Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

ὁ λιμὸς εἶναι τῆς καρδιᾶς

Ὄττο Ντὶξ
Ἂς μὴ φανοῦμε ἐμεῖς οἱ λογικοὶ σκληρότεροι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα. Διότι ἐκεῖνα ἀπὸ κοινοῦ χρησιμοποιοῦν αὐτὰ ποὺ βλαστάνει ἐκ φύσεως ἡ γῆ. Τὰ κοπάδια τῶν προβάτων βοσκοῦν σὲ ἕνα καὶ τὸ ἴδιο βουνό. Πάμπολλα ἄλογα μία καὶ τὴν ἴδια πεδιάδα καταλαμβάνουν ὡς βοσκότοπο. Καὶ ὅλα τὰ εἴδη τῶν ζώων ἔτσι μεταξύ τους τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο παραχωροῦν τὴν ἀναγκαία ἀπόλαυση τῶν τροφῶν. Ἐμεῖς ὅμως οἰκειοποιούμαστε τὰ κοινὰ καὶ κατέχουμε μόνοι αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στοὺς πολλούς. Ἂς ντρεπόμαστε τὰ φιλάνθρωπα διηγήματα τῶν εἰδωλολατρῶν. Σὲ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς φιλάνθρωπος νόμος ἀπεργάζεται μία τράπεζα καὶ κοινὰ τρόφιμα καὶ σχεδὸν μία οἰκογένεια τὸν πολυάνθρωπο λαό. Ἂς ἀφήσουμε τοὺς ἐθνικοὺς καὶ ἂς ἔλθουμε στὸ παράδειγμα τῶν τριῶν χιλιάδων. Ἂς ζηλέψουμε τὴν πρώτη ἐκκλησία τῶν χριστιανῶν, ὅπου τὰ πάντα ἦταν σὲ αὐτοὺς κοινά, δηλαδὴ ἡ ζωή, ἡ ψυχή, ἡ συμφωνία, ἡ κοινὴ τράπεζα, ἡ ἀδιαίρετη ἀδελφότητα, ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη, ποὺ ἕνωνε σὲ ἕνα τὰ πολλὰ σώματα καὶ συνάρμοζε τὶς διάφορες ψυχὲς σὲ μία ὁμόνοια. […]
Ἐνὼ ἐπαινοῦμε τὴν εὐεργεσία, τὴν ἀποστεροῦμε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴ χρειάζονται. Ἐνῶ εἴμαστε δοῦλοι καὶ ἐλευθερωνόμαστε δὲν σπλαχνιζόμαστε τοὺς συνδούλους μας. Ἐνῶ πεινᾶμε καὶ τρεφόμαστε, περιφρονοῦμε τὸν ἐνδεῆ. Ἐνῶ ἔχουμε Θεὸ ἀνενδεῆ χορηγὸ καὶ ταμία, ἔχουμε γίνει σφιχτοχέρηδες καὶ ἀμέτοχοι στὶς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν. Τὰ πρόβατά μας εἶναι γόνιμα καὶ ὅμως οἱ γυμνοὶ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τὰ πρόβατα. Οἱ ἀποθῆκες ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀποθηκευμένων ἀγαθῶν δὲν χωροῦν κι ἐμεῖς δὲν ἐλεοῦμε αὐτὸν ποὺ στενάζει.  


Μ. Βασιλείου, Ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

σάρκωση-ὁ ἐκτοπισμὸς τῆς ἐξουσίας

Στέφανος Ἀλμαλιώτης
στὸν Νώντα Τσίγκα

Ἡ αὐταπάτη ὅτι ἡ ἐξουσία εἶναι ἁπλῶς ζήτημα δομῶν καὶ σχέσεων ἀποτελεῖ τὴν κύρια αἰτία γιὰ τὴν παρασιτικὴ παράταση της στὸ κοινωνικὸ σῶμα. Λοιδορεῖται καὶ λησμονεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐξουσία συνιστᾶ τὸν πυρήνα τοῦ ὑπαρκτικοῦ τρόπου τῆς πτώσης. Εἶναι ἡ καταστατικὴ συνθήκη τῆς ζωῆς ὅπως ἐλεύθερα ἐπέλεξε νὰ ἱδρύσει ὁ ἀδαμιαῖος φόβος.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη κάθε ἀπόγονος τοῦ προπάτορα κρύβει τὸν φόβο στὸν αὐτοδιπλασιασμό του. Φοβούμενος τὸν Δωρητὴ τῆς ζωῆς φοβᾶται νὰ διανύσει τὴν ἀπόσταση ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν ἄλλον, τὴν κάθε εἰκόνα Του. Ἡ κοινωνικὴ ἐκδίπλωση τοῦ εἶναι ὅμως, ποὺ συνιστᾶ τὴ μόνη φυσικὴ ἀπόκριση στὴν κλήση Του ἀπὸ τὸ μηδέν, δὲν ἀναστέλλεται. Ἀδυνατώντας νὰ λειτουργήσει ἀγαπητικά, ἐκτινάσσεται μὲ σφοδρότητα, μὲ σκοπὸ νὰ καταλάβει τὸν χῶρο, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ συν-χωρήσει μὲ τὸν πλησίον.
Αὐτὸ τὸ τεχνητὸ χάσμα παρέμενε ἀγεφύρωτο. Καμία πολιτικὴ ἢ ἠθικὴ κατασκευὴ δὲν μποροῦσε νὰ φτάσει ἀπέναντι, διότι ὁ ἑαυτὸς ἔχασκε σαθρὸς καὶ ἀνυπόστατος ἔναντι τοῦ εἰδώλου του, ποὺ δολίως καὶ πεισματωδῶς ὑποκατέστησε τὸν ὁμοίως (συν-)πολιτευόμενο.
Οἱ παράδρομοι ἀπέχουν μακρὰν ἀπὸ τοῦ πλησίον. Ἡ μοναχικὴ πορεία ἐπ’ αὐτῶν ἀνακαλεῖ ἀδιαλείπτως τὸν φόβο τοῦ προπάτορα, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ διαβάτης νὰ ἐπιτίθεται ἐξουσιαστικὰ στὰ σκιάχτρα-ὁμοιώματά του, ποὺ τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ἀνέραστη αὐτότητα. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν δὲν εἶναι παρὰ ὁ στρεβλός, ἀνευόδωτος πόθος τοῦ ἄλλου. Ἄλλωστε μὲ κομμένες τὶς γέφυρες ἡ μόνη δυνατότητα «κοινωνίας» εἶναι οἱ κραυγὲς καὶ τὸ πετροβόλημα.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ κενούμενου Λόγου: Κάνει ξανὰ τὴν περπατησιὰ τοῦ ἔρωτα δυνατή. Προσλαμβάνει τὴν ἀνθρωπότητα, κάνει σάρκα Του τὸ δράμα της, γιὰ νὰ ἑνώσει τὰ πρὶν διεστῶτα. Ἡ διάγνωση εἶχε ἤδη γίνει: «ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ» (Μρκ. 1, 3). Ἡ πραγμάτωση καὶ τὰ ἐγκαίνια τῆς δυνατότητάς της ἐγκαινιάστηκαν κατὰ τὴ σάρκωση. Διανύεται καὶ πάλι ἡ λησμονημένη ὁδὸς πρὸς τὸν ἄλλον.
Ὁ Θεὸς δὲν καλύπτει μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του μόνο τὰ κενὰ μὲ τὰ ὁποῖα γέμισε τὸν δρόμο πρὸς τὸν πλησίον ἡ ἑλικοειδὴς συστροφὴ τοῦ καθενός. Ἀναδημιουργεῖ παραδίδοντας τόπο καινό. Ἐκ-τοπίζει τὴν ἐξουσία σταυρικῶς ἐκ γενετῆς, ἡ ἀδηφαγία τῆς ὁποίας καθιστᾶ τὸν ἑαυτὸ καὶ τὸν κόσμο ἄ-τοπους.
Ὁ σαρκωθεὶς Λόγος μετέβαλε τὴν ἀπόσταση σὲ κορμί Του. Καθόλου τυχαία ἡ εὐχαριστιακὴ μετοχὴ σὲ Αὐτὸ ὀνομάζεται «συνουσία». Μέσα Του χαρίζεται καινουργὴς ἡ διασαλευμένη ἀπὸ τὴν κυριαρχία ὑπόσταση. Γι’ αὐτὸ ψάλλουμε: «Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε». Ἡ Ἐδὲμ δὲν εἶναι ρομαντικὴ ἀναπόληση. Εἶναι ἀνακαινισμένη ὕλη μὲ δυνατότητα νὰ συστήνει καιρὸ καὶ τόπο.
          
         «Δεῦτε ἴδωμεν…δεῦτε λάβωμεν»!



Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

ἄθλιος, κρυπτόμενος Ζητιάνος

Ζὸρζ Ρουὸ
Κάθε ἀναγκαστικὴ ἀπόδειξις βιάζει τὴν ἀνθρώπινη συνείδησι, μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ ἁπλῆ γνῶσι. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς περιορίζει τὴν παντοδυναμία του, κλείνεται μέσα στὴν σιωπὴ τῆς ὠδυνωμένης ἀγάπης του, ἀποσύρει κάθε σημεῖο, κάθε θαῦμα, ρίχνει μιὰ σκιὰ πάνω στὴν λάμψι τῆς ὄψεώς του. Σ’ αὐτὴν τὴν κενωτικὴ στᾶσι τοῦ Θεοῦ ἀπαντᾷ τὸ οὐσιῶδες τῆς πίστεως. Διατηρεῖ καὶ θὰ διατηρεῖ πάντοτε αὐτὸ τὸ σκιῶδες ποὺ ἔχει, ἕνα ὁδυνηρὸ σκοτάδι, ἕνα περιθώριο ἱκανὸ γιὰ νὰ προστατεύῃ τὴν ἐλευθερία της, γιὰ νὰ διατηρῇ τὴν ἴδια ἐξουσία νὰ λέγῃ σὲ κάθε στιγμὴ τὸ ὄχι, καὶ νὰ οἰκοδομῇ ἐπάνω στὴν ἄρνησή της. […]
Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς δέχεται νὰ τὸν ἀρνηθοῦν, νὰ τὸν ὑποτιμήσουν, νὰ τὸν ἀπορρίψουν, νὰ τὸν ἐκβάλουν ἀπὸ τὴν δημιουργία του. Ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ Θεός, ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ἐπῆρε τὸ μέρος τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Χριστιανὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἄθλιος, ἀλλὰ ξέρει ὅτι ὑπάρχει Κάποιος ἀθλιώτερος, αὐτὸς ὁ Ζητιάνος τῆς ἀγάπης στὴν θύρα τῆς καρδιᾶς: «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύρα καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. 3, 20). Ὁ Υἱὸς ἔρχεται στὴν γῆ γιὰ νὰ καθήσῃ στὸ «τραπέζι τῶν ἁμαρτωλῶν». […]
Ἡ ἐπιστήμη ἐπιβάλλει τὴν θεώρησί της γιὰ τὰ ὁρατὰ πράγματα, τὰ ἐπαληθεύσιμα, καὶ μὲ ὑποχρεώνει νὰ τὴν δεχθῶ. Δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ὕπαρξι ἑνὸς σκουληκιοῦ τῆς γῆς ἢ ἑνὸς μικροβίου, ὅμως μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ. […]
Τὰ ἀναντίρρητα ἱστορικὰ τεκμήρια γιὰ τὴν ἀποδειξι καὶ τῆς γηίνης ἀκόμη ὑπάρξεως τοῦ Ἰησοῦ, χωρὶς νὰ ὁμιλήσωμε γιὰ τὴν οὐράνια, λείπουν. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ καλὸ καὶ ἀποτελεῖ ἴσως τὴν καλύτερη ἀπόδειξι τῆς ἀληθείας τῶν Εὐαγγελίων, διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπιβάλλεται, δὲν διακηρύσσει πουθενὰ ἄμεσα τὴν θεότητά του, ἀλλὰ μόνον ἐρωτᾷ: «Πιστεύεις;» Δὲν ἀπευθύνεται ποτὲ στὴ λογική, δὲν παραθέτει μήτε ἀποδείξεις μήτε ἐπιχειρήματα, δὲν ἐρωτᾷ· «ξέρεις; ἐπείσθηκες; νικήθηκες;».

Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ πάλη μὲ τὸν Θεόν, μτφρ. Ἰ. Κ. Ππαπαδοπούλου, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 51991


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

«ἐξουσία ἀσκεῖται μόνο στὰ ζῶα»

Γ.Θ. Γεωργιάδης
Ἔχεις λησμονήσει τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας σου, διότι μέχρι τὴν ἐπιστασία τῶν ζώων ἔχει περιορισθεῖ ἡ ἐξουσία σου. Διότι, ἂς ἐξουσιάζουν τὰ πτηνά, τὰ ψάρια καὶ τὰ τετράποδα, εἶπε. Πῶς θὰ θέσεις τὴν ἐλεύθερη φύση τοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δουλείας καὶ θὰ τὴν ἐξισώσεις μὲ τὰ τετράποδα ἢ τ’ ἄποδα; […] Μήπως ἀπὸ τὰ κτήνη προῆλθαν οἱ ἄνθρωποι; Μήπως τὰ βόδια ἐγέννησαν ἀνθρώπους; Διότι μία μόνο δουλεία εἶναι δεκτὴ στοὺς ἀνθρώπους, αὐτὴ τῶν ζώων. […] Ποιᾶς πές μου τιμῆς; Τὶ βρῆκες ἀντάξιο μὲ αὐτὴ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου; Μὲ πόσα χρήματα κοστολόγησες τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Μὲ πόσα χρήματα πούλησες τὴ θεόπλαστη φύση; […] Αὐτόν, ποὺ εἶναι καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ κι ἄρχοντας ὅλης τῆς γῆς, ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἐξουσία ἐπὶ τῆς γῆς, ποιὸς μπορεῖ, πές μου, νὰ τὸν πωλήσει καὶ νὰ τὸν ἀγοράσει; Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό· μᾶλλον σχεδὸν οὔτε ὁ Θεός. «Ἀμετάκλητα εἶναι τὰ χαρίσματα του» (Ρωμ. 11, 29). Δὲν θὰ ὑποδούλωνε ποτὲ ὁ Θεὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση, διότι Αὐτός, ἂν κι εἴχαμε ὑποδουλωθεῖ αὐτοβούλως στὴν ἁμαρτία, μᾶς ἀνακάλεσε στὴν ἐλευθερία. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν ὑποδουλώνει τὸν ἐλεύθερο, ποιὸς μπορεῖ νὰ τεθεῖ πάνω ἀπὸ τὴ δυναστεία τοῦ Θεοῦ; […] Διότι τὶ προσέθεσε ἡ ἐξουσία στὴ φύση σου; Οὔτε χρόνο, οὔτε προτερήματα· ἴδια παραμένει ἡ γέννηση, ἡ ζωή σου, ἐξίσου νιώθεις χαρές, λύπες, θυμούς, ἡδονές, νόσους καὶ θανάτους μὲ τὸν δοῦλο σου. Μήπως ὑπάρχει καμιὰ διαφορὰ τοῦ δούλου ἀπὸ τὸν κύριο; Μήπως δὲν ἀναπνέουν τὸν ἴδιο ἀέρα; Μήπως δὲν βλέπουν ἐξίσου τὸν ἥλιο; Μήπως δὲν συντηροῦν τὴ φύση μὲ τὴν ἴδια τροφή; Μήπως τὰ σπλάχνα τους δὲν ἔχουν τὴν ἴδια κατασκευή; Μήπως δὲν γίνονται μιὰ σκόνη μετὰ τὸν θάνατο; Μήπως δὲν θὰ κριθοῦν ἐξίσου; Μήπως δὲν θὰ γευθοῦν κοινὴ βασιλεία ἢ γέενα; Πές μου, πῶς νὰ θεωρηθεῖς κύριος κάποιου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶσαι ἴσος σὲ ὅλα;


Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

φασισμός - ἀπὸ τὸν χῶρο στὸν Χῶρο


Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ἀγαπάω
καὶ αὐτὸς ποὺ ἀγαπάω
εἶναι ἐγώ»
-          εἶπε ὁ Μανσοὺρ ἀλ Χαλάλ, καὶ τὸν σταυρώσανε…
περπατοῦσα στοὺς δέκα γαλαξίες
ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ Ἐμένα,
ὅταν μὲ φώναξες «ἐσύ, ἐγώ»
-          καὶ ξάπλωσα στὰ πόδια σου ἑπτὰ χιλιετίες…
Εἶμαι ὁ Γιαζὶ Ἀλ Μπισταμπί,
ὁ Μαβλανὰ Τζαλλαλουντὶν Ρουμί,
ὁ Ἰσαὰκ τῆς Νινεβῆ,
εἶμαι χιλιάδες
ἀπὸ τὸ Στάλινγκραντ καὶ τὴν Καισαριανή,
τὸ Κουτλουμούσι, τὴν Μακρόνησο,
τὴν Μονὴ τοῦ Σταυρονικήτα
καὶ τὸν τεκὲ τῶν Μπεκτασὶ δερβίσηδων
στὶς ὄχθες τοῦ Πηνειοῦ, στὸ Χασὰν Μπαμπᾶ…
(Ποιήματα ε´)  



Καὶ στὸν χριστιανικὸ κόσμο ὑπάρχουν φονταμενταλιστές, στὸν χριστιανικὸ κόσμο ὑπάρχουν καὶ φασίστες. Ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ἐπιβάλλανε τὴν ἀποικιοκρατία. Παντοῦ ὑπάρχουν ὑπερβολές. Παντοῦ ὑπάρχουν φανατικοί, ἀλλὰ κατὰ κανένα τρόπο τὸ Ἰσλὰμ δὲν εἶναι φανατικὸ ἀφοῦ βασίζεται κατὰ μεγάλο μέρος στὸν ἑλληνιστικὸ πολιτισμό. Στὸ Μεσαίωνα, περισσότερο προστάτευε τὸ Ἰσλὰμ τοὺς ἑβραίους καὶ τοὺς χριστιανοὺς παρὰ οἱ χριστιανοὶ ποὺ καίγανε στὴν πυρὰ κάθε ἄλλη ἄποψη, ἀκόμη καὶ χριστιανικὴ ἐκτὸς γραμμῆς. Δὲν μποροῦμε νὰ ταυτίζουμε μιὰ φανατικὴ ἐκφορὰ ἑνὸς χώρου μὲ τὸν Χῶρο…     


Κωστῆ Μοσκώφ, Ρήσεις, περ. Ὁδὸς Πανός, τ. 118, 2002

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

τὸ ὂν «πλούσιος»

Τὶ πιὸ ἀναίσχυντο, τὶ ἀναιδέστερο, τὶ περισσότερο ἐφάμιλλο μὲ τὴν ὄψη ἑνὸς σκύλου ἀπὸ τὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ ἀθλίου (τοῦ πλουσίου); Κι ἀκόμη, ἕνας σκύλος μπορεῖ νὰ νιώσει ντροπὴ περισσότερο ἀπὸ ἕναν φιλάργυρο, ποὺ ἁρπάζει τὴν περιουσία ὅλου τοῦ κόσμου. Αὐτὰ τὰ χέρια, ποὺ ὅλα τὰ ἀτιμάζουν, αὐτὸ τὸ στόμα, ποὺ δὲν χορταίνει ποτέ, ἀποτελοῦν ὅ,τι αἰσχρότερο μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Ἕνας κακὸς πλούσιος δὲν ἔχει πρόσωπο καὶ μάτια ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ ὂν δὲν βλέπει τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀνθρώπους, τὸν οὐρανὸ ὡς οὐρανό. Δὲν ὑψώνει τὰ μάτια του στὸν Θεό, δὲν τὸν ἀναγνωρίζει ὑπέρτατο δεσπότη. Ὅλα τὰ πράγματα γι’ αὐτὸν δὲν εἶναι παρὰ μόνο χρυσάφι καὶ ἀσήμι. Ὅταν τὸ βλέμμα ἑνὸς ἀνθρώπου πέφτει σ’ ἕναν φτωχὸ τὴν ὥρα τῆς θλίψης του, ἡ καρδιὰ συγκινεῖται, δάκρυα ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ μάτια, αἰσθάνεται πάνω του τὶς δυστυχίες ποὺ διακρίνει. Ὅταν ὅμως αὐτὸς ὁ πλούσιος κοιτάζει ἕναν φτωχό, γίνεται σκληρότερος. Ἡ ἀπανθρωπιά του μεγαλώνει.


Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν Α´ πρὸς Κορινθίους, Λόγος Θ´

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ἀγάπη ἡ ἐπιστήμων


[…] Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἡλικιωμένος καὶ ἀναντίρρητα εὐφυής. Μίλαγε κι αὐτὸς τὸ ἴδιο εἰλικρινά, ἂν κι ἀστειευόταν, κι ἀστειευόταν πικρά. Ἐγώ, ἔλεγε, ἀγαπάω τὴν ἀνθρωπότητα μὰ ἀπορῶ κι ὁ ἴδιος μὲ τὸν ἑαυτό μου: Ὅσο περισσότερο ἀγαπῶ τὴν ἀνθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο ἀγαπάω τὸν κάθε ἄνθρωπο χωριστά. Στὶς ὀνειροπολήσεις μου, ἔλεγε, φτάνω συχνὰ νὰ λαχταράω μέχρι πάθους νὰ ἐξυπηρετήσω τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἴσως καὶ στ’ ἀλήθεια νὰ δεχόμουνα νὰ σταυρωθῶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἂν παρουσιαζόταν ξαφνικὰ μιὰ τέτοια ἀνάγκη. Κι ὅμως, παρ’ ὅλ’ αὐτά, δὲν μπορῶ οὔτε δυὸ μέρες νὰ ζήσω στὸ ἴδιο δωμάτιο μ’ ἄλλον ἄνθρωπο. Αὐτὸ τὸ ξέρω ἀπὸ πείρα. Μόλις βρεθεῖ κάποιος κοντά μου, νιώθω πὼς πλήγωνει τὴν ἀτομικότητά μου καὶ μοῦ περιορίζει τὴν ἐλευθερία μου. Μπορῶ μέσα σὲ ἕνα εἰκοσιτετράωρο νὰ μισήσω τὸν πιὸ καλὸν ἄνθρωπο. Ἄλλον γιατὶ τρώει ἀργά, ἄλλον γιατὶ ἔχει συνάχι καὶ σκουπίζει συνεχῶς τὴ μύτη του μὲ τὸ μαντήλι. Γίνομαι, ἔλεγε, ἐχθρὸς τῶν ἀνθρώπων μόλις οἱ σχέσεις μας γίνουν κάπως στενότερες. Μὰ γι’ αὐτό, ὅσο περισσότερο μισοῦσα ὁρισμένους ἀνθρώπους προσωπικά, τόσο πιὸ φλογερὰ ἀγαποῦσα τὴν ἀνθρωπότητα στὸ σύνολό της. […]
Μὰ ἡ ἐνεργὸς ἀγάπη εἶναι κάτι πολὺ πιὸ σκληρὸ καὶ φοβερὸ ἀπ’ τὴν ἀγάπη ποὺ περιορίζεται στὰ ὄνειρα. Ἡ ὀνειροπόλα ἀγάπη διψάει γιὰ σύντομα κατορθώματα, ζητάει μιὰ γρήγορη ἱκανοποίηση καὶ τὸν γενικὸ θαυμασμό. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις μερικοὶ φτάνουν πραγματικὰ στὸ σημεῖο νὰ θυσιάσουν καὶ τὴ ζωή τους ἀκόμα, ἀρκεῖ νὰ μὴν περιμένουν πολύ, μὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ γρήγορα τ’ ὄνειρό τους. Καὶ νά ’ναι σὰν μιὰ θεατρικὴ παράσταση ποὺ νὰ τὴ βλέπουν ὅλοι καὶ νὰ τὴ χειροκροτοῦν. Μὰ ἡ ἐνεργὸς ἀγάπη χρειάζεται δουλειὰ κι ἐπίμονη αὐτοκυριαρχία καὶ γιὰ μερικοὺς εἶναι ἴσως-ἴσως ὁλόκληρη ἐπιστήμη. Μὰ σᾶς προλέγω πὼς ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ δεῖτε μὲ φρίκη πὼς παρ’ ὅλες σας τὶς προσπάθειες ὄχι μονάχα δὲν πλησιάσατε τὸ σκοπό σας μὰ ἀντίθετα ξεφύγατε ἀπ’ αὐτόν, ἐκείνην ἀκριβῶς τὴ στιγμή, σᾶς τὸ προλέγω, θά ’χετε φτάσει στὸ σκοπὸ καὶ θὰ νιώσετε καθαρὰ πάνω σας τὴ θαυματουργὸ δύναμη τοῦ Κυρίου ποὺ σᾶς ἀγαποῦσε ὅλον τὸν καιρὸ καὶ μυστικὰ σᾶς καθοδηγοῦσε. […]

Φ. Ντοστογιέφσκη, Ἀδελφοὶ Καραμάζοβ, μτφρ. Ἄρη Ἀλεξάνδρου, ἐκδ. Γκοβόστη, τ. Α´