Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

ὀριζόντια αὐτοδιαχείριση - κάθετη παράκληση ὁ Σταυρὸς μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς κομμούνας

Ὁ θεός τους ἡ κοιλιά τους

Γιώργος Κουτσοδιάκος






Όλοι κοιτάνε την πάρτη τους 
κι εγώ τη δική τους. 
Πόσο αμετανόητα ηλίθιος 
πρέπει να είμαι; 
(Μιχάλης Τάτσης)*

Είναι να αναρωτιέται κανείς σήμερα για το τι έγιναν όλες αυτές οι φωνές της ύστερης χριστιανικής εφηβείας με τα αγχωμένα κηρύγματα για μια άμεση χριστιανική κομμούνα, εδώ και τώρα!
Μήπως οι χριστιανοί της ύστερης εφηβείας, έπαψαν να είναι πλέον επίφοβοι για τις εκάστοτε αριστερές, δεξιές, σοσιαλιστικές και χριστιανικές εξουσίες;
Ή μήπως αρκετοί χριστιανοί δεν υπήρξαν ποτέ απειλή, ακόμα και όταν μια ολόκληρη αυτοκρατορία τους είχε κηρύξει παράνομους;
Υπάρχουν και αυτά τα σενάρια. Να πουλάς δηλαδή το κτήμα σου σαν άλλος Ανανίας και Σαπφείρα για να ταϊστούν τα φτωχά στόματα της κοινότητας αλλά να κρατάς και μια καλή καβάτζα για την πάρτη σου, ταΐζοντας με αυτό τον τρόπο τον εγωκεντρισμό σου, εντός της ίδιας αυτής κοινότητας.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί πως, μετά από την συνάντηση με τη κοινή πίστη των φτωχών της Ιερουσαλήμ, αρκετοί ήταν οι πλούσιοι οι οποίοι βλέποντας την κατάσταση γύρω τους, δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα κράταγαν για την αφεντιά τους χωράφια και σπίτια. Η πρώτη τους στάση λοιπόν, μετά τη κάθετη σχέση, είναι το οριζόντιο άνοιγμά τους στο μοίρασμα του πλούτου.
Η μεταστροφή στην πίστη, δεν λογαριάστηκε εδώ μόνο στο επίπεδο της κλασικής ελεημοσύνης, (η οποία υποθέτουμε ότι γινόταν έτσι κι αλλιώς μέσα στις συναγωγές για τους Εβραίους και στις εκκλησίες του Δήμου για τους Εθνικούς), αλλά και σε ένα υπέρμετρα φιλάνθρωπο μοίρασμα που δεν λογάριαζε τις περιουσιακές ανάγκες της όποιας γνωστής οικογενειακής εστίας, μπροστά στις ανάγκες αυτής της νέας και άγνωστης οικογένειας των φτωχών αδελφών.
Τώρα, αν ορισμένοι αδιαφόρησαν για το οριζόντιο μοίρασμα με τους φτωχούς, δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρξει συνέχεια και στη κάθετη σχέση τους με τον θεό.
Ανάμεσα στους εύπορους μεταστραφέντες και στους υποχρεωτικά άπορους της χριστιανικής κοινότητας υπήρχαν και κάποιοι "διαχειριστές" αυτού του πλούτου. Άνθρωποι εμπιστοσύνης αλλά και φόβου, αυτοί οι πρώτοι δώδεκα αφειδώλευτοι "διαχειριστές" των "υλικών"αναγκών, που αργότερα έγιναν εβδομήντα, πεντακόσιοι και μέχρι σήμερα είναι ένα πλήθος αναρίθμητων αγίων, εκλέχτηκαν και αναδείχτηκαν σε λειτουργικά όργανα μιας κοινωνικής δικαιοσύνης που δεν είχε ανάγκη την αυτοκρατορική μηχανή (ή δεν θα είχε την αντίστοιχη κρατική σήμερα) για να επιβιώσει και να προχωρήσει σε έναν κόσμο, όπου είτε υπάρχουν άδικα αφεντικά είτε δεν υπάρχουν, αυτοί ούτως ή αλλιώς θα στήριζαν αυτή την οριζόντια αυτοδιαχείριση επάνω στην σχέση τους με τη κάθετη παράκληση.
Αντίθετα, είναι λυπηρό σήμερα να βλέπεις ιερατικές κλίσεις που είτε γράφονται με γιώτα, είτε γράφονται με ήτα ή και ακόμα πιο κλειδαμπαρωμένα με έψιλον γιώτα, να ζουν σαν να μην τρέχει τίποτα, με μια μόνιμη και δίπολη ανησυχία ανάμεσα στη διακοπή του κρατικού τους μισθού ή τη μείωση των μυστηριακών "τυχερών".
Ποιοί να ήταν άραγε αυτοί που πρώτοι σκαρφίστηκαν να υποκλίνονται τόσο παγανιστικά στην αρχαία θεά τύχη, παρά να δέχονται και να ασπάζονται την ελεημοσύνη (επί του μυστηρίου) από τους  φτωχούς εν Χριστώ αδελφούς, χάριν της κοινότητας;
Στο χριστιανικό κόσμο, όπως και στο μη χριστιανικό, κάποιοι επιλέγουν να θρέψουν τις κοιλίες τους. Και όχι μόνο να τις θρέψουν, αλλά να τις λογαριάζουν και ως θεό τους.1
Η πίστη εξάλλου δεν είναι κάποιο προνόμιο χριστιανικό, μάλλον εμπόδιο είναι στην προκειμένη περίπτωση  εφόσον βαδίζεις σε μια βέβαιη αβεβαιότητα. Ο θεός της κοιλιάς όμως είναι πάνω από κάθε πίστη και απιστία, γιατί είναι ένας υπερταξικά απάνθρωπος και αθεόφοβος θεός.
Για να συγκρουστούμε λοιπόν με αυτόν τον αχόρταγο θεό μας, πιστοί και άπιστοι, χρειάζεται να εμφανίζονται από καιρό σε καιρό, εκείνοι οι ανάλογοι επίφοβοι και ανάργυροι "διαχειριστές" αυτών των αναγκών, οι οποίοι δεν πρόκειται ποτέ να δεχτούν να τους επιβληθεί η ιδέα ότι το γεγονός πως είμαστε εκεί με το Θεό ή με την επιστήμη, αποτελεί απλώς μια απάντηση στο γεγονός ότι είμαστε εδώ με το στομάχι μας.2



* Μιχάλης Τάτσης, "με το καδρόνι στα χέρια", σελ. 20, εκδόσεις Πανοπτικόν.1)  Φιλιππησίους 3:19. 2) Υβ Λε Μανάκ, "η κρυφή γοητεία του υλισμού", σελ. 22, εκδόσεις Αλήστου Μνήμης.




  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου