Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ἡ ὀρθολογικότητα ὡς ἀπωθημένο τοῦ φόβου


Θεόδωρος Στάμος


(Ὁ Χέγκελ) στὸ ὄνομα τῆς ὀρθολογικότητας ἔπρεπε νὰ ἀγνοήσει τὴν βιωμένη ἐμπειρία. Τὸν πόνο, τὸν θάνατο, τὸ ἀνεξακρίβωτο, δηλαδὴ ὅλα ὅσα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει, ἀλλὰ στὰ ὁποῖα εἶναι ὑποδουλωμένος. «Τὸ πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ χάνει τὸν καιρό του στὰ βάσανα ὁρισμένων ἀτόμων ˗γράφει ὁ Χέγκελ˗ οἱ ἀτομικοὶ σκοποὶ χάνονται μπροστὰ στὸ γενικό». Ὁ Χέγκελ προσπαθεῖ νὰ θεμελιώσει ὁλόκληρη τὴ φιλοσοφία του στὴν ὀρθολογικότητα. Ἐντούτοις, τὰ βαθύτερα θεμέλια τῆς ἐπινόησής του πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τὸ νὰ ὑπακούουν μόνο στὴν ὀρθολογικότητα. […] Οἱ ἐπιθυμίες, τὰ ἔνστικτα, οἱ φόβοι, οἱ ἀγωνίες, οἱ ἀπωθήσεις, οἱ ἀθετήσεις: ἰδοὺ πάνω ἀπὸ τὶ προσπαθεῖ νὰ ἀνυψωθεῖ ἡ ὀρθολογικότητα τῆς ἱστορίας […].
Ἡ ἐπίμονη πίστη στὴν ὀρθολογικότητα χρησιμεύει γιὰ νὰ ὑπομένει (ὁ ἄνθρωπος) τὸν φόβο ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ἕνας Ντοστογιέφσκι ἢ ἕνας Νίτσε ἀποδεικνύουν τὴν ἀβεβαιότητα αὐτῆς τῆς πίστης καὶ ἀποκαλύπτουν ὅτι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἱστορία εἶναι οὐσιαστικὰ ἕνα κατασκεύασμα, μηχανισμὸς αὐτοπροστασίας, παρωπίδες, τότε τὰ πάντα καταρρέουν: ἡ ὀρθολογικότητα μαζὶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀλήθεια τῶν ἐπιστημῶν· καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα νὰ πάρει τὴ θέση τοῦ ἐξόριστου Θεοῦ.
[…] ὁ Χέγκελ εἶναι ὀπαδὸς τῶν ἤπιων, μὴ βίαιων ἀλλαγῶν, δηλαδὴ ἀλλαγῶν μὲ μέτρο. Νὰ γιατὶ ἐφαρμόζει μὲ ἐπιμονὴ καὶ στενοκεφαλιὰ τὴ διαλεκτικὴ μέθοδο: στὰ χέρια του ἡ διαλεκτικὴ εἶναι ἕνα μέσο νὰ βολεύεται ἄνετα μέσα στὸ δεδομένο, μέσα στὸ ὑπαρκτό, αὐτὸ εἶναι τὸ ὄπλο τῆς ὀρθολογικότητας. Σχετικὰ μὲ τὴν ὀρθολογικότητα, ὁ Κίρκεγκωρ θὰ σημειώσει «πρόκειται γιὰ μιὰ χίμαιρα, ἡ ὁποία, στὸν Χέγκελ, καλεῖται νὰ ἐξηγήσει τὰ πάντα καὶ ποὺ παράλληλα εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ ἐκεῖνος δὲν ἔνιωσε ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσει». Δὲν εἶναι καθόλου ἐντυπωσιακὸ ποὺ ὁ Χέγκελ δὲν τὸ ἔκανε: ἡ διαλεκτική του εἶναι, τελικά, ἐπικουρικὴ τῆς ἀπώθησης, τῶν ἀποσιωπημένων πραγμάτων. Καί, ὡς ἐπιχείρημα ἐπινοημένο νὰ ἐξηγήσει τὰ πάντα , εἶναι καὶ μέσο νὰ ἐκθρονίσει τὸν Θεό.
[…] Τὸ συμπέρασμα, τελικά, ἀπὸ τὸ ἐκπληκτικὰ ἀνυπόμονο καὶ ἀνήσυχο ὕφος του, εἶναι ὅτι φοβᾶται τὸν φόβο του. Φοβᾶται λοιπὸν ὅλα ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει μὲ τὸ μυαλό του. Ἀλλὰ φοβᾶται κυρίως τὸν Θεό, τὴν ἀνεξέλεγκτη ἐλευθερία Του ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ ἀλλοιώσει τὸν ἄνθρωπο.

Λάζλο Φ. Φολντένυι, Ὁ Ντοστογιέφσκι διαβάζει Χέγκελ καὶ κλαίει, μτφρ, Εὐάγγελου Δ. Νιάνου, ἐκδ. Ἁρμὸς


2 σχόλια:

  1. "Φοβουμαι να φοβηθώ" : Ο απόλυτος νευρωσικός μηχανισμός.
    Και η αδυναμία να ..."υποθέσω" κάτι που με ξεπερνά (το εγώ μου) ενισχύει την νεύρωση μου και τον πανικό μου.
    Ο Μέγας Γκάτσος είπε: "Οποιος φοβάται τον θάνατο θα τον σηκώνει στον ώμο"

    Σιγισμούνδος Φρόϋδ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. θὰ τὸν σηκώνει καὶ ὄχι θὰ τὸν σηκώσει, ἴλιγγος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή