρυγμα τοῦ Νίτσε μιὰ θεϊκότερη ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεὸ -θεϊκότερη σὲ σχέση μὲ τὰ νοητὰ εἴδωλα τῆς θεϊστικῆς μεταφυσικῆς. Καὶ νὰ διαπιστώσει μιὰ πιθανὴ διαφύλαξη τῆς θεϊκότητας τοῦ Θεοῦ στὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ μηδενισμοῦ. […]


Χρήστου Γιανναρᾶ, Χάιντεγγερ καὶ Ἀρεοπαγίτης, ἐκδ. Δόμος, 2Ἀθήνα 1988

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

καθολικὴ καὶ ἀρχέγονη κοινότητα

Φώτης Βάρθης
[…] ὅταν ὡς Μεμονωμένοι βυθιστοῦμε βαθιὰ στὸν ἑαυτό μας, τότε τελικὰ θὰ βροῦμε στὸν ἐσώτερο πυρήνα τῆς κρυμμένης οὐσίας μας τὴν πιὸ ἀρχέγονη καὶ πιὸ καθολικὴ κοινότητα: τὴν κοινότητα μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ μὲ τὸ σύμπαν. Ὅποιος ἔχει ἀνακαλύψει αὐτὴ τὴν εὐτυχῆ κοινότητα στὸν ἑαυτό του ἔχει πλουτίσει καὶ εὐτυχήσει γιὰ πάντα κι ἔχει ὁριστικὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπ’ τὶς κοινὲς συμβατικὲς κοινότητες τοῦ σύγχρονου κόσμου. […]
Ὁ δρόμος ποὺ πρέπει νὰ πάρουμε γιὰ νὰ ἔρθουμε σὲ κοινότητα μὲ τὸν κόσμο δὲν ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἔξω ἀλλὰ πρὸς τὰ μέσα. Πρέπει ἐπιτέλους ν’ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἐμεῖς δὲν παρατηροῦμε ἁπλὰ καὶ μόνο τὰ κομμάτια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὅτι εἴμαστε καὶ οἱ ἴδιοι ἕνα κομμάτι τοῦ κόσμου. Ὅποιος θὰ μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἐντελῶς τὸ λουλούδι, θὰ κατανοοῦσε τὸν κόσμο. Μόνο ὅταν ἐπιστρέψουμε πλήρως στὸν ἑαυτό μας θὰ βροῦμε τὸ σύμπαν αὐτούσιο. […]
Ἡ ὑπόδειξη, τὴν ὁποία συνεχῶς συναντᾶμε, εἶναι ὅτι κάποιος μπορεῖ νὰ γίνει Θεός, ὅτι κάποιος, ἀντὶ νὰ γνωρίσει τὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ γίνει ἢ νὰ εἶναι κόσμος ὁ ἴδιος. Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ βαθιὰ ἑρμηνεία τῆς χριστιανικῆς παράδοσης· καὶ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ βαθιὰ σημασία αὐτοῦ ποὺ δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ὁ Meister Eckhart βάζει τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ταυτόχρονα ἄνθρωπος, νὰ μᾶς λέει: «Ἐγὼ ὑπῆρξα γιὰ σᾶς ἄνθρωπος· ἐσεῖς, ἂν δὲν εἶστε γιὰ μένα Θεοί, μὲ ἀδικεῖτε.» Ἂς κοιτάξουμε λοιπόν, πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὸν κόσμο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. […]


Γκούσταβ Λαντάουερ, Τὸ μήνυμα τοῦ Τιτανικοῦ, ἐπιλεγμένα δοκίμια, μτφρ. Γιάννης Καραπαπᾶς, ἐκδ. Τροπή, Ἀγρίνιο 2000

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ἡ θρησκεία ὡς κατανάλωση



Δημήτρης Κούκος
[…] ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ «καταναλωτὴς» δὲν γεννήθηκε στὸν εἰκοστὸ αἰῶνα. Πρῶτος καταναλωτὴς ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Ἀδάμ. Δὲν πλησίασε τὸν κόσμο ὡς ἱερέας, ἀλλὰ ὡς καταναλωτής: προτίμησε «νὰ φάει» ἀπὸ αὐτόν, νὰ τὸν χρησιμοποιήσει καὶ νὰ τὸν κυριέψει γιὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Προτίμησε νὰ μὴν προσφέρει, νὰ μὴ θυσιάσει, νὰ μὴν τὸν ἔχει γιὰ Θεὸ καὶ «ἐν τῷ Θεῷ». Καὶ ὁ πιὸ τραγικὸς καρπὸς αὐτῆς τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας εἶναι ὅτι μετέβαλε ὁ ἄνθρωπος τὴν ἴδια τὴ θρησκεία σὲ «καταναλωτικὸ ἀγαθὸ» προορισμένο νὰ ἱκανοποιήσει τὶς «θρησκευτικὲς ἀνάγκες», νὰ βοηθήσει ὡς σωσίβιο καὶ θεραπεία, νὰ τὸν ἐφοδιάσει μὲ φτηνὴ αὐτοδικαίωση καὶ φτηνὲς ἐγωκεντρικὲς καὶ αὐτο-ἐξυπηρετικὲς «πνευματικότητες»· καὶ ὁ πλέον αὐταπόδεικτος ἐφοδιαστὴς ὅλων αὐτῶν ἔγινε ὁ ἱερέας, ποὺ οἱ εἰδικὲς καὶ ἱερές του δυνάμεις ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐγγυῶνται τὴ χρησιμότητα τῆς θρησκείας σὲ μιὰ κοινωνία καὶ σ’ ἕναν πολιτισμό, ποὺ δὲν ἔχουν τὸ παραμικρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ θεϊκὴ κλήση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλης τῆς κτίσης.
Δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ οὔτε ἦταν οὔτε εἶναι ἡ πραγματικὴ χριστιανικὴ κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἱερωσύνης. […]


π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, μτφρ. Ἰωσὴφ Ροηλίδης, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1984

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

ἡ ἁμαρτία τῆς ἰδιοκτησίας

Nicola Sarić (Μτθ. 19, 16-30)

[…] Ἡ κλίσις πρὸς ἰδιοκτησίαν ἐγεννήθη ἐκ τῶν ἔνδον, ἐκ τῆς ὀντολογικῆς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἀλλοιώσεως. Αὕτη ἡ κλίσις εἶναι φυσικὴ συνέπεια τοῦ αἰσθήματος τῆς αὐτεπιγνώσεως τοῦ πεπερασμένου τῆς ὑπάρξεως, τῆς ἀνασφαλείας καὶ τῆς ἀγωνίας τοῦ θανάτου, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ ἁμαρτία. Σχηματικῶς ἡ ροπὴ πρὸς ἰδιοκτησίαν δύναται νὰ περιγραφῇ ὡς ἑξῆς: Πτῶσις - ὀντολογικὴ ἀλλοίωσις – φόβος θανάτου – αἴσθημα αὐτοσυντηρήσεως – δίψα ἰδιοκτησίας. Τοιουτοτρόπως διὰ τῆς οἰκειοποιήσεως τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἠθέλησεν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βεβαίωσιν τοιῦ ἑαυτοῦ του, τὴν ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ διατήρησίν του καὶ τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ εγὼ αὐτάρκειαν. Μακρὰν τοῦ Θεοῦ ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ βεβαιώσῃ τὴν ὕπαρξίν του, ἀλλ’ ὡδηγήθη εἰς τὸ μηδέν, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει ἡ ὑπαρκτικὴ ἔκπτωσις εἰς τὴν φυσικὴν ἀτομικότητα. […]
Ὅσον περισσότερον φέρεται ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, τόσον περισσότερον ἐπιθυμεῖ τὴν διὰ τὸ ἴδιον ἐγὼ κτῆσιν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὴν διὰ τῆς ἰδιοποιήσεως τῶν ἐπιγείων πλήρωσιν τῆς προσωπικῆς ὑπάρξεώς του.


Ἀρχιμ. Νεκταρίου Χατζημιχάλη, Αἱ περὶ ἰδιοκτησίας ἀπόψεις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, ἔκδ. Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1972

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

«θρησκευτικότητα εἶναι ὅλη ἡ ζωὴ»


Νίκος Νικολάου - Χατζημιχαὴλ

Μιὰ θεμελιώδης μορφὴ (τοῦ παραλόγου) εἶναι ἡ ἀντιμεταφυσικὴ τάση τῆς σύγχρονης ζωῆς μὲ βάση τὴν τεχνο-επιστημονικὴ ἀνάπτυξη, ποὺ ὅμως, ἀντὶ νὰ πλουτίζει τὴν ἐσωτερικότητα τοῦ ἀνθρώπου, τὴ φτωχαίνει ἀπελπιστικὰ καὶ μεγαλώνει τὴν πολεμική μας ἀπέναντι στὸν θάνατο. (1966)

[…] ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἤθελα εἶναι νὰ ξεπεράσω τὸν θάνατο. Ἀλλὰ ὁ θάνατος δὲν ξεπερνιέται. Ἐκεῖνο ποὺ ξεπερνᾶ τὸν θάνατο εἶναι ἡ ἁγιότητα. Τότε μονάχα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ βρεθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Μὲ τὰ ποιήματα δὲν κατανικιέται. Εἶναι σὰν νὰ πυροβολεῖς τὴ θάλασσα. Βράσ’ τα. (1979)

[…] Ἡ ἀλήθεια πάντως εἶναι ὅτι μᾶς κουβαλάει ὅλους ἕνας θεός. Τὶ εἶναι ὁ θεός; Εἶναι τὸ ἀγαπητικὸ στοιχεῖο, ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία. Τὸ ἴδιο τὸ σύμπαν ἔχει ἀγαπητικὲς σχέσεις. Ἡ παγκόσμια ἕλξη, οἱ τροχιὲς τῶν ἄστρων δὲν εἶναι ἀγαπητικὰ ἐνεργήματα; Τὸ πᾶν εἶναι ἀγαπητικό. Μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὅμως ἔχει στραβώσει ἡ δουλειὰ καὶ τώρα πρέπει νὰ τὴν ξεστραβώσουμε. Θὰ μοῦ πεῖς, γιατὶ στράβωσε ἡ δουλειά; Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ἕνα σημεῖο τῆς προϊστορίας καὶ πέρα εἶχε τὴν τάση νὰ εἶναι ἰδιοκτήτης. Ἔτσι περάσαμε στὴν ἐκμεταλλευτικὴ νοοτροπία, τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀνατρέψουμε. (1986)


 Συνεντεύξεις τοῦ Νίκου Καρούζου, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 2002

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

ἡ Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ τὸν πλοῦτο II


[…] Σὰν τὶ λογῆς ἡ εἰρήνη τῆς ὕαινας μὲ τὸ σκύλο; Καὶ τὶ λογῆς ἡ εἰρήνη τοῦ πλούσιου μὲ τὸν φτωχό; Οἱ ὄναγροι στὴν ἔρημο, εἶναι τὸ θήραμα τῶν λιονταριῶν· τὸ ἴδιο κι οἱ φτωχοί, εἶναι ἡ λεία τῶν πλουσίων. Εἶναι ἀποκρουστικὸ γιὰ τὸν περήφανο καθετὶ παρακατιανό· τὸ ἴδιο ἀποκρουστικὸς κι ὁ φτωχὸς εἶναι γιὰ τὸν πλούσιο. Ὁ πλούσιος ὅταν κλονίζεται, βρίσκει ὑποστήριξη ἀπὸ τοὺς φίλους του· μὰ ὅταν πέσει ὁ ταπεινός, οἱ φίλοι του τὸν κάνουν πέρα. Ὅταν γλιστρήσει ὁ φτωχός, τὸν βρίζουν κι ἀπὸ πάνω· μιλάει μὲ φρόνηση κι οὔτε τοῦ δίνουν σημασία καμιά. Μιλάει ὁ πλούσιος κι ὅλοι σιωποῦν καὶ ἐκθειάζουν ὣς τὸν οὐρανὸ τὰ λόγια του. Μιλάει ὁ φτωχός, καὶ λένε, «ποιὸς εἶναι αὐτός;» κι ἂν τύχει καὶ σκοντάψει, τὸν σπρώχνουν γιὰ νὰ πέσει κάτω. […]


Σοφ. Σειρὰχ 13, 18-24

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ἡ ἀνατροπὴ

Κωνσταντίνος Παπαργύρης
[…] ὁ Γέροντας Σωφρόνιος χρησιμοποιοῦσε συχνὰ τὴν εἰκόνα μιᾶς πυραμίδας. Τὴν κορυφή της κατέχουν οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὸν Κύριο, «κατακυριεύουσιν καὶ κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν». Στὴ βάση της κεῖται ἡ κατώτατη τάξη, ποὺ συναπαρτίζουν οἱ μάζες τῶν πτωχῶν καὶ καταδυναστευμένων ἀνθρώπων. Παρόλο ποὺ οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου καλοῦνται «εὐεργέτες», ἡ ἐξουσία τους στηρίζεται πάνω στὴν ἀδικία καὶ στὴν ἀνισότητα, γεγονὸς ποὺ δὲν εἶναι εὐάρεστο στὸν Κύριο, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ἐσωτερικὴ αἴσθηση τῆς δικαιοσύνης, ἰσότητας καὶ ἐλευθερίας ποὺ ἀπαιτεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι, ὁ Κύριος ἀποκάλυψε στὸ Πρόσωπό Του ἱεραρχία ἄλλου εἴδους, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ποὺ διακονεῖ εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀσκεῖ ἐξουσία καὶ δέχεται τὴ διακονία. Ὥστε ὁ Κύριος δὲν ἀνέτρεψε μόνο τὴν πυραμίδα ἐξουσίας στὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ «ἐταπείνωσεν Ἑαυτόν,» λαμβάνοντας τὴν τελευταία θέση στὴν κορυφή της καὶ βαστάζοντας ὅλο τὸ βάρος τῆς ἀδικίας της. Ἀνέλαβε στὸς ὤμους Του τὶς ἁμαρτίες καὶ τὴν κατάρα ὅλου τοῦ κόσμου. […]


Ἀρχιμ. Ζαχαρία (Ζαχάρου), Πιστοὶ στὴ Διαθήκη τῆς ἀγάπης, ἔκδ. Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2012

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ἄκρα σμίκρυνσις


[…] Φυσικὴ συνέπεια τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἄκρα σμίκρυνσις ἡμῶν, τουτέστιν ἡ κένωσις. Ἄνευ τῆς βαθείας ἐπιγνώσεως ὅτι εἴμεθα ἀληθῶς γεννήματα τοῦ ᾃδου ἐν τῇ πτώσει ἡμῶν, οὐδέποτε θὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ πληρώματος τῆς μετανοίας. Ἡ ὁλοκληρωτικὴ μετάνοια ἀποσπᾷ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ θανασίμου ἐναγκαλισμοῦ τοῦ ἐγωκεντρικοῦ ἀτομισμοῦ καὶ εἰσάγει εἰς τὴν θεωρίαν τῆς θείας παγκοσμιότητος τοῦ Χριστοῦ, «τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς εἰς τέλος» (Ἰωάν. ιγ´ 1) […]
Ὅστις δὲν προσήγγισε τὰ ὅρια τῶν καταστάσεων αὐτῶν, ἂς μὴ τολμᾷ νὰ ὀνομάζῃ Ἑαυτὸν χριστιανὸν ἄνευ φόβου καὶ αἰσχύνης, ἀλλ’ ἂς συνειδητοποιῇ μετὰ πόνου ὅτι εἶναι ἀνάξιος τῆς κλήσεως ταύτης. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω Μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω Ἑαυτὸν (ἀπαρνησάσθω πάσας τὰς προγενεστέρας αὐτοῦ ἀντιλήψεις καὶ ἰδέας) καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω Μοι… Εἴ τις ἔρχεται πρός Με καὶ οὐ μισεῖ… ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί Μου μαθητὴς εἶναι… οὐκ ἔστι Μου ἄξιος» (Ματθ. ιστ´ 24, ι´ 37-38, Λουκ. ιδ´ 26 καὶ 33).


Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστί, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996 

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

ἄσκηση-ὁ χωρόχρονος τῆς ἀντεξουσίας


Γιῶργος Κόρδης, Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα 
Τὴν τελευταία Κυριακὴ τῆς Σαρακοστῆς, λίγο πρὶν τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου, τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀφηγεῖται μία ἀποκαλυπτικὴ γιὰ τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου παρανόηση. Ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου θὰ κορυφωθεῖ ἡ ἔνσαρκη οἰκονομία Του, διευκρινίζει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ὅτι ἑκουσίως θὰ θανατωθεῖ καὶ θὰ ἀναστηθεῖ.
Τότε, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, ἐκπροσωπώντας στοὺς αἰῶνες τὴ θρησκευτικὴ στρέβλωση τῆς καινῆς ζωῆς, ζητοῦν τὴν ἀτομική τους βόλεψη, τὴ συγκατάνευση τοῦ Χριστοῦ στὸ αἴτημα ἀτομικῶν προνομίων καὶ ἐξουσίας. Ἡ παράκλησή τους νὰ κατοχυρώσουν τὴ θέση τους δίπλα στὸν μέλλοντα νὰ δοξαστεῖ Χριστό, ὁδηγεῖ τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀνατρεπτικὴ ἀποκάλυψη ὅτι ἡ κλήση Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους δὲν διαθέτει τὴν παραμικρὴ ὑποψία ἀνταλλάγματος, ἀκόμη καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ θὰ βαδίσουν τὸν δρόμο  τοῦ μαρτυρίου. Νομοτελειακὰ ἡ ἀπαίτησή τους προκαλεῖ τὴν ἀγανάκτηση τῶν ὑπόλοιπων μαθητῶν. Στὸ τέλος τοῦ ἀναγνώσματος ὁ Χριστὸς ἀναποδογυρίζει τὶς ἀξίες τῆς ἀνταποδοτικῆς αὐτασφάλισης σὲ πλήρη ἀντιδιαστολὴ μὲ τοὺς ἐξουσιαστὲς κάθε ἐποχῆς: «ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος», ὅπως πρῶτος Αὐτὸς ἔπραξε.
Ὁ Θεὸς τῆς θρησκείας, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ μέγας ἔμπορος τοῦ φόβου. Ἀξιώνει τὸν ἐξευμενισμό του κι αὐτὸ γεννᾶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἠθικοῦ ἐξωραϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ συναλλαγὴ διαμορφώνει τὸ ἰδεολογικὸ πλαίσιο τῆς μετὰ θάνατον ἀνταμοιβῆς (μεταφυσικὴ), ἐφόσον ἀντικειμενικὰ τηρήθηκαν οἱ ὅροι τῆς ἀμοιβαίας δοσοληψίας (ἠθικὴ). Στὸ ἀλισβερίσι αὐτὸ καρπίζει ἡ ἐξουσία, καθὼς τὸ ὑπαρκτικὸ ἔδαφος ἔχει ἤδη ὀργωθεῖ ἐπιτυχῶς ἀπὸ τὸν ὠφελιμισμὸ τῆς ἀντικειμενικότητας.
Ὅμως ὁ Νυμφίος εἶναι ἐσταυρωμένος. Μὲ τὰ λόγια Του πρὸς τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου γκρεμίζει κάθε ἔννοια προκαθορισμένης βεβαιότητας ἱκανῆς νὰ δομήσει ἐξουσία: «τὸ μαρτύριο καὶ τὸν θάνατο ποὺ θὰ ὑποστῶ θὰ τὰ γευθεῖτε, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἔτσι ἐξασφαλίζετε καὶ τὴν βασιλεία μου» (Μρκ. 10, 39-40). Κατακρημνίζεται μὲ πάταγο κάθε ἰδιοτελὴς ὑστεροβουλία, ποὺ μολύνει μὲ τὸ θανατηφόρο δηλητήριό της τὴ θυσιαστική, ἀπροϋπόθετη σχέση. Ἡ πίστη, ἡ ὁδοιπορία στὰ ἴχνη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, συνιστᾶ μία οἰκειοθελῆ ἀκροβασία, μία ἑκούσια διακινδύνευση. Κίνητρο μοναδικὸ εἶναι ὁ πόθος τοῦ Νυμφίου, ὁ  ὁποῖος ὅσο πιὸ ἀτόφιος εἶναι, ὅσο δηλαδὴ πιὸ ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς αὐτοεπιβεβαίωσης, τόσο πιὸ ἀληθινός.
Δὲν εἶναι τυχαῖο λοιπὸν ὅτι ἡ συγκεκριμένη εὐαγγελικὴ διήγηση στολίζει τὴ μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δεκαεπτὰ χρόνια μαρτυρικῆς ἄσκησης τῆς Ἁγίας ξεθεμελίωσαν τὴν ἡδονικὴ ἀσφάλεια, ποὺ προσπορίζει ἡ ἁμαρτία, ὁ τρόπος δηλαδὴ νὰ ἐξαντλεῖται ἡ ζωὴ στὴν ἐξουσιαστικὴ ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ὕπαρξης ἐπιβίωση. Οἱ πραγματώσεις τοῦ ἐγώκλειστου εἶναι ἐξουσιάζουν δουλικὰ τόσο τὸν ἑαυτό, ὅσο καὶ τὸν πλησίον. Σμικρύνουν στὰ ὅρια τῶν ἀπαιτήσεων τὴν πληρότητα τῆς ἀγάπης. Ἡ δίψα νὰ εἶμαι ἀντὶ νὰ στραφεῖ στὸν ἄλλον αὐτοϊκανοποιεῖται στὶς ἀνέξοδες ψευδαισθήσεις, ποὺ συστήνει ἡ ἐξουσία τοῦ ἐγωικοῦ χωρόχρονου. Ἡ Ὁσία Μαρία χειραφετήθηκε ἐν μετανοίᾳ ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἠθικῆς εὐπρέπειας  -τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ- καὶ ἀνοίχτηκε στὸ πέλαγος τοῦ εἶναι, τῆς καρδιᾶς· ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὴν τακτοποίηση τοῦ μέλλοντος, ὅπου ἐξορίζεται μεταφυσικὰ ἡ πίστη, μεταμορφώνοντας τὸ ἐδῶ καὶ τῶρα ὡς πρόγευση.    
Οἱ λαμπικαρισμένες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ - οἱ Ἅγιοι θανατώνουν ἐν ἀσκήσει τὸν θάνατο, ποὺ κομίζει στὴν ὕπαρξη καὶ τὸν κόσμο ἡ θρησκεία: τὴν ἐξουσία νὰ εἶμαι ἀσφαλὴς καὶ σίγουρος. Χωρὶς ἀπορία οἱ πόροι τοῦ εἶναι σφραγίζονται ἀπὸ βεβαιότητα καὶ ὁ Νυμφίος ἀνηφορίζει γιὰ νὰ χαρίσει τὴ ζωὴ μόνος καὶ λησμονημένος στὰ ἔγκατα μιᾶς νικημένης ἐξουσίας. Οἱ ὑπήκοοί της φοβοῦνται τὸν ἀναστάσιμο χωρόχρονο τῆς ἀντεξουσίας-τὴ διακονία, γιατὶ ἐκεῖ γυμνώνονται κι ἔρχονται ἀντιμέτωποι μὲ τὸν ἑαυτὸ ποὺ θέλει ἡ χάρις. Ὁ ἐθισμὸς στὴν ἀμοιβαία χρήση, στὴ ζωὴ χωρὶς κόπο καὶ ἔκπληξη, ταΐζει τὸ διπρόσωπο θεριὸ τοῦ ἐξουσιαστῆ-ἐξουσιαζόμενου. Γι’ αὐτὸ κατὰ τὴν ἀνάβαση στὸν Γολγοθὰ ὁ Χριστὸς θὰ πεῖ «οὐ κλῆρος γὰρ ἐμός, τυραννὶς δὲ γνώμη αὐθαίρετος» (Ὄρθρος Μ. Δευτέρας, ᾨδὴ η´). Ἄλλος δρόμος δὲν ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση, παρὰ μόνο στὴν αὐθαίρετη τυραννία τῆς ἀσταύρωτης-ἀγύμναστης γνώμης: τὴν ἐξουσία.

Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας



Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

λαϊκὴ συμβολικὴ καὶ ἐπανάσταση

Θεοχάρης Μορὲς

Ἡ λαϊκὴ συμβολική, ὑπόγεια καὶ κρυμμένη, ἦταν ἔτσι μία ἐπαναστατικὴ συμβολικὴ ποὺ ἐπίκεντρο εἶχε τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου.
Στὴν παραδοσιακὴ συμβολικὴ ὁ ἄνθρωπος ἐξανθρωπίζει, δυνάμει ὑποτάσσει τὴν ἀπρόσωπη φύση, ἑνοποιεῖ, ἀκόμα, μὲ τὴν Πράξη του τὸ διασπασμένο, τὸ διχασμένο συλλογικὸ σῶμα μας, συνειδητοποιώντας ὅλο καὶ περισσότερο, μεθοδικὰ προχωρώντας μὲ τὴ νόηση ὅλο καὶ πιὸ πολὺ δίπλα στὶς αἰσθήσεις, στὴν ἐκπλήρωση τῶν προαιώνιων πόθων του νὰ καρπωθεῖ τὴν ὅλη ὕλη –νὰ γίνει «ἰσόθεος».
[…] Ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, ὡστόσο, ἐπηρεάζει καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀναπηρία τοῦ ἐθνικολαϊκοῦ καὶ ἐπαναστατικοῦ φρονήματος, ἡ ἀδυναμία αὐτοσυνείδησης ποὺ γεννᾶ ἡ ἀναπηρία τῆς αὐτοπραξίας καταλήγει στὸ νὰ δυσκολεύεται ἡ Ἀριστερά, στὴν πάλη γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς συντριμμένης μέσα ἀπὸ τὴν ἐξάρτηση πολιτιστικῆς ταυτότητας τοῦ λαοῦ μας. Ἡ Ἀριστερά, ἡ ἀνάπηρη παραγωγὴ τῆς Πράξης της, ἡ ἀνάπηρη παραγωγὴ τοῦ Λόγου της  -τῆς Θεωρίας της- δυσκολεύεται στὸ νὰ συνειδητοποιήσει πὼς ἡ ἀνοικοδόμηση μιᾶς ταυτότητας ἐθνικῆς καὶ λαϊκῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάρτηση ἀναγκαστικὰ τῆς ἐμβάθυνσης στὴ διαχρονικὴ Πράξη τοῦ λαοῦ, τῆς διαλεκτικῆς διασύνδεσης τοῦ παραγμένου πλούτου τοῦ λαοῦ καὶ στὸ πεδίο τῆς ἰδεολογίας μὲ τὶς ἀναζητήσεις, τὶς ἀγωνίες, τοὺς προβληματισμοὺς τοῦ σήμερα, στὸ διεθνῆ τόσο ὅσο καὶ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. […]
Ἡ Ἀριστερά, ἡ Ἐπανάσταση, γιὰ νὰ γίνει πάλι δραστική, γιὰ νὰ ἀγκαλιάσει ὄχι τὸ σημερινὸ ποσοστὸ μιᾶς προωθημένης μειοψηφίας ἀλλὰ τὶς πλατιὲς μάζες τοῦ λαοῦ μας, μήπως πρέπει νὰ μάθει νὰ διασυνδέει τὴ λαϊκὴ συμβολική, τὸ λαϊκὸ φρόνημα τὴν προφιλοσοφικὴ αὐθόρμητη λαϊκὴ γλώσσα μὲ τὴ νέα συμβολική, τὴ νέα ὀργανικὴ γλώσσα του, τὴ Θεωρία τῆς Ἐπανάστασης; Μήπως πρέπει νὰ μάθει νὰ συνδέει διαλεκτικὰ, κριτικά, τὸν παραγμένο στὴ διαχρονικὴ Πράξη καὶ ἐκφρασμένο στὸ διαχρονικὸ Λόγο πλοῦτο τῆς πολυαίωνης Ἱστορίας μας, τοὺς λαϊκοὺς πόθους καὶ τοὺς λαϊκοὺς καημούς, ἀποκρυπτογραφώντας τους, ἰχνηλατώντας τὴν πηγή τους μέσα στὴν Ἱστορία, μὲ τὶς νέες ἀναζητήσεις, τὶς νέες ἀγωνίες, τοὺς καινούριους καημοὺς τοῦ κόσμου; […]


Κωστὴς Μοσκώφ, Ἡ διοργάνωση τοῦ ἐπαναστατικοῦ μας ὀνείρου, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1987

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

στὸ ρίγος τοῦ ἐνδεχόμενου

φωτογραφία Σπυριδούλα Φιωτάκη

[…] Ἂν κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πληροφορήσει γιὰ τὴ γλυκύτητα ποὺ ἔχει τὸ μέλι, ἐκείνους ποὺ δὲν τὸ γεύθηκαν ποτέ, πῶς ἄραγε μπορεῖ κανεὶς νὰ περιγράψει τὴν ἡδονὴ τῆς ἱερῆς χαρᾶς καὶ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν τὴ δοκίμασαν; Καὶ βέβαια, ἡ ἀρχὴ τοῦ πένθους μοιάζει μὲ ἐπιζήτηση μνηστείας μὲ τὸ Θεό, ποὺ σχεδὸν φαίνεται ἀδύνατη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι ποθοῦν τὸν Νυμφίο, πενθοῦν βλέποντάς Τον νὰ μὴ συγκατατίθεται καὶ Τοῦ ἀπευθύνουν κάποια λόγια σὰν αὐτὰ ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ τὴ μνηστεία. Καὶ κλαίγοντας σπαρακτικὰ Τὸν καλοῦν μὲ θρήνους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι κοντά τους κι ἴσως δὲν ἔρθει ποτέ. Τὸ τέλος ὅμως τοῦ πένθους εἶναι ἡ τέλεια ἀγνὴ νυμφικὴ ἕνωση. […]

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Πρὸς τὴ σεμνοτάτη μοναχὴ Ξένη, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, εκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς, τ. Δ´, Θεσσαλονίκη 31997


σημείωση Domenico: πολλοὶ ἐντοπίζουν διαφορὰ ἤθους μεταξὺ τῆς θυσίας τῶν κοινωνικῶν ἀγωνιστῶν καὶ τῆς ἀντίστοιχης τῶν χριστιανῶν μαρτύρων στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πρῶτοι δὲν διέθεταν ἴχνος ἰδιοτέλειας, καθὼς ἀπαρνοῦνταν τὴ ζωή τους χωρὶς καμία ἐλπίδα μετὰ θάνατον ἀπολαβῆς. Στὸ ἀπόσπασμα ὅμως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καταπίπτει παταγωδῶς ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γνησιότητα τῆς μισθαποδοτικῆς ἀναμονῆς. Γενεσιουργὸς αἰτία της δὲν εἶναι μόνο ἡ ἄγνοια τῶν θεμελιακῶν προϋποθέσεων τῆς ἐκκλησιοποιημένης βιοτῆς ἀλλὰ καὶ -ἴσως κυριώτερα -ἡ ἀστικὴ παρερμηνεία της στὴν πράξη ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς χριστιανούς.
Τὸ σχόλιο τοῦ Ἁγίου ὅτι ἡ ποθητὴ ἕνωση μὲ τὸν ἐραστὴ Θεὸ «ἴσως δὲν ἔρθει ποτέ» θραύει ὁριστικὰ ὄχι μόνο τὸ κίνητρο τῆς ἰδιοτέλειας ἀλλά, πολὺ περισσότερο, τὸ περιεχομένο μιᾶς εὐχείρωτης ἀπὸ τὸν ἀνταποδοτικὸ ὀρθολογισμὸ ἐλπίδας. Ὁ Ἅγιος ὑπονοεῖ σαφέστατα ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπροσμέτρητος ὑπαρκτικὸς πόνος -ἀντάξιος τοῦ σωματικοῦ μαρτυρίου- κατὰ τὴν ἐλεύθερη ἀνταπόκριση στὴν ἀγαπητικὴ κλήση τοῦ Θεοῦ (μετάνοια)· τέτοιας αὐθυπέρβασης καὶ κενωτικῆς αὐταπάρνησης, ὥστε ὁ ἀθλητὴς τῆς πίστεως νὰ παλεύει καθ’ ἡμέραν μὲ τὴ συντριπτικὴ ἀγωνία ὅτι ὁ, κατὰ τὰ ἄλλα, καλῶν Νυμφίος, ἴσως καὶ νὰ μὴν συγκατατεθεῖ ποτέ! Ἡ ἔμπειρη ἀπόφανση ὅτι τὸ τέλος θὰ εἶναι τὸ ποθούμενο δὲν λειτουργεῖ ἀντιφατικὰ ἀλλὰ διευκρινιστικὰ τῆς ποιότητας ποὺ εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτει ἡ ἀναζήτηση. Ἡ εὐόδωση τῆς ἀναστάσιμης μίξης θὰ συντελεστεῖ ἐφ’ ὅσον αὐτῆς θὰ προηγηθεῖ ἡ τελεία ἀποδόμηση τῶν ἐγωικῶν κατασκευῶν, ἕως τῆς παντελοῦς ἐξάλειψης ἀκόμη καὶ τῆς δικαιότερης προσδοκίας.    

Τελικὰ ὁ ἀθεϊσμὸς δὲν φαίνεται νὰ εἶναι προνόμιο τῶν ἀθέων… Ὑπάρχει καὶ ἡ ἐκδοχή τοῦ ἀθεϊσμοῦ, ποὺ διαγιγνώσκεται μὲ πόνο καὶ ὄχι μὲ μεγαλαυχία. Πιθανὸν αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ ἀθεϊσμὸς νὰ εἶναι ἀδιαπέραστος, μέχρι τέλους ὅμως παραμένει μὲ πόνο κλητικός. Αὐτὴ ἡ ἡρωικὴ πάλη μὲ τὴν ἀπόγνωση μᾶλλον συνιστᾶ τὸ γονιμότερο ἔδαφος γιὰ νὰ εὐδοκιμήσει ἡ ἀτόφια πίστη, ἐκείνη ποὺ δὲν θὰ πιστεύει τίποτε παρὰ μόνον Ἐκεῖνον καὶ τὸ ἐρωτικό του αἴνιγμα.    

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

ἡ εἰκόνα τῆς «ἀσύνετης» ζωῆς

Ἀντρέι Ρουμπλιώφ
[…] Ὁ παράξενος κι ἀσυνήθιστος χαρακτήρας τῆς εἰκόνας μοιάζει μὲ τὸν χαρακτήρα τοῦ εὐαγγελίου, γιατὶ τὸ εὐαγγέλιο εἶναι μιὰ ἀληθινὴ πρόσκληση ἔναντι κάθε τάξης καὶ κάθε ἀνθρώπινης σοφίας· «ἀπολῶ τὴν σοφία τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω» (Α´ Κορ. 1, 19) λέει ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν Του ποὺ ἀναφέρει ὁ ἀπ. Παῦλος. Τὸ εὐαγγέλιο μᾶς καλεῖ στὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ἀναπαριστᾶ αὐτὴ τὴν ζωή. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο χρησιμοποιεῖ καμμιὰ φορὰ σχήματα ἀφύσικα ποὺ ξαφνιάζουν, ὅπως καὶ ἡ ἁγιότητα, μερικὲς φορὲς χρησιμοποιεῖ ἀκραία σχήματα ποὺ μοιάζουν μὲ σαλότητα στὰ μάτια τοῦ κόσμου ὅπως οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί. «Λένε πὼς εἶμαι τρελλός, ἔλεγε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυό, ἀλλὰ χωρὶς τρέλλα δὲν μπαίνεις στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (…). Γιὰ νὰ ζήσεις σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγγέλιο πρέπει νὰ εἶσαι τρελλός. Ὅσο οι ἄνθρωποι θὰ εἶναι λογικοὶ καὶ μὲ καθησυχασμένα αἰσθήματα ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἔρθει στὴν γῆ.» (Ἀρχιμ. Σπυρίδων, Ἡ ἀποστολή μου στὴν Σιβηρία). Ἡ διὰ Χριστὸν σαλότητα καὶ τὰ σχήματα τῶν εἰκόνων ποὺ πολλὲς φορὲς προκαλοῦν ἐκφράζουν τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ πραγματικότητα. Ἡ εὐαγγελικὴ προοπτικὴ ἀντιστρέφει τὴν προοπτικὴ τοῦ κόσμου κι ὁ κόσμος τῆς εἰκόνας εἶναι ἕνας κόσμος ποὺ μέσα του κυριαρχεῖ ὄχι ἡ ἀνθρώπινη ἠθική, οἱ λογικὲς κατηγορίες, ἀλλὰ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀπ’ Αὐτὴν προέρχεται ὁ ἱερατικὸς χαρακτήρας τῆς εἰκόνας, ἡ ἁπλότητά της, ἡ ὑπεροχή της, ἡ εἰρήνη της· ἀπ’ Αὐτὴν ὁ ρυθμὸς τῶν γραμμῶν της, ἡ χαρὰ τῶν χρωμάτων της. Ἡ εἰκόνα ἀντανακλᾶ τὴν προσπάθεια τῆς ἄσκησης καὶ τὴν χαρὰ τῆς νίκης. Εἶναι ὁ μετασχηματισμὸς τοῦ πόνου σὲ «χαρὰ τοῦ ζῶντος Θεοῦ». Εἶναι ἡ νέα τάξη μέσα στὴν καινὴ κτίση. […]   


Λεωνίδα Οὐσπένσκυ, Ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μτφρ. Σπύρος Μαρίνης, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1993