Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν αὐτονομία...μιὰ φύση δρόμος

Εl Greco
Στὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας γίνεται πανηγύρι πασχαλινό. Ἡ ἀντίφαση νὰ ἐορτάζεται μὲ χαρὰ ὁ θάνατος τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ θεμελιώνεται σὲ ἕνα δυναμικὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο συνήθως λησμονεῖται λόγῳ τῆς ὑπόμνησης ὅτι ἡ Θεοτόκος τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ταφή της μετέστη-ἀναστήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ ἐπισήμανση ὅμως ἀφήνει ἀδικαιολόγητη ὑπαρξιακὰ τὴν ἀνάσταση τῆς Παναγίας, μὲ κίνδυνο ἡ νοηματοδότηση τῆς ζωῆς νὰ μένει θαμπωμένη ἀπὸ τὸ «κύρος» ἑνὸς ὑπερφυσικοῦ στιγμιότυπου τοῦ παρελθόντος. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἔχουν προκύψει δύο ἀναγνώσεις.
Κατὰ τὴν πρώτη ἀπὸ αὐτές, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Θείου θελήματος ἀπὸ τὴν Παναγία φανερώνει μόνο ἀπώλεια τῆς ἀτομικῆς βούλησης ἐνώπιον ἑνὸς ὑπερκείμενου ὄντος. Ἡ ἀναντίλεκτη ἰσχὺς τοῦ ὑπερβατικοῦ δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου. Ὁ καταναγκασμὸς αὐτὸς γίνεται τὸ δομικὸ ἀρχέτυπο ἑνὸς τρόπου ὑποταγῆς καὶ ἐνοχῆς. Ἔτσι ἱδρύεται ἡ ψευδαισθητικὴ ἑτερονομία, ἡ ὁποία παράγει τὴν ὑπαρξιακὴ καὶ θεσμικὴ ὑποδούλωση ἀτόμου καὶ κοινωνίας. Στοὺς ἀντίποδες βρίσκεται τὸ πρόταγμα τῆς αὐτονομίας ὅπου ἄτομο καὶ κοινωνία ἔχοντας ἀποτινάξει τὴ θεμελιώδη χειραγώγηση τῆς «μεταφυσικῆς» ἀναφορᾶς, πορεύονται στὴν ὁδὸ τῆς αὐτοπραγμάτωσης. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ βαθύνους Κ. Καστοριάδης τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Ἡ ἔλλειψη βούλησης ἐξαγιάζεται στὸ χριστιανισμὸ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, ὅταν ἄβουλη ἡ Μαριὰμ ἀκούει καὶ δέχεται μοιρολατρικὰ αὐτά, ποὺ τῆς ἀνακοινώνει ὁ Γαβριήλ, ψελλίζοντας: "Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου" (Λουκ.1,38)». (Ἡ ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα, τόμος Α΄, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα, 2007). Ἰδωμένη στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἡ στιχομυθία Παναγίας καὶ Ἀρχαγγέλου ἀποτελεῖ καταστατικὴ συνθήκη ἐκείνου τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὴ φοβικὴ ὑπακοὴ ὑπηκόων τοῦ ἐπέκεινα.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἀνάγνωση. Αὐτὴ ποὺ ψηλαφεῖ στὴν κατάφαση τῆς νεαρῆς Μαρίας ὄχι τὴν καταναγκαστικὴ συμμόρφωση ἀλλὰ τὴν καταξίωση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀναγγελία τοῦ Θεοῦ ὑπονοεῖ τὴν ἐρωτηματικὴ ἀγάπη Του. Εἶναι ἐρωτηματική, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ Μαρία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ βλάστηση ἐκ τοῦ μηδενὸς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ-Λόγο ὡς ἕνας διαρκῶς ἀνοικτὸς διά-λογος, ὡς ἐρώτημα. Ἡ ἀποδοχὴ απὸ μέρους τῆς Θεοτόκου λοιπὸν σημαίνει τὸν ἐλεύθερο συντονισμὸ τοῦ βίου μὲ τὸ ἀγαπητικὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀβίαστο ἄνοιγμα τῆς Παναγίας στὸ Θείο θέλημα, ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ξεχείλισμα τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὴν ὕπαρξη ἡ κτιστὴ φύση, δὲν παραδίδει τὴν ἐλευθερία ἀλλὰ τὴν μεταλαμβάνει. Ἡ Θεοτόκος δὲν παραχωρεῖ ἀλλὰ ἐμπεδώνει, πλουτίζει τὴν ἐλευθερία ριζώνοντάς την καὶ πάλι ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐκτροχιάστηκε. Ἡ ἀστοχία αὐτὴ συντελέστηκε ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποφάσισε ὅτι ἡ βούλησή του δὲν συνιστᾶ κίνηση συνάντησης ἀλλὰ κατάκτησης.
Ἡ παραίτηση-κένωση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸ ἐγωικὸ θέλημα φιλοτεχνεῖ τὸν τόπο ὅπου δεξιώνεται τὸν Ἕτερο. Ἔτσι αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ ροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ φόβου καὶ ὁ Ἄλλος γίνεται ζωή της. Συνεπῶς, ἑτεροκαθορισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση μακρὰν τοῦ ἑτέρου. Ἑτερονομία παράγεται ὅταν τὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς δομεῖται στὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον· ὅταν καθορίζομαι ἀπὸ κάτι ποὺ ἵσταται μακριά μου, ἄγνωστο καὶ γι’ αὐτὸ γιὰ πάντα ξένο. Στὴ μοναξιὰ αὐτὴ μόνο εἴδωλα καὶ φαντάσματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν, ἀπολύτως ἱκανὰ νὰ ψευδομαρτυροῦν, νὰ ρυπαίνουν τὴ γνώμη (τὸ ἀτομικὸ θέλημα) μὲ εἰκασίες ποὺ τροφοδοτεῖ ἡ απόσταση. Διότι στὴ μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλο ποὺ μετέχει στὴν ἴδια φύση μὲ ἐμένα, ὅμως δὲν τὴν ἀνοίγει, δὲν τὴν κοινωνεῖ ἀλλὰ τὴν ἰδιοποιεῖται, ἐμφιλοχωροῦν τὰ τεχνητὰ προϊόντα τοῦ νόμου, γιατὶ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ καρδιὰ τὸ κάνει διάταγμα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ὕλη τῆς ἑτερονομίας – τὸ περίκλειστο ἐγωικὸ φρούριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀδύνατη ἡ θέα ἀπέναντι.
Τὸ κάθε ἀτομικὸ φρόνημα χαρακώνει τὴν κοινὴ φύση. Οἱ δὲ χαρακιὲς τοῦ ἀγοραφοβικοῦ γνωμικοῦ θελήματος δὲν ἀργοῦν νὰ μεταβληθοῦν σὲ ὀρύγματα, ἀπὸ ὅπου κρυμμένοι οἱ ἕτεροι πυροβολοῦν ἀλλήλους.
Τὴν ἀσυναίσθητη ἀντίφαση νὰ λογίζεται αὐτονομία ἡ κατεξοχὴν ὑποδούλωση στὸν ἀκοινώνητο ἑαυτό, ἀναποδογύρισε ἐπαναστατικὰ ἡ Θεοτόκος: ἀπὸ τὸ εἶναι της ἀνέτειλε ἡ ὄντως ἐλευθερία, ὅταν ὑπέταξε τὰ γνωμικά της φαντάσματα σὲ μία λησμονημένη πρόταση: νὰ ἐπαναπατρισθεῖ ἡ βούληση στὴ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ πηγάζει. Αὐτὸ σημαίνει αὐτονομία: Νὰ ἀγκαλιάζω στὴν πατρίδα τῆς κοινῆς φύσης ὅλους τοὺς γνωμικοὺς μετανάστες μὲ πρῶτο τὸν ἴδιο μου τὸν ἑαυτό.
Ἡ Παναγία λοιπὸν γκρέμιζε μὲ πείσμα τὰ τείχη ποὺ ἐμπόδιζαν τὴ θέα, ὥσπου ἡ ἐλευθερία τοῦ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου» τὰ ξεθεμελίωσε ὁλοκληρωτικά. Μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἀνοιχτοσιὰ μποροῦσε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἀχώρητος. Αὐτὴ τὴν καθολικότητα χαρίζει ἡ ἐπαναγείωση στὴ φύση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ὑπερπτήσεις τῆς ἀτομικῆς βούλησης πάνω ἀπὸ αὐτή. Ἡ Μαρία ὑπῆρξε ὁ πρῶτος καὶ κατεξοχὴν αὐτόνομος ἄνθρωπος. Κανένας νόμος, καμία συνθήκη, καμία προδιαγραφή, καμία ἀρχὴ δὲν ὅρισε τὸν βίο της, ἀφοῦ βρέθηκε ὁ θεληματικὸς χῶρος στὴν ὕπαρξή της γιὰ νὰ συν-χωρέσει ὁ Ἀχώρητος.  
Ἡ τέχνη τοῦ φυσικοῦ θελήματος νὰ ἐξαχρειώνει τὸν θάνατο (ὄχι τὴ ζωὴ) σὲ κοίμηση εἶναι ἡ μόνη αὐτονομία.      



Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

αὐτονομία: μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἑτερονομίας

Τάκης Μάρθας
[…] Ἡ σχέση μὲ τὸ ὑπερβατικὸ δὲν ἐκφράζεται μὲ τοὺς ὅρους μιᾶς «ἑτερονομίας» τοῦ Kant, γιατὶ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει κανένα ἕτερο μέσα στὴ «θεονομία». Νὰ ἐξαρτᾶται κανεὶς ἀπὸ τὸ Θεό, σημαίνει νὰ λαβαίνη τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἐσωτερικότητάς του, νὰ συνειδητοποιῆ ὅτι μέσα του κατοικεῖ ὁ Λόγος: «Δὲ σᾶς ὀνομάζω πιὰ ὑπηρέτες, σᾶς ὀνομάζω φίλους».
Ἀντίθετα, κάθε αὐτονομία «περικλείνει» τὸν ἄνθρωπο ποὺ κλείνεται στὸν ἑαυτό του. Μέσα στὴν ἄσκηση, ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ὁρίζει ἀκριβῶς τὶς τρεῖς θελήσεις ποὺ ἀναπαρίστανται μέσα στὸν ἄνθρωπο: ἐκείνη τοῦ Θεοῦ, σωτήρια καὶ ἐνεργοῦσα ἐσωτερικὰ ποὺ εἶναι ἡ θεονομία στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συγκατατίθεται ἐλεύθερα μὲ τέλεια συνεργία, κάνοντάς τη δική του. Ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου πού, χωρὶς νὰ εἶναι πλασμένη ἁμαρτωλή, εἶναι ἄστατη καὶ προβληματική, καὶ ἐκφράζεται ὡς αὐτονομία· καὶ τέλος, ἡ δαιμονικὴ θέληση, ξένη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ἡ ἑτερονομία.
Ἂν ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι παρὰ μιὰ καθαρὴ ὑποταγὴ στὴ θεία ἐνέργεια καὶ καταλήγει στὸ νὰ τὴν ἀναπαράγη, νὰ τὴν ἀντιγράφη, στὴν περίπτωση αὐτή, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἐλευθερωμένος κατ’ εἰκόνα τῆς θείας ἐλευθερίας, δὲ σημαίνει πιὰ τίποτε. Λοιπόν, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, «ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε κατὰ τὴ θέλησή του ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ μποροῦσε νὰ κινηθῆ αὐτὸς ὁ ἴδιος», ἐξ ἰδίων. Πάνω ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῶν δούλων καὶ τῶν μισθοφόρων, τὸ Εὐαγγέλιο θέτει τὴν ἠθικὴ τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.
Τὸ χριστολογικὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ φύσεων τοῦ Χριστοῦ προσδιορίζεται στὸ δόγμα τῆς ἑνότητας τῶν δυὸ βουλήσεων καὶ ἀπαιτεῖ σὰ συμπέρασμά του, τὴν ἑνότητα τῶν δυὸ ἐλευθεριῶν. Πρέπει νὰ ἀποφύγη κανεὶς κάθε σύγχυση μεταξὺ τοῦ ψυχολογικοῦ ὅρου τῆς βούλησης καὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ὅρου τῆς ἐλευθερίας. […]


Πὼλ Εὐδοκίμωφ, Ἡ ἐλευθερία, περ. Χριστιανικὸν Συμπόσιον, ἐτήσια ἔκδοσις χριστιανικοῦ στοχασμοῦ καὶ τέχνης, βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἐστίας, ἀπόδοση Λουκίας Ἰ. Μεταξᾶ, 1970 

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017

ὑποβιβασμὸς στὴν ἐθνότητα

[…] Πρέπει νὰ ἔχουμε τὴ συνείδηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει μέσα Του ὁλόκληρο τὸν κόσμο· σ’ αὐτὸ ἔγκειται ἡ καθολικότητα τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «οὐ δέδεται», δὲν ἔχει ὅρια.
Ἄν, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος -«δι’ Οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»-, πῶς μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴ θεωρία μας μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἐθνικότητας, τοῦ τόπου, τῆς ἐποχῆς…;
Δὲ γνωρίζω Χριστὸ Ἕλληνα, Ρῶσο, Ἄγγλο, Ἄραβα… Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ μένα τὸ πᾶν, τὸ ὑπερκόσμιο Εἶναι.
Στὴ Γραφὴ ἀναφέρεται συχνὰ ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μόλις περιορίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μόλις τὸ κατεβάσουμε στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐθνοτήτων, χάνουμε τὸ πᾶν καὶ βυθιζόμαστε στὸ σκοτάδι. Τότε ἀνοίγει ὁ δρόμος πρὸς τὸ μίσος ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρὸς τὴν ἔχθρα μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. […]


Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περὶ πνεύματος καὶ ζωῆς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1995

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

τὸ ἀπελευθερωτικὸ ἦθος τῆς Βασιλείας

Θανάσης Τσίγκος
[…] Αὐτὸ ποὺ τελικὰ μᾶς προτείνει τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἐντολῶν τὶς ὁποῖες ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε· εἶναι ἕνας τρόπος ζωῆς ὁλότελα καὶ ἀνατρεπτικὰ νέος ποὺ προαναγγέλλει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἕνας καινούργιος τρόπος νὰ ζεῖ κανεὶς σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μιὰ διαφορετικὴ κλίμακα ἀξιῶν ποὺ κορυφώνεται στὴν ἀγάπη καὶ τὴν κένωση τοῦ ἐγώ. Σὲ αὐτὸν τὸν καινὸ βίο, ποὺ ἀναγγέλθηκε μὲ τὸ κήρυγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ «τυφλοὶ ξαναβλέπουν, καὶ [οἱ] κουφοὶ ἀκοῦν, [οἱ] νεκροὶ ἀνασταίνονται καὶ [οἱ] φτωχοὶ ἀκοῦνε τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα» (Μτ 11:5), γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν οἱ πιστοὶ παίρνουν στὰ σοβαρὰ τὴν πίστη τους, δὲν διστάζουν νὰ μοιραστοῦν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ τὴν ἰδιωτική τους περιουσία (Πρξ 4:32-35). Σὲ αὐτὴ τὴν προοπτική, τὰ σχετικὰ μὲ τὴν καταδίκη τῶν πλουσίων καὶ τῆς τοκογλυφίας ἢ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση γιὰ δανεισμὸ δίχως τὴν προσμονὴ ἐπιστροφῆς τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ χωρία, δὲν ἀποτελοῦν ἐξαίρεση ἀνάμεσα στὰ καινοδιαθηκικὰ κείμενα, ἀλλὰ ἀποτελοῦν κατ’ ἐξοχὴν χαρακτηριστικὰ τοῦ καινοῦ βίου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ καινοῦ ἤθους τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς κοινοκτημοσύνης. Στὴν προοπτικὴ ποὺ ἀνοίγει ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἡ ἀγάπη συνιστᾶ τὸ ὑπέρτατο κριτήριο, ἕνα κριτήριο πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ κάθε εἴδους θρησκευτική, τελετουργικὴ ἢ νομικὴ τυπολατρία, ὅπως μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει καὶ τὸ 25ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπου ἡ ὑπεράσπιση τῶν φτωχῶν, τῶν ξένων ἢ τῶν φυλακισμένων, μὲ μία φράση τῶν θυμάτων τῆς Ἱστορίας, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀληθινὴ πιστότητα τοῦ πιστοῦ στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, καθὼς στὸ πρόσωπο τῶν θυμάτων αὐτῶν εἰκονίζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἄλλος: «Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἀφοῦ τὰ κάνατε αὐτὰ γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄσημους ἀδελφούς μου, τὰ κάνατε γιὰ μένα» (Μτ 25:40). Συναντοῦμε ἐδῶ τὴ συνέχεια τῆς πλούσιας προφητικῆς καὶ ἐλεήμονος παράδοσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴ μέριμνα ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει γιὰ τὴν προστασία καὶ υπεράσπιση τῶν φτωχῶν, τῶν ξένων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, ὅπως καὶ τῶν θυμάτων κάθε εἴδους ἀδικίας. […]


Παντελὴς Καλαϊτζίδης, Εὐαγγελικὸ ἦθος καὶ πολιτικὲς χρέους στὴ μετα-χριστιανικὴ Εὐρώπη, μτφρ. Σοφία Κουνάβη, περ. Σύναξη, τ. 129, Ἰανουάριος-Μάρτιος 2014

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γιὰ τὴ «χριστιανικὴ» ἀδικία

[…] Ἂν οἱ δοῦλοι καθ’ ὑπόθεσιν κλέπτουν ἀπὸ τοὺς αὐθέντες των, τοῦτο ἔχει ὑπομονήν· διότι αὐτοὶ ἔχουσι κἄποιον φαινόμενον δίκαιον· ἐπειδὴ οἱ αὐθένται αὐτῶν καὶ μάλιστα ὅταν τύχουν φιλάργυροι δὲν τοὺς ἀναπαύουν οὐδὲ τοὺς εὐχαριστοῦν, ἀλλὰ καὶ πολλάκις τοὺς δέρνουν καὶ ἱμάτια ἀρκετὰ δὲν τοὺς κατασκευάζουν καὶ μὲ αὐτάρκειαν δὲν τοὺς τρέφουν. Μὰ ἐσεῖς οἱ τεχνῖται ποῖον δίκαιον ἔχετε νὰ κλέπτετε ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς ἢ τοὺς πλουσίους; […] Ὑπερβαίνουν ὅμως καὶ τοὺς καπήλους καὶ τοὺς πραγματευτὰς εἰς τὰς κλεψίας καὶ ἁρπαγὰς καὶ ἀδικίας οἱ πρωτομαΐστορες τῶν ρουφετίων καὶ ἐκεῖνοι ὅπου ἐξουσιάζουν τὰ χωράφια καὶ ἀμπέλια καὶ περιβόλια καὶ τὰ ἄλλα ὑποστατικὰ εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄλλους καὶ τὰ δουλεύουν. Διότι οἱ μὲν πρωτομαΐστορες καθήμενοι ἀργοὶ καὶ μηδὲν δουλεύοντες ἀποκτοῦν καὶ κερδίζουν ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἱδρῶτας τῶν μαθητῶν καὶ συντρόφων τους· ἐκεῖνοι δὲ οἱ πτωχοὶ καὶ ταλαίπωροι ὅπου δουλεύουν, μένουν ὑστερημένοι· οἱ δὲ οἰκοκυροὶ πάλιν ὅπου ἔχουν τὰ ὑποστατικὰ κατατρώγουν καθημερινῶς τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς ὅπου δουλεύουν τὰ χωράφια καὶ ἀμπέλια των, τοὺς ἀγγαρεύουν ἀπανθρώπως μὲ ἀγγαρείας παντοτεινὰς καὶ ἀνυποφόρους· μεταχειρίζονται τὰ σώματά των ὡσὰν ἄλογα ζῶα μᾶλλον εἰπεῖν, ὡσὰν ἀναισθήτους πέτρας· τοὺς ἔχουν ὡσὰν ἀγορασμένους δούλους καὶ σκλάβους καὶ φέρονται πρὸς αὐτοὺς μὲ περισσοτέραν σκληρότητα παρὰ ὅπου ἐφέρετο ὁ Φαραὼ πρὸς τοὺς σκλαβωμένους Ἑβραίους εἰς τὴν Αἴγυπτον. […] οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι ἢ οἰκοκυροὶ τῶν ὑποστατικῶν, ὅπου δὲν ἀφήνουν τοὺς ξένους καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας καὶ τοὺς ἄλλους πτωχοὺς νὰ μαζώξουν ἀπὸ τὰ στάχυα τῶν θερισμένων χωραφίων τους ἢ ἀπὸ τὰ σταφύλια ὅπου μένουν ἀπὸ τὰ τρυγημένα ἀμπέλια των ἢ ἀπὸ τὰς ἐλαίας καὶ τοὺς ἄλλους καρποὺς καὶ πωρικὰ τῶν μαζωμένων δένδρων τους, καὶ αὐτοὶ παρομοίως φονεῖς γίνονται καὶ αἵματα χύνουσι· διότι ὑστεροῦν τὴν τροφὴν τῶν ξένων καὶ ὀρφανῶν καὶ χηρῶν καὶ πτωχῶν […]


Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Χρηστοήθεια τῶν χριστιανῶν, Λόγος Η´, Διαλαμβάνων ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τεχνῖται πρέπει κατὰ Θεὸν καὶ χωρὶς καμμίαν κακίαν νὰ δουλεύουν τὰς τέχνας των, ἐκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1999  

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Σάρκωση καὶ ἰμπεριαλισμὸς

[…] Ὁ κλασικὸς ἰμπεριαλισμὸς εἶναι τόσο κραυγαλέος καὶ τόσο ὠμός, ποὺ ἡ ρηματικὴ καταδίκη του δὲν εἶναι δύσκολη ὑπόθεση, ίδίως ἀπὸ ὅσους ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὸν χορό, τοπικὰ καὶ χρονικά. Ἀκριβῶς, ὅμως, αὐτὴ ἡ εὐκολία δὲν πρέπει νὰ λειτουργήσει σὰν εὐσεβὲς λεξοτανὶλ ποὺ θὰ μᾶς χαρίζει ἕναν προμελετημένο ὕπνο τοῦ δικαίου. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, δὲν εἰσβάλλεις μὲν σὲ μιὰ χώρα μὲ τὰ ἐθνικὰ στρατεύματά σου, ἀλλὰ στηρίζεις ἰδεολογικά, οἰκονομικά, κ.λ.π. ἐπ’ ἀμοιβαιότητι τοὺς ἀποικιοκράτες καὶ τοὺς ἀχυρανθρώπους τους, πόσο μπορεῖς νὰ νίπτεις τὰς χεῖρας σου στὸ νερὸ τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος σου; Δὲν ἀσκεῖς, ἄραγε, ἰμπεριαλισμὸ νέου τύπου ὅταν δὲν μπορεῖς νὰ φανταστεῖς τὴν ἐκκλησία ἔξω ἀπὸ τὸν πολιτισμικό σου ὀρίζοντα καὶ ὅταν, συνακόλουθα, κατανοεῖς καὶ ἐνεργεῖς τὴν ἱεραποστολὴ ὡς ἐξαγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ σου πολιτισμοῦ, ὅταν θέλεις νὰ μετατρέψεις τοὺς Ἀφρικανοὺς σὲ Ἕλληνες ἐπὶ παντὸς ἐπιπέδου (ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς, τρόπου ψαλμώδησης, δόμησης τῆς λειτουργίας, ἱερατικῶν ἀμφίων καὶ -τὸ σποιυδαιότερο- τρόπου θεολόγησης) καὶ ὅταν μαζὶ μὲ τὰ εἰκονάκια καὶ τὶς καραμέλλες τοὺς μοιράζεις ἑλληνικὲς σημαῖες καὶ συνδέεις τὴν ὀρθοδοξία τους μὲ τὴν 28η Ὀκτωβρίου; Ἂς μποῦμε τουλάχιστον στὸν κόπο νὰ διερωτηθοῦμε μήπως γινόμαστε μικροϊμπεριαλιστὲς καὶ νεοαποικιοκράτες μέσῳ ἄλλων, ἐκσυγχρονισμένων καὶ εἰρηνόμορφων ὁδῶν. Δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Κομπανίας, ζοῦμε ὅμως στὴν ἐποχὴ τοῦ Μάρκετινγκ!
[…] Ὅταν ἡ Ἐκκλησία μίλησε γιὰ τὴ σάρκωση, τὴν ἀπερινόητη ἔλευση τοῦ Υἱοῦ, μίλησε γιὰ κένωση καὶ γιὰ ξενιτεία του.
Κένωση εἶναι νὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ κενώσω τὴ λευκότητά μου, τὴν εὐρωπαϊκότητά μου καὶ τὸν ἐθνικισμό μου καὶ νὰ γίνω, λόγου χάρη, ἀφρικανὸς στὴν Ἀφρική, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ πραγματικὰ τοπικὴ ἐκκλησία, κι ὄχι ὑποκατάστημα κάποιου ἐθνικοῦ ἢ πολιτισμικοῦ κέντρου. […]
Ξενιτεία εἶναι κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ταξίδια ἑνὸς μάνατζερ. Εἶναι νὰ δεχτῶ νὰ γίνω ξένος σ’ ἕναν ξένο τόπο, κι ἔτσι νὰ ζήσω στὸ πετσί μου τὴν ἀποξένωση καὶ τὴ διαίρεση τῆς ἀνθρωπότητας, κρατώντας ὅμως ταυτόχρονα τὴν πίστη ὅτι ὅλη ἡ οἰκουμένη εἶναι πατρίδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ «τοῦ Κυρίου εἶν’ ἡ γῆ καὶ ὅτι τὴ γεμίζει· ἡ οἰκουμένη κι ὅσοι μένουνε σ’ αὐτὴν» (Ψαλμ. 24 [23]:1). […]


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ἡ Ἐκκλησία γίνεται ὅταν ἀνοίγεται, ἡ ἱεραποστολὴ ὡς ἐλπίδα καὶ ὡς ἐφιάλτης, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2008, σ. 290-291·297-299    

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

ἐλευθεροκεντρικῶς

Φώτης Βάρθης
[…] ὁ βυζαντινὸς πολιτισμὸς διατηρεῖ τὸ ἐλευθεροκεντρικὸ πρόταγμα: Πιστεύει στὴν ἀτομικὴ αὐτεξουσιότητα καὶ διατηρεῖ τὸ σύστημα τῶν Κοινῶν, τὸ ὁποῖο τὴν ἐνσαρκώνει στὸ κοινωνικὸ καὶ στὸ πολιτικὸ πεδίο. Εἶναι δηλαδὴ ἑλληνικὸς πολιτισμός.
Τὸ ἐπιχείρημά μας γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ στηρίζεται ἔτσι στὴν ἀποκλειστικὴ ταύτιση τῆς ἑλληνικότητας μὲ τὸ ἐλευθεροκεντρικὸ πρόταγμα καὶ στὴν ἀντίστοιχη ἀποκλειστικὴ διαφοροποίησή της ἀπὸ τὸ δεσποτισμὸ (τὸν ἀνατολικὸ καὶ τὸν δυτικὸ-φεουδαρχικό). Στὴ βάση αὐτή, ἀναιρεῖται πλήρως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ χριστιανικότητα τοῦ Βυζαντίου ἀποκλείει τὴν ἑλληνικότητά του. Ὁ ἑλληνικὸς-ἐλευθεροκεντρικὸς χαρακτήρας τοῦ Βυζαντίου δὲν αἴρεται ἀπὸ τὴ λειτουργία τῶν προσωποκεντρικῶν ἑλκυστῶν, ποὺ τοῦ ἔχει ἐμφυτεύσει ὁ χριστιανισμός. Ἀπεναντίας: ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία, ἡ τροφοδοτούμενη ἀπὸ τὴν ἕλξη τοῦ χριστιανικοῦ προτύπου, ἑδραιώνει τὸ αὐτεξουσιαστικὸ κεκτημένο, ἐξασφαλίζοντας ἔτσι τὴ διατήρηση τῆς ἑλληνικότητας καὶ ἐπιπλέον τὴν ἀνάπτυξη τῆς οἰκουμενικῆς ἐλευθεροκεντρικῆς της δυναμικῆς καὶ ἄρα λειτουργικότητας.
Βεβαίως θὰ μπορούσαμε νὰ προσφύγουμε στὴν εὔκολη λύση: τὴν ἀπόδειξη τῆς ἑλληνικότητας τοῦ Βυζαντίου μὲ τὴν ἀδιαμφισβήτητη ἑλληνοφωνία του. Ὅπως, κατὰ κανόνα, συνηθίζει ἡ ἑλληνοκεντρικὴ διανόηση. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μέγα λάθος, διότι ἡ ἐθνικότητα δὲν ὁρίζεται ἀπὸ τὴ γλώσσα. Ἡ ἀναγωγὴ τῆς ἑλληνικότητας στὴν ἑλληνοφωνία εἶναι ὄχι μόνο ἐννοιολογικὸ σφάλμα, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετη στὰ ἱστορικὰ δεδομένα. Ἡ ἑλληνικὴ ἡγεμονία στὸ Βυζαντινὸ ἱστορικὸ σχῆμα ἀποδεικνύεται μόνο ἀπὸ τὸν ἐλευθεροκεντρικὸ χαρακτήρα τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ.  


Θεόδωρος Ἰ. Ζιάκας, Ὁ σύγχρονος μηδενισμός, μικρὴ ἀφήγηση γιὰ τὴ μοίρα τῆς ἐλευθερίας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2008