Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ὁ Μ. Ἀντώνιος γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐλευθερία

4. Τὴν ἀπόκτηση τῶν χρημάτων καὶ τὸ πλούσιο ξόδεμά τους νὰ τὰ θεωρεῖς μόνο σὰν φαντασία ποὺ δὲν κρατᾶ παρὰ μόνο λίγο καιρὸ καὶ ξέροντας ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ θεάρεστη ζωὴ διαφέρει ἀπὸ τὸν πλοῦτο. Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτὸ σταθερά, οὔτε θὰ ἀνεστενάξεις, οὔτε θὰ κραυγάσεις, οὔτε θὰ θὰ κατηγορήσεις κανένα, ἀλλὰ θὰ εὐχαριστεῖς τὸ Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες ποὺ σοῦ δίνει, βλέποντας ὅτι οἱ χειρότεροι ἀπὸ σένα στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια εἶναι τὰ πιὸ κακὰ πάθη τῆς ψυχῆς.
6. Ὅσο πιὸ λίγη περιουσία ἔχει κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι. Γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλὰ πράγματα, γιὰ ὑπηρέτες, καλλιεργητές, ἀπόκτηση ζώων. Ὅταν ἀφοσιωνόμαστε σ’ αὐτὰ κι ὕστερα μᾶς συμβαίνουν ἐξαιτίας αὐτῶν δυσκολίες, κατηγοροῦμε τὸ Θεό. Μὲ τὴν αὐθαίρετη ἐπιθυμία μας τρέφουμε τὸ θάνατο καὶ ἔτσι μένουμε στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, μέσα στὴν πλάνη, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζουμε τὸν πραγματικὸ ἑαυτό μας.
18. Ἐλεύθερους νόμιζε ὄχι ὅσους ἔτυχε νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴ ζωὴ καὶ τοὺς τρόπους ἐλεύθερους. Δὲν πρέπει πράγματι νὰ ὀνομάζουμε ἐλεύθερους τοὺς ἄρχοντες ποὺ εἶναι πονηροὶ καὶ ἀκόλαστοι, γιατὶ εἶναι δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ τῆς ὕλης. Ἐλευθερία καὶ εὐτυχία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ πραγματικὴ καθαρότητα καὶ ἡ καταφρόνηση τῶν προσκαίρων.
21. Ἂν παρακολουθεῖς τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν δοκιμάζεις, θὰ δεῖς ὅτι οἱ ἄρχοντες καὶ τὰ ἀφεντικὰ ἔχουν ἐξουσία μόνο τοῦ σώματος, ὄχι καὶ τῆς ψυχῆς. Καὶ νὰ τὸ θυμᾶσαι αὐτὸ πάντοτε. Γι’ αὐτό, ἂν διατάζουν φόνους ἢ τίποτε ἄτοπα ἢ ἄδικα καὶ ψυχοβλαβῆ, δὲν πρέπει νὰ ὑπακοῦμε σ’ αὐτοὺς καὶ ἂν μᾶς βασανίζουν ἀκόμη. Γιατὶ ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν ψυχὴ ἐλεύθερη καὶ αὐτεξούσια σὲ ὅλα ὅσα κάνει, καλὰ ἢ κακά.



σημείωση Domenico: καμία συγγένεια μὲ τὴν πλατωνικὴ διαρχία δὲν χαρακτηρίζει τὴ γλῶσσα τοῦ ἀποσπάσματος σχετικὰ μὲ τοὺς ὅρους «ὕλη» (-κακὴ καθεαυτὴ) καὶ «ψυχή-σῶμα» (-καλὴ ψυχή / κακὸ σῶμα), διότι ὅλα ἀποτελοῦν καλὰ λίαν κτίσματα τοῦ Δημιουργοῦ.  Ἀναλόγως τῆς πολιτείας τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὕλη (ἀλλὰ καὶ ἡ σωματοψυχὴ ποὺ καὶ αὐτὴ εἶναι ὕλη) γίνονται εἴτε τόπος φανέρωσης τοῦ Θεοῦ εἴτε μέσον ἀποστασιοποίησης ἐξ Αὐτοῦ. Ἄλλωστε ἡ τελευταία φράση τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου κεφαλαίου διευκρινίζει ἐναργέστατα τὶς ἐν λόγῳ σχέσεις. 


Μ. Ἀντώνιος, Παραινέσεις περὶ ἤθους ἀνθρώπων καὶ χρηστῆς πολιτείας, Κεφάλαια 170, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, μτφρ. Ἀντώνιος Γαλίτης, ἐκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγιᾶς, τ. Α´, Θεσσαλονίκη 51998 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου