Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν προϋποθέτει τὴν εὐσέβειά μας

Ἀλέξης Ἀκριθάκης


Ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸν σπαραγμὸ μᾶς κρίνει
ὁ δι' ἀγάπησιν ἄκραν, σάρκα λαβών. 
Γιὰ τοὺς ἄλλους οἱ ἀρετές.

Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κροῦσμα


[…] Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ «ἀγάπη τοῦ Θεοῦ» εἶναι δυνατὴ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη του δι’ ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν δὲν ἐπηρεάζεται οὔτε ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας ἁμαρτίας μας. Ὅταν ἁμαρτάνωμεν, δὲν παύει ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀγαπᾶ, ὅπως ἐφαντάζοντο οἱ εἰδωλολάτραι. Διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ διὰ τὰ πλάσματά του δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀρετήν, τὴν καλωσύνην ἢ τὴν ἀξίαν των. Αὐτὸς εἶναι σαρκικὸς τρόπος ἀγάπης, ἀνάξιος τοῦ ζῶντος καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ διότι εἶναι ἀγαθὸς καὶ διὰ τῆς ἀνιδιοτελοῦς καὶ ἀδόλου ἀγάπης του προσδίδει ἀρετήν, ἀγαθότητα καὶ ἀξίαν εἰς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του. Ὅταν λοιπὸν ἁμαρτάνωμεν, ὁ Θεὸς δὲν παύει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ μᾶς ἀγαπᾶ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπομακρυνόμεθα οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὴν πηγὴν τῆς ζωῆς, τὸν δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν, τὸν ἰατρὸν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τὸν Θεὸν ποὺ σώζει. Ὁ πονηρός, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου -ὅπως ἀποδεικνύουν ὅλαι αἱ πρὸ Χριστοῦ θρησκεῖαι- ἐνέβαλεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου τὴν πλάνην ὅτι ὁ Θεὸς διὰ νὰ μᾶς ἀγαπήση ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ εἴμεθα ἀγαθοί, ἐνάρετοι, εὐσεβεῖς. Ποῖος ὅμως ἄνθρωπος ἠμπορεῖ εἰλικρινῶς νὰ εἴπη ὅτι εἶναι ὄντως ἀγαθός, ἐνάρετος καὶ εὐσεβής; Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγαθότης, ἡ εὐσέβεια, καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ τελειοτέρου τῶν ἀνθρώπων, τὶ εἶναι ἐμπρὸς εἰς τὴν ἄπειρον μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ; Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ διάβολος κατώρθωνε νὰ κρατῆ τὸν ἄνθρωπον μακρὰν τοῦ Θεοῦ, πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλλοὺς χριστιανοὺς μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Κυρίου. Διότι οἱ ἄνθρωποι βλέποντες τὴν ἀναξιότητά των καὶ φνταζόμενοι ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς ἀξιομισθίας των, ἢ α) περιήρχοντο εἰς ἀπελπισίαν ποὺ τοὺς ὠδήγει εἰς θάνατον, ἢ β) προσεπάθουν νὰ λησμονήσουν τὸν Θεὸν καὶ ἐγίνοντο τελείως ἄθεοι, ἢ γ) ἐγίνοντο φαρισαῖοι προσπαθοῦντες νὰ πείσουν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ὅτι εἶναι δίκαιοι, ἐνῶ κατὰ βάθος ἐγνώριζαν ότι εἶναι ἄδικοι. […]

Δ. Γ. Κουτρουμπῆς, Ἡ χάρις τῆς θεολογίας, ἐκδ. Δόμος, 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου