Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

«Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι…!»

Ρέμπραντ (ἡ προφῆτις Ἄννα μελετάει τὶς Γραφὲς)

Ἀδερφοί μου, τὴν πίστη σας στὸν Κύριο τῆς δόξας, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, νὰ μὴν τὴν ἐκδηλώνετε μὲ μεροληπτικὲς πράξεις πρὸς τοὺς συνανθρώπους σας. Γιὰ παράδειγμα: Ἔρχεται στὴ σύναξή σας κάποιος μὲ χρυσὰ δαχτυλίδια καὶ πολυτελῆ ἐνδύματα. Κι ἔρχεται κι ἕνας φτωχὸς μὲ λερωμένα ρούχα. Ἂν δώσετε σημασία στὸν καλοντυμένο λέγοντάς του: «Κάθισε, παρακαλῶ, ἐδῶ στὴν καλὴ θέση», καὶ στὸ φτωχὸ πεῖτε: «Ἐσὺ στάσου ἐκεῖ ἢ κάθισε ἐδῶ κάτω, δίπλα στὸ σκαμνὶ ποὺ βάζω στὰ πόδια μου», δὲ μεροληπτεῖτε καὶ δὲ γίνεστε κριτές, κάνοντας πονηρὲς σκέψεις;
Ἀκοῦστε, ἀγαπητοί μου ἀδερφοί. Ὁ Θεὸς διάλεξε αὐτοὺς ποὺ γιὰ τὸν κόσμο εἶναι φτωχοί, νὰ γίνουν πλούσιοι στὴν πίστη καὶ νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία του, αὐτὴν ποὺ ὑποσχέθηκε σ’ ὅσους τὸν ἀγαποῦν. Ἐσεῖς, ἀντίθετα, ἐξευτελίζετε τὸ φτωχό. Κι ὅμως οἱ πλούσιοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ σᾶς σέρνουν στὰ δικαστήρια. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ προσβάλλουν τὸ τιμητικὸ ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ φέρετε. […] Πάντα νὰ μιλᾶτε καὶ νὰ ἐνεργεῖτε σὰν ἄνθρωποι ποὺ μέλλετε νὰ κριθεῖτε μὲ τὸ νόμο τῆς ἐλευθερίας. […] (2, 1-4 · 12)

Ἀκοῦστε με τώρα κι ἐσεῖς οἱ πλούσιοι. Κλάψτε μὲ γοερὲς κραυγὲς γιὰ τὰ βάσανά σας, ποὺ ὅπου νά ’ναι ἔρχονται. Ὁ πλοῦτος σας σάπισε, καὶ τὰ ρούχα σας τά ’φαγε ὁ σκόρος· τὸ χρυσάφι σας καὶ τὸ ἀσήμι κατασκούριασαν, καὶ ἡ σκουριά τους θὰ εἶναι μαρτυρικὴ κατάθεση ἐναντίον σας καὶ θὰ καταφάει τὶς σάρκες σας σὰν τὴ φωτιά. Κι ἐνῶ πλησιάζει ἡ κρίση, ἐσεῖς μαζεύετε θησαυρούς. Ἀκοῦτε! Κραυγάζει ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν ποὺ θέρισαν τὰ χωράφια σας κι ἐσεῖς τοὺς τὸν στερήσατε·καὶ οἱ κραυγὲς τῶν θεριστῶν ἔφτασαν ὡς στ’ αὐτιὰ τοῦ παντοδύναμου Κυρίου. Ζήσατε πάνω στὴ γῆ μὲ ἀπολαύσεις καὶ σπατάλες. Παχύνατε σὰν τὰ ζῶα, ποὺ τὰ πάνε γιὰ σφάξιμο. Καταδικάσατε καὶ φονεύσατε τὸν ἀθῶο· δὲ σᾶς πρόβαλε ἀντίσταση καμιά. (5, 1-6)


Καινὴ Διαθήκη, ἐπιστολὴ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου


Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

καλὸς θεσμός... ὁ ἀνύπαρκτος

El Greco
Οἱ ἀνθρώπινοι καὶ κοσμικοὶ θεσμοὶ (ἢ οἱ πνευματικοὶ θεσμοὶ ποὺ διοργανώνονται μὲ κοσμικὸ τρόπο) ἔχουν ὡς σκοπὸ νὰ προωθήσουν τὰ σχέδια τῶν ὑπευθύνων τους. Νὰ αὐξήσουν τὴ δύναμι καὶ τὴν ἐπιρροή τους. Νὰ ἐπιβάλουν τὴ θέλησί τους καὶ νὰ ὑποδουλώσουν, ὅσο γίνεται, περισσότερους· ἴσως καὶ μὲ τὸν σκοπό τους νὰ τὸν σώσουν. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ σκέφτονται μηχανικὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ φανταστοῦν καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ καταργημένη τὴν ἐλευθερία, δηλαδὴ μὲ καταργημένο τὸν ἄνθρωπο.
[…] Κανεὶς θεσμὸς ἀνθρώπινος, οὔτε καὶ ἂν ὀνομάζεται ἐκκλησιαστικός, δὲν μπορεῖ νὰ χωρέση, νὰ ἀνεχθῆ καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἐπιποθεῖ τὸ «πορρωτέρω», τὴν ἐπέκτασι, τὸν Χριστό. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπαυθῆ ὁ ἄνθρωπος μὲ καμιὰ ὑπόσχεσι ἢ ἐνδοκοσμικὴ προοπτική, γιατὶ διψᾶ τὸ ἀσύλληπτο καὶ ἀνθρωπίνως ἀνέφικτο. Λέει ὅλη του ἡ ὕπαρξι «ὄχι» στὸν κοσμικὸ ὀργανωμένο θεσμό, ποὺ θέλει δῆθεν νὰ τὸν χειραγωγήσῃ στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας.
Γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καλὸς πνευματικὸς θεσμός, ποὺ λειτουργεῖ μηχανικά, εἶναι μόνο ὁ ἑτοιμόρροπος, ὁ διαλυμένος καὶ ὁ ἀνύπαρκτος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος, ποὺ τὰ ξέρει ὅλα αὐτά, ἦλθε καὶ διέλυσε τὶς φυλακές. Κατέστρεψε τὴν ἀπάτη. Ἀνέτρεψε τὶς τράπεζες τῶν κολλυβιστῶν καὶ τὶς καθέδρες τῶν ἐμπόρων, ποὺ μετέτρεψαν τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ σὲ οἶκο ἐμπορίου. Μᾶς ἀπήλλαξε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου. Καὶ μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη «μοχλοὶ συνετρίβησαν, ἐθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ἠνοίχθησαν, νεκροὶ ἀνίσταντο». […]
Καὶ ἐὰν οἱ ἀνθρώπινοι θεσμοὶ φοβοῦνται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ γι’ αὐτὸ τὴν κουτσουρεύουν ἢ τὴν καταργοῦν, ὁ θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας γεννᾶ τοὺς ἐλευθέρους ἐν Πνεύματι ἀνθρώπους.


Ἀρχιμ. Βασιλείου Καθηγ. Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων, Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι, Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων 2002

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

πεθαίνοντας ἀντικειμενικὰ

Κώστας Λουδοβίκος, Ἡ διαλεκτικὴ τρυφερότητα τοῦ πραγματικοῦ
[…] μέσῳ τοῦ ἀφηρημένου καὶ ἀβαροῦς «ἀντικειμενικοῦ» στοχασμοῦ, ἡ αὐτονομημένη ἐσωτερικότητα (Ἐγώ) ταυτίζει αὐθαίρετα τὸν ἑαυτό της μὲ τὴν ὁλότητα τῶν πραγμάτων. […]
Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ διαπιστώσουμε πὼς ἡ γνωσιολογικὴ ἔννοια τῆς ἀντικειμενικότητας συνδέεται δομικὰ μὲ μιὰ κλειστὴ ἀνθρωπολογία καὶ νὰ σταθμίσουμε τὶς συνέπειες μιᾶς τέτοιας διαπίστωσης. Ἡ ἀντικειμενικὴ σκέψη ἀκινητοποιεῖ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς, τὰ περικλείει καὶ τὰ συνοψίζει σὲ ἕνα σταθερὸ καὶ πυκνὸ σημεῖο –μιὰν οὐσία. Ἔτσι, τὰ ὁρᾶται ὄχι ὡς συμμέτοχος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ἐκείνου ποὺ τὰ ἀνάγει σὲ μιὰ νομοτέλεια ἡ ὁποία στέκεται πάνω ἀπ’ αὐτὰ καὶ τὰ καθορίζει. Ἡ ἴδια ἡ νομοτέλεια δὲν εἶναι γεγονός, δὲν εἶναι ζωή, εἶναι φύση ἢ οὐσία· εἶναι ἐν ἑαυτῷ, ἄρα ἐκτὸς κίνησης καὶ ζωῆς. Ἡ ἀντικειμενικὴ σκέψη ἐξέρχεται τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου μὲ τὴν πρόφαση ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς χειρονομίας κατανοεῖ πληρέστερα τὴν ἀλήθεια τους – δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι μιὰ ἀλήθεια ποὺ τὰ μηδενίζει καὶ ἑπομένως νὰ αὐτομηδενίζεται. […]
Μόνο ὁ κλειστὸς ἄνθρωπος γνωρίζει μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀντικειμενικότητας, κι ὅ,τι μπορεῖ νὰ γνωρίσει εἶναι, βέβαια, μόνο τὸ μηδέν του. Ἐφόσον ἡ κλειστότητα δὲν μπορεῖ νὰ ἀληθεύσει ὀντολογικά, τὸ νοησιαρχικὸ ἄτομο δὲν ζεῖ κι εἶναι ἔμπλεο θανάτου. Ἡ «ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα» δὲν μπορεῖ τελικὰ νὰ εἶναι, παρὰ ἡ μὴ-πραγματικότητα, τὸ ὀντολογικὸ χάος τοῦ θανάτου.
  

Ἠλία Παπαγιανόπουλου, Ἔξοδος θανάτου, δοκίμιο ὀντολογίας μὲ πλοηγὸ τὸν Μόμπυ-Ντὶκ τοῦ Χ. Μέλβιλ, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2000

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

ὕπαρξη καὶ ἐπανάσταση

Βίνσεντ Βὰν Γκόγκ
[…] Ὅταν περάσαμε κοντὰ στὶς ἀκτὲς τῆς Πελοποννήσου κι εἶδα ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια ἕνα ἐρημικὸ ἐκκλησάκι, μὲ ἔπιασε μιὰ ἀπερίγραπτη συγκίνηση. Σκέφτηκα ὅτι κάποιες σταγόνες ἀπὸ αἷμα ἑλληνικὸ ἔρεε ἀκόμα στὶς κοσμοπολίτικες φλέβες μου. […] ἡ ζωὴ εἶναι μιὰ διαρκὴς ἀναζήτηση, ποὺ ἴσως οἱ ρίζες της φωλιάζουν στὸ βαθύτερο «ὑπαρξιακό» μας μυστήριο. Κι ἐγὼ ἄρχισα τὴ συνειδητὴ ζωή μου ψάχνοντας γιὰ κάτι «ἄλλο», ἀπροσδιόριστο ὡστόσο. […]
Ἡ τάση πρὸς τὴν κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τοῦ μεγαλείου ἀλλὰ καὶ τῆς τραγωδίας της, εἶναι πανάρχαιη· αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὅσοι κατέκτησαν τὴ δική τους ὁλόπλευρη ἠθικὴ καὶ διανοητικὴ ἀνάπτυξη νὰ ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀνοίγονται στοὺς ἄλλους, νὰ «δίδουν» ἀντὶ νὰ «παίρνουν» μόνο.
Ἡ «χριστιανικὴ» ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολὺ πιὸ παλιὰ καὶ ἀπὸ τοὺς βουδιστές· τὴν βρίσκουμε, ὅσο γνωρίζουμε τὴν παγκόσμια κουλτούρα, χιλιετηρίδες πρίν, σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ σὲ ὅλες τὶς ἠπείρους. Ἔμεινα καταγοητευμένος ὅταν μιὰ φίλη, γυρίζοντας πρόσφατα ἀπὸ τὴ Νέα ‘Υόρκη ὅπου ἐπισκέφθηκε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ τὸ φανταστικὸ τώρα Μητροπολιτικὸ Μουσεῖο, στάθηκε ἐκστατικὴ μπροστὰ σὲ μιὰ πανάρχαιη αἰγυπτιακὴ στήλη μὲ τὴν ἀκόλουθη ἐπιγραφή: «Ἔδωσα ψωμὶ στοὺς πεινασμένους καὶ ροῦχα στοὺς γυμνούς, πέρασα μὲ τὸ καραβάκι μου ὅσους δὲν εἶχαν δικό τους μέσο νὰ διασχίσουν τὸ ποτάμι». «Λόγια Εὐαγγελίου» στὴν ἔνατη δυναστεία, 2160-2130 πρὶν ἀπὸ τὸν θεὸ τῶν Χριστιανῶν! Σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, στοχαστικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ μελέτησαν ἀπὸ κοντὰ τὰ ὑπαρξιακά, βιολογικὰ ἀλλὰ καὶ κοινωνικὰ δεδομένα τῆς ζωῆς τῶν ὁμοίων τους, ἔφτασαν πάνω-κάτω στὰ ἴδια συμπεράσματα, στὴν ἴδια κατανόηση. Μόνο ποὺ ὁ ἐπαναστάτης ἄνθρωπος δὲν ἀρκεῖται νὰ παρατηρεῖ καὶ νὰ σκέπτεται· θέλει ταυτόχρονα νὰ δρᾶ καὶ νὰ παλεύει γιὰ ἕνα καλύτερο αὔριο.    

Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), Ἡ πολιτική μου αὐτοβιογραφία, Ἴκαρος, 2Ἀθήνα 1996    

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

θρησκευτικὰ καὶ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἐνοχικὰ σύνδρομα


«ἄχ, παππούλη μου. Ἔχω κι αὐτὰ τὰ χαζοκούταβα, ποὺ μὲ στραβοβλέπουν καὶ σχολιάζουν ἄσχημα τὴν εὐλάβειά μου»
ὁ Ἄρης Βελουχιώτης πρὸς τὸν παπα-Ἀνυπόμονο


Χρύσα Ρωμανοῦ, χωρὶς τίτλο
Παρακάτω σταχυολογοῦνται κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ διδακτικὰ ἐγχειρίδια τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Πρόθεση τῆς παράθεσής τους δὲν εἶναι ἡ μειονεκτικὴ ἀπολογητικὴ ἀλλὰ μόνο ἡ πληροφόρηση. Κι αὐτὸ γιατὶ ἡ φαιδρὰ μπανανία τῶν ἰδεοληψιῶν μᾶς ἔχει ἐθίσει στὴν ἔπαρση τοῦ ἀρχοντοχωριατισμοῦ. Ἡ ξιπασμένη θεσιθηρία σὲ κάθε τομέα -καὶ δὴ τῆς παιδείας- δὲν διαθέτει βεβαίως ὡς κίνητρα τὸ ὅραμα, τὴ σοβαρότητα καὶ τὴ συνέπεια ἄλλως τὴν πολιτικὴ βούληση γιὰ ἀπελευθερωτικὲς τομές. Στὴν πρασινομπλὲ μὲ ρὸζ βούλες ἐκδοχή της κίνητρο εἶναι τὰ ἐνοχικὰ σύνδρομα μιᾶς ξεπουπουλιασμένης ἐπαναστατικότητας.
Γιὰ τὴν ἀποφυγὴ παρεξηγήσεων ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ κουτσαβακισμὸς τῆς «προόδου» φτύνει τόσο τὴ δοκιμασμένη ἐμπειρία τοῦ λαϊκοῦ σώματος, ὅσο καὶ ἡ ρηχότητα τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ, ποὺ μαγαρίζει μὲ τὸν ἠθικισμό του κάθε ἔννοια ταυτότητας καὶ παράδοσης. Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθεῖ ὅτι ὄντως τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαιροποιηθεῖ μὲ βάση τὶς σύγχρονες συνθῆκες, ἀνάγκες καὶ ἀναζητήσεις τῶν μαθητῶν. Ἰδίως τὸ περιεχόμενό του στὶς τάξεις τοῦ Λυκείου -καὶ ἀκόμη εἰδικότερα αὐτὸ τῆς Α´ Λυκείου- εἶναι καταφανὲς ὅτι ἀπέχει ἀπὸ τὸν προσανατολισμὸ ποὺ πρέπει νὰ διαθέτει ἕνα σύγχρονο μάθημα.  Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ ὅμως μέχρι τὴ χρησιμοποίηση τῶν Θρησκευτικῶν γιὰ τὴν ἄγρευση διαπιστευτηρίων ἀριστεροφροσύνης μεσολαβεῖ ἡ ἄβυσσος τῆς ἰδιοτελοῦς προχειρότητας καὶ ἡ ἀσυνείδητη, στὴν καλύτερη περίπτωση, θωπεία τοῦ πιὸ φρικώδους συντηρητισμοῦ. Αὐτὸς εἶναι ποὺ τρέφεται ἀπὸ τοὺς κορδακισμοὺς τῆς ἀριστεροδέξιας Σουσοῦς καὶ μόνο…



«Δὲν πρέπει νὰ καταπιέζετε ξένο, οὔτε νὰ τὸν ἐκμεταλλεύεστε, γιατὶ κι ἐσεῖς ἤσασταν κάποτε ξένοι στὴν Αἴγυπτο. Ὅταν δανείζεις χρήματα σὲ ἕνα φτωχὸ συμπολίτη σου, μὴν τοῦ φέρεσαι ὅπως οἱ ἄλλοι δανειστές. Μὴν τοῦ ζητᾶς τόκο. Μὴν ἐκμεταλλεύεσαι ποτὲ τὸ μισθωτό, τὸ δυστυχισμένο καὶ τὸ φτωχὸ συμπατριώτη σου ἢ τὸν ξένο ποὺ ζεῖ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις τῆς χώρας σου. Νὰ τοῦ δίνεις κάθε μέρα τὸ ἡμερομίσθιό του πρὶν ἀπ’ τὴ δύση τοῦ ἥλιου. Γιατὶ εἶναι φτωχὸς καὶ τὸ ἔχει ἀνάγκη». (Θρησκευτικὰ Α´ Γυμνασίου)  

«Ὁ Ἰωάννης, ἀποκαλώντας τὸν Ἱησοῦ “ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ”, δηλ. ἀρνὶ προορισμένο γιὰ θυσία, δείχνει ὅτι δὲν συμμερίζεται τὶς ἐθνικιστικὲς ἀπόψεις τῶν πολλῶν γιὰ τὸν Μεσσία· (ὅτι δηλ. θὰ ἦταν μιὰ ἔνδοξη καὶ ἀνίκητη μορφή, θὰ κατανικοῦσε τοὺς Ρωμαίους, θὰ ἀπελευθέρωνε τὸν λαό κ.λ.π.)».
(Θρησκευτικὰ Β´ Γυμνασίου)
   
«Αὐτὸ κάνουν οἱ πλούσιοι. Μαζεύουν τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶναι κοινὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ θεωροῦν ἀποκλειστικὰ δικά τους. Τελειότατη κοινωνία ὀνομάζω αὐτήν, ὅπου ἔχει καταργηθεῖ ἡ ἰδιοκτησία, ἔχουν ἐκλείψει οἱ προσωπικὲς διαφορὲς καὶ ἔχουν ἐξαφανιστεῖ οἱ ἔιδες καὶ οἱ φιλονικίες. Εἶναι ἡ κοινωνία, ὅπου ὅλα εἶναι κοινά […]».
 (Θρησκευτικὰ Γ´ Γυμνασίου)   

«[…] (Κύριε) προστέτεψε τὶς χῆρες· ὑπεράσπισε τὰ ὀρφανά· λευτέρωσε τοὺς αἰχμαλώτους καὶ θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους. Θυμήσου ἐσὺ ὁ σπλαχνικὸς Θεὸς αὐτοὺς ποὺ σύρονται στὰ δικαστήρια, τοὺς καταδικασμένους νὰ δουλεύουν σὲ μεταλλεῖα, αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ἐξορίες καὶ πικρὲς δουλεῖες […]».
 «[…] Ποιὰ ἕνωση ὑπάρχει, ὅταν ἡ γυναίκα τρέμει τὸν ἄνδρα; Ποιὰ ἡδονὴ θ’ ἀπολαύσει ὁ ἴδιος ὁ ἄνδρας, ὅταν ζεῖ μὲ τὴ γυναίκα του καὶ τῆς συμπεριφέρεται σὰν νὰ ἦταν δούλα;»
(Θρησκευτικὰ Α´ Λυκείου)

«[…] δὲ σημαίνει ὅτι λύθηκε ὁριστικὰ τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα, τοῦ ὁποίου πυρῆνας εἶναι ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἐκμετάλλευση. Συλλογικὰ ὄργανα, συνδικαλιστικοὶ φορεῖς καὶ διεθνεῖς ὀργανισμοὶ ἐργάζονται καὶ συνεργάζονται μὲ σκοπὸ τὴ σμίκρυνση τῆς ἀπόστασης ἀνάμεσα σὲ πλούσιους καὶ φτωχούς, δυνατοὺς καὶ ἀδυνάτους. Ἡ ἐκμετάλλευση ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπο ἔχει μὲν κάπως περιοριστεῖ, ἀλλὰ ἡ ἀπάλειψή της εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ αἰτήματα καὶ τοὺς στόχους τῶν σύγχρονων κοινωνιῶν καὶ τῶν κοινωνικοπολιτικῶν συστημάτων. […] Οἱ  μορφὲς τῆς σύγχρονης ἀδικίας συναρτῶνται μὲ τὴν οἰκονομικὴ διαστρωμάτωση τῶν κοινωνιῶν. Ἐπίσης, σχετίζονται μὲ τὴν ἡλικία, τὸ φύλο, τὴ φυλή, τὸ θρήσκευμα καὶ ἄλλες διακρίσεις.  […] Ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς ἔχει πολλὲς μορφές: ἐμφανίζεται μὲ τὴ μορφὴ τῆς θρησκοληψίας (σχολαστικῆς τήρησης θρησκευτικῶν ἐντολῶν μὲ δεισιδαιμονικὰ καὶ ψυχοπαθολογικὰ χαρακτηριστικά), τοῦ πουριτανισμοῦ (ἄκριτης αὐστηρότητας στὴν ἠθικὴ καθαρότητα), ἢ τοῦ προσηλυτισμοῦ (στρατολόγησης ὁπαδῶν μὲ δόλια μέσα).
(Θρησκευτικὰ Β´ Λυκείου)

«Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι πολλοὶ Πατέρες ἐπισημαίνουν ἕνα μεγάλο κίνδυνο σχετικὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. Φοβοῦνται μήπως γίνει ἄλλοθι τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας. “Ποιὸ τὸ ὄφελος”, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (4ο αἰώνα), “ἂν δημιουργεῖς πολλοὺς φτωχοὺς μὲ τὴν ἐκμετάλλευση καὶ κατόπιν ἀνακουφίζεις ἕναν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη; Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν ἐκμεταλλευτῶν, δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε τὸ πλῆθος τῶν ἐξαθλιωμένων”. […] Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (14ος αἰ.) αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις τῆς σύγχρονης βιολογίας καὶ ψυχολογίας, σημείωνε ὅτι ἡ σεξουαλικότητα εἶναι φυσικὴ καὶ μάλιστα ἐκδηλώνεται ἤδη ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου. […] Ὁ Φαρισαῖος δὲ βαρύνεται μὲ ἁμαρτήματα καὶ ἀνηθικότητες. Παρόλα αὐτὰ ἀποδοκιμάζεται ἀπὸ τὸ Χριστό, ἐπειδὴ τυλίχτηκε στὸ στὸ ἀτομικιστικὸ σάβανο τῆς “ἠθικότητας” καὶ τῆς “εὐσέβειάς” του καὶ ἀπορρίπτει τοὺς ἄλλους. […] Στὴν καθημερινὴ ζωὴ ὁ Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἐλευθερία ὡς βασικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀνθρώπου σὲ κάθε ἐπίπεδο: προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸν φέρει ἀναπόφευκτα σὲ σύγκρουση μὲ τυραννικὰ καθεστώτα.»
(Θρησκευτικὰ Γ´ Λυκείου)



   



                                                  

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

ὁ κομμουνισμὸς τῆς ἀγάπης


[…] Ὅπως πρέπει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὁ πνευματικὸς διάκονος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ παπάς, ὁ ἐπίσκοπος, ὁ πρεσβύτερος, νὰ τεμαχίζει τὸν εὐχαριστιακὸ ἄρτο ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, μὲ τὸ ἴδιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα του καὶ ὁ κοινωνικὸς διάκονος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ πολιτικὸς ὁ ὀρθόδοξος, πρέπει νὰ μάθει νὰ τεμαχίζει τὸν ἄρτο, δηλαδὴ θὰ λέγαμε, τὸ εἰσόδημα τῆς χώρας πάνω στὴ μεγάλη «τράπεζα» τῆς κοινωνίας. Αὐτὴ ἡ ζωὴ ἦταν ἡ παράδοση, καὶ εἶναι ἡ παράδοση, τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὴ ζήσαμε στὸ Βυζάντιο –τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν καὶ δεκτῶν γινομένων ὅλων τῶν παρεκκλίσεων καὶ ἁμαρτημάτων. Στὰ μοναστικὰ κοινόβια συνεχίζεται παρὰ τὶς ἀτέλειες ἡ ἀλληλοδιακονία, ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ κοινοκτημοσύνη, ὁ κομμουνισμὸς τῆς ἀγάπης, ὅπου ὁ καθένας ἐργάζεται κατὰ τὶς δυνάμεις του καὶ ἀπολαμβάνει κατὰ τὶς ἀνάγκες του. Ἔτσι χάνεται κάθε ὑποψία ἐκμετάλλευσης καὶ ὑπεραξίας, ἀφοῦ ὁ στόχος δὲν εἶναι τὸ κέρδος, ἀλλ’ ἡ ἀδελφικὴ διακονία. Καὶ ἐδῶ αἴρεται καὶ ἡ διάκριση, πιστεύω, διανοητικῆς καὶ σωματικῆς ἐργασίας, ποὺ στὸ χῶρο τοῦ μοναστικοῦ κοινοβίου συνυπάρχουν.
Ἡ πορεία καὶ στὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ἐλευθερία, ἀπελευθέρωση, ἀπὸ τὴν ἀνάγκη, ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα. Αὐτὸ παρατηρεῖται καὶ στὸν Μαρξισμό. Ὁ Μὰρξ ὅμως πιστεύω ὅτι ρίχνει τὸ βάρος στὸ ἐξωτερικό, στὶς κοινωνικὲς συνθῆκες. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πρῶτα μέσα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. […]


π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Εἰσαγωγικὴ πρόσβαση στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, στὸ Ὀρθοδοξία καὶ Μαρξισμός, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 21984

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

ἀκραγγίζοντας τὴ ζωὴ

Ἀντρέι Ταρκόφσκι, Ἀντρέι Ρουμπλιὼφ
Ὅταν φτάσεις κάπου στὴν πίστη σου ἢ στὴ σκέψη σου -ἀλλὰ φτάσεις- ὁ μεγάλος κίνδυνος εἶναι πάντα νὰ πάψεις νὰ εἶσαι ἀνοιχτὸς σὲ ὅλα τὰ ἄλλα καὶ νὰ βρίσκεις σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἐκεῖνο ποὺ ἐσὺ θέλεις νὰ βρεῖς καὶ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ ὁ καθένας ἢ ὁ ἄλλος παρουσιάζει στὰ βιβλία του, στὰ γραφτά του, σὲ αὐτὸ ποὺ κάνει. Αὐτόματα τότε, ὅταν τὸ πάθεις αὐτό, -οἱ περισσότεροι τὸ παθαίνουν- σταματάει καὶ τὸ προχώρημα, τὸ πλάτεμα, τὸ μεγάλωμά σου, τὸ τελείωμα στὸ δρόμο ποὺ ἀκολούθησες (στὸ δρόμο ποὺ ἔφτασες κάπου, εἴτε πίστη εἶναι εἴτε σκέψη) καὶ ἀπομένεις τότε ἀκίνητος, κλεισμένος, δίχως τὴ ζωοπάροχη ἐπαφὴ μὲ τὴ ζωή, τὴ ζωὴ ποὺ καθημερινὰ γύρω σου ζητάει νὰ σὲ βοηθήσει σὲ ὁποιοδήποτε δρόμο ἀκολούθησες, νὰ σὲ πλουτίσει, νὰ σοῦ σταθεῖ, νὰ σὲ φροντίσει, νὰ σὲ κρατήσει ἀνοιχτὸ σὲ ὅσα ἐκείνη φέρνει, ἂν τὴν προσέχεις καὶ γόνιμα τὴν ἀκοῦς ἢ τὴν ἔχεις ἀνώτερη ἀπὸ ἐσένα καὶ πάντα μπροστὰ σου, ποτὲ πίσω. Στὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκεται ὁ μεγάλος κίνδυνος νὰ μὴν προχωρήσεις πιὰ στὸ δρόμο ποὺ ἀκολούθησες (πέρα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔχεις φτάσει), ἀλλὰ νὰ ἀπομείνεις στάσιμος μέσα ἐκεῖ, ἀκίνητος καὶ νὰ μαρμαρώσεις. Ἕνα βάρος νεκρὸ καὶ γιὰ τὴν πίστη σου καὶ γιὰ τὴ σκέψη σου. Ἀπολίθωμα. Καὶ ἐπειδὴ οἱ περισσότεροι τὸ παθαίνουν αὐτό, ἀπομένουν λίγοι πάντα ὅσοι προχωροῦν ὁλοένα ζωντανὰ στὸ δρόμο ποὺ ἀκολούθησαν, εἴτε πίστη εἶναι εἴτε σκέψη, καὶ ἐλάχιστοι ὅσοι κάποτε ἀκραγγίζουν τὸ στόχο ἢ μιὰ μέρα φτάνουν στὸ τέρμα τοῦ δρόμου.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea 879, ἐκδόσεις Δόμος, 2Ἀθήνα 2009