Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

τὸ σοσιαλιστικὸ πείραμα τοῦ κοινοβίου


Ν. Γ. Πεντζίκης
[…] τὸ νὰ οἰκοδομήσωμε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σημαίνει νὰ οἰκοδομήσωμε νέα κοινωνία, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀνοικοδομήσωμε τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία σὲ νέα βάση.Ὑπερτονίσθηκε πάντοτε τὸ ὁμόθυμον καὶ ἡ κοινὴ ζωή. Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα ὀνόματα τῶν Χριστιανῶν ἦταν ἁπλῶς «ἀδελφοί». […] Ἡ πρώτη Ἐκκλησία δὲν ἦταν ἁπλῶς ἐθελοντικὸς σύλλογος γιὰ «θρησκευτικοὺς» σκοπούς. Ἦταν μᾶλλον ἡ νέα κοινωνία, μὰ καὶ ἡ νέα ἀνθρωπότητα πόλιςπολίτευμα ἡ ἀληθινὴ πολιτεία τοῦ Θεοῦ στὴν πορεία τῆς οἰκοδομῆς της. […] Ἡ Ἐκκλησία ἐθεωρήθηκε σὰν μιὰ ἀνεξάρτητη καὶ αὐτοδιοικούμενη κοινωνικὴ τάξη, σὰν νέα κοινωνικὴ διάσταση, ἰδιαίτερο σύστημα πατρίδος […].
Κατὰ τὴ γνώμη του (Μ. Βασιλείου) ὁ ἄνθρωπος ἦταν οὐσιαστικὰ κοινωνικὸν ζῶον, οὔτε ἄγριος οὔτε φίλος τῆς ἀπομονώσεως. Δὲν μπορεῖ νὰ ὁλοκληρώση τὸν σκοπό του στὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ ἄνθρωπος, ἂν δὲν κατοικῆ σὲ κοινότητα. Γι’ αὐτὸ ὁ μοναχισμὸς δὲν ἦταν ἀνώτερο πεδίο τελειότητος γιὰ τοὺς ὀλίγους ἀλλὰ σοβαρὴ προσπάθεια νὰ δώση ἰδιαίτερη ἀνθρώπινη διάσταση (νόημα) στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Χριστιανοὶ ἔπρεπε νὰ θέσουν πρότυπο γιὰ μιὰ νέα κοινωνία γιὰ νὰ ἀντισταθμίσουν τὶς διαλυτικὲς ἐκεῖνες δυνάμεις ποὺ συντελοῦσαν στὴ φθορὰ τοῦ κόσμου. Ἀληθινὴ συνοχὴ στὴν κοινωνία μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ ταυτότητα σκοποῦ, μὲ τὴν ὑποταγὴ ὅλων τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων στὸν κοινὸ σκοπὸ καὶ στὸ κοινὸ συμφέρον. Κατὰ κάποια ἔννοια ἦταν σοσιαλιστικὸ πείραμα ἰδιαίτερου εἴδους ποὺ βασιζόταν στὴν ἐλευθερία. 
 […] Ὅσο ἐκπληκτικὸ κι ἂν φανῆ, τὸ ἴδιο κοινοβιακὸ ὑπόδειγμα ἐθεωρήθηκε αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὑποχρεωτικὸ γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, ἔστω κι ἂν ἀκόμη ἦταν ἔγγαμοι. Θὰ μποροῦσε ὅλη ἡ χριστιανικὴ κοινωνία νὰ ὀργανωθῆ σὰν ἕνα εἶδος μοναστηρίου; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ μέγας ἐπίσκοπος τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως (c. 350-407), δὲν δίστασε ν’ ἀπαντήση καταφατικὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Αὐτὸ δὲν σήμαινε πὼς ὅλοι θά ’πρεπε νὰ πᾶνε στὴν ἔρημο. Ἀντίθετα, οἱ Χριστιανοί, θά ’πρεπε νὰ ἀνοικοδομήσουν τὴν ὑπάρχουσα κοινωνία κατὰ τὸ «κοινοβιακὸ» ὑπόδειγμα. Ἦταν ἀρκετὰ βέβαιοι πὼς ὅλα τὰ κοινωνικὰ κακὰ εἶχαν τὴ ρίζα τους στὴν κτητικὴ ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἐγωιστικὴ ἐπιθυμία του νὰ κατέχη ἀγαθὰ γιὰ ἀποκλειστικὴ του ὠφέλεια.
[…] Τίποτε αἰσθηματολογικὸ δὲν ὑπῆρχε στὶς ἐκκλήσεις του γιὰ ἐλεημοσύνη. Ἡ χριστιανικὴ ἐλεημοσύνη στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι μόνο στοργικὴ συγκίνηση. Οἱ Χριστιανοὶ δὲν θά ’πρεπε νὰ ὑποκινοῦνται ἁπλῶς ἀπὸ τὴ δυστυχία, τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἀθλιότητα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Πρέπει νὰ κατανοοῦν πὼς ἡ κοινωνικὴ ἀθλιότητα εἶναι ἡ συνεχιζόμενη ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὑποφέρει ἀκόμη στὸ πρόσωπο τῶν μελῶν του. 


π. Γ. Φλορόφσκι, Χριστιανισμὸς καὶ Πολιτισμός, μτφρ. Ν.Σ. Πουρναρᾶ, 2Θεσσαλονίκη 2000, σ. 165-169.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου