Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

θεὸς - χορηγὸς τῆς ἀθεΐας


Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς τάξης ποὺ εἶναι λογικὴ τῆς δικαιοσύνης, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος «μόλις θελήσει νὰ διαφύγει ἀπὸ τὴ διατάσσουσα θέληση, καταλήγει κάτω ἀπὸ τὴν τιμωρὸ θέληση τοῦ Θεοῦ». (Ἄνσελμος Καντερβουρίας, Cur Deus homo?)





-          Θυμᾶσαι ἀγόρι μου μιὰ σοβαρὴ συζήτησή μας πρὶν ἕνα χρόνο γιὰ κάποια θέματα ἠθικῆς;
-          Δὲν θὰ τὴν ἔλεγα συζήτηση.
-          Τὶ ἐννοεῖς;
-          Ὁ ἐπίσκοπος μιλοῦσε κι ὁ Ἀλέξανδρος σιωποῦσε. […]
-          Νομίζεις πὼς μπορεῖς νὰ κηλιδώνεις τὴν τιμὴ κάποιου ἀτιμώρητα;
-          Νομίζω πὼς ὁ ἐπίσκοπος μισεῖ τὸν Ἀλέξανδρο. Νὰ τὶ νομίζω.
-          Ὥστε ἔτσι νομίζεις; Λοιπόν, νὰ σὲ ἐκπλήξω. Δὲν σὲ μισῶ. Σ’ ἀγαπῶ ἀλλὰ ἡ ἀγάπη μου δὲν εἶναι τυφλή. Εἶναι δυνατὴ καὶ σκληρή. Ἄκουσες τὶ εἶπα Ἀλέξανδρε;
-          Ὄχι.
-          Σκληραίνεις τὴν καρδιά σου. Ξεχνᾶς ὅτι εἶμαι δυνατότερος.
-          Δὲν ἀμφιβάλλω.
-          Ἐννοῶ πνευματικά. Ἔχω τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ δίκαιο μὲ τὸ μέρος μου. Σύντομα θὰ ὁμολογήσεις καὶ ἡ τιμωρία θὰ σὲ ἀνακουφίσει. Σὰν ἔξυπνο παιδὶ ξέρεις πὼς ἔχασες, μὰ δὲν ὁμολογεῖς γιατὶ εἶσαι πεισματάρης, ἐγωιστὴς καὶ φυσικὰ ντρέπεσαι.
-          Ξέχασα τὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω.
-          Ἔτσι ἔ;
-          Τὶ ἐπιθυμεῖτε νὰ ὁμολογήσω;
-          Ξέρεις διαθέτω διάφορα μέσα.
-          Τώρα τὸ ξέρω.
-          Παλιὰ οἱ γονεῖς χρησιμοποιοῦσαν τὴ βέργα. Κάτι τέτοιο ἔχω κι ἐγώ. Εἶναι χτυπητήρι γιὰ χαλιά, μὰ κάνει τὴ δουλειά του. Ἔχουμε καὶ καστορέλαιο. Μὲ λίγες γουλιὲς θὰ γίνεις πολὺ πιὸ ὑπάκουος. Κι ἂν αὐτὸ δὲν φτάνει, ἔχουμε μιὰ τρύπα ὅπου θὰ μείνεις, μέχρι ν’ ἀρχίσουν νὰ σὲ μυρίζουν τὰ ποντίκια.
-          Καὶ γιατὶ θὰ πρέπει νὰ τιμωρηθῶ;
-          Ἐπειδὴ δὲν ξεχωρίζεις τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα. Τὰ ψέματά σου εἶναι παιδικά, μὰ σύντομα θὰ μεγαλώσεις καὶ ἡ ζωὴ τιμωρεῖ ἀλύπητα τοὺς ψεύτες. Θὰ σοῦ διδάξω τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια.
-          Ὁμολογῶ πὼς εἶπα ψέματα γιὰ τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά σας.
-          Ὁμολογεῖς μήπως καὶ τὴν ψευδορκία;
-          Ὁμολογῶ.
-          Αὐτὸ ἦταν μιὰ μεγάλη νίκη ἐνάντια στὸν ἑαυτό σου. Τὶ προτιμᾶς; Ξύλο, καστορέλαιο ἢ τὴν τρύπα;
-          Πόσα χτυπήματα μὲ τὸ ξύλο;
-          Δέκα. Οὔτε πάνω, οὔτε κάτω.
-          Τὸ ξύλο τότε.
-          Βάλε δύο μαξιλάρια στὸ τραπέζι. Κατέβασε τὸ παντελόνι καὶ σκύψε. 

[…]

-          Ἂν ὑπάρχει Θεός, τότε εἶναι ἕνας σκατοθεὸς καὶ θά ’θελα νὰ τοῦ δώσω μιὰ κλωτσιὰ στὸν πισινό.

Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, Φάννυ καὶ Ἀλέξανδρος


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

«Δὲν εἴμαστε χριστιανοὶ ἂν δὲν σταματήσει αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ δουλεμπόριο»

Πρόσφυγες - Abraham A. Manievich - circa 1936

« …Ὅπως καὶ τότε ἔτσι καὶ φέτος δὲν βρισκόταν χῶρος γιὰ νὰ γεννηθεῖ. Ὅλα τότε ἦταν γεμάτα, ἔτσι καὶ τώρα. Καρδιές, στομάχια, χέρια! Οὔτε νὰ συμπονέσουν, οὔτε νὰ αἰσθανθοῦν, οὔτε νὰ δώσουν μποροῦσαν… Ὅπως κάθε χρονιά ἔτσι καὶ φέτος γιορτάσαμε τὴ γέννησή Του. Σὰν γεγονὸς ἢ σὰν ἐπέτειο; Σὰν ἐπέτειο βέβαια. Ἐπετειακὰ λειτούργησαν οἱ ἐκκλησίες. Ἐπετειακὰ εἰπώθηκαν κάλαντα. Ἐπετειακὰ ἐπίσημοι ἄρχοντες θρησκευτικοὶ καὶ κοσμικοὶ ἀντάλλαξαν εὐχὲς καὶ εἶπαν ʺΚαλὰ Χριστούγενναʺ. Γιὰ ποιὸν εὐχές; Γιὰ τὸν Χριστό; Γιὰ μᾶς; Ἢ γιὰ κάποιους στὰ πέριξ (ἀποθῆκες, στάβλοι καὰ τσαντίρια) τοῦ ἔνδοξου καὶ ἱστορικοῦ μας γεφυριοῦ, τῆς Ἄρτας. Δεκάδες ἄτομα ἀπὸ μακρινὲς χῶρες βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα μας γυμνοὶ καὶ ἀναγκεμένοι. Παντελὴς ἔλλειψη οἴκτου καὶ ντροπῆς ξαναφέρνει ἕναν ἐργασιακὸ μεσαίωνα καὶ στὶς μέρες μας. Ὁ ἄνθρωπος ἐργαλεῖο. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἀνάγκες του, ἡ ἀρρώστια του, ὁ πόνος του. Φθηνὰ μεροκάματα. Τὶ θὰ φάει; Ἀδιάφορο. Ποῦ θὰ κοιμηθεῖ; Ὅπου θέλει. Ποιὸ χριστιανικό ἔθνος καὶ ποιὰ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα; Ἀρκεῖ νὰ εἶσαι λίγο τσακάλι καὶ  νὰ ἔχεις ὅλο τὸν κόσμο στὰ πόδια σου. Τέτοια τσακάλια ἐκμεταλλεύονται τὴν ἀνάγκη αὐτῶν τῶν ταλαίπωρων… Πῶς μποροῦν νὰ ἐμποδιστοῦν καὶ τὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθεῖ γιὰ νὰ σταματήσει ἡ ʺἀφαίμαξηʺ τῶν δύστυχων αὐτῶν, ἂς τὸ δεῖ ἡ εὐνομούμενη δημοκρατική μας πολιτεία. Ἐμεῖς ὅμως; Δὲν εἴμαστε χριστιανοὶ ἂν δὲν γίνει ὁ πόνος καὶ ἡ ἀνάγκη τους δικός μας πόνος καί ἀνάγκη, ἄν δὲν πιέσουμε ὅπου μποροῦμε νομικὰ καὶ κοινωνικὰ γιὰ νὰ σταματήσει αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ δουλεμπόριο…»

ἱερεῖς τῆς Ἄρτας, Ἰανουάριος 2008

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

ἀναρχία ἀγαπῶσα



[…] Ἡ ἀγάπη κατὰ ἕναν τρόπο θὰ λέγαμε πὼς ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ταμποὺ γιὰ πολλοὺς ἀναρχικούς. Τὸ μίσος ἀπαντᾶται σαφῶς συχνότερα στό λεξιλόγιό τους. Χαρακτηριστικά συχνότερα. Μισοῦν τὸ «ὑπάρχον» καὶ θέλουν νὰ τὸ καταστρέψουν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὸ μίσος διεγείρει τὴν πολεμικὴ καὶ φτιάχνει καλύτερο «ὑλικὸ» γιὰ μάχες καὶ πολέμους. Εἶναι εὐκολότερο, ὅταν μισεῖς, νὰ γίνεσαι βίαιος, ἄκριτα βίαιος, αὐξάνοντας, κατακόρυφα μάλιστα, τὸ ἐνδεχόμενο ἡ βία αὐτὴ νὰ μὴν συμβάλει σὲ ἀπολύτως τίποτα τὸ ἀπελευθερωτικό, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο. Ὅταν ἀγαπᾶς, κάνεις καὶ δεύτερες σκέψεις, ἀμφιβάλλεις ἂν κάνεις πράγματι τὸ σωστό, ἀναρωτιέσαι τὶ μπορεῖς νὰ κάνεις καλύτερο […].
Εἶναι εὔκολο νὰ καταπιανόμαστε μὲ τὰ «εἴδη» τοῦ μίσους: ταξικό, ἀνατρεπτικό, προλεταριακὸ καὶ δὲ συμμαζεύεται. […]
Μποροῦμε νά φανταστοῦμε μιὰ ἀναρχικὴ κοινότητα μὲ μόνο συνθετικό τὸ μίσος καὶ τὸν πόλεμο; Μᾶς νοιάζει τόσο νὰ ἀποδείξουμε πόσο φυσικὸς εἶναι ὁ πόλεμος, ποὺ ξεχάσαμε πόσο φυσική εἶναι κι ἡ ἀγάπη, ἡ συντροφικότητα, ποὺ φέρνουν ἐλευθερία κι ἀλληλεγγύη αὐθόρμητα, ὄχι κατόπιν συμφωνίας […].
Ναί, ὑπάρχει κι ἀναρχικὴ ἀγάπη. Ὄχι μόνο γιὰ μιὰ γενικῶς νοούμενη ἐλευθερία, ὄχι ἁπλῶς γιὰ μιὰ οὐτοπία. Ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὴν ἐπιλογὴ νὰ ζοῦμε σὲ κοινότητα μαζί τους καὶ νὰ μοιραζόμαστε. Ἂς μιλήσουμε κι ἐμεῖς οἱ ἀναρχικοὶ κάποτε γιὰ ἀγάπη. Ὄχι ἐπειδὴ κάποιοι μᾶς χαρακτηρίζουν ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, ἀλλά ἐπειδὴ στὸ ὄνομα τῆς Ἀναρχίας, χωρὶς ἡ ἴδια νὰ τοὺς τὸ ζητήσει ποτέ, μιὰ «πεφωτισμένη» χούφτα μωρῶν, ὁδηγεῖ τοὺς ἀδαεῖς πάνω σὲ ἕνα λεπτὸ στρῶμα πάγου, φτιαγμένου ἀπὸ μίσος γιὰ ὅλα […]
Εἶναι περιττὸ πλέον νὰ πεῖ κάποιος ὅτι ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι κατανάλωση οὔτε παραγωγὴ οὔτε οἰκονομικές σχέσεις. Μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴν προσφορά, τὸ δῶρο, τὴν ἀνυστερόβουλη πράξη. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ντροπή. Οὔτε χασούρα. Δὲν ἐξηγοῦνται ὅλα μὲ ὅρους παραγωγῆς καὶ κατανάλωσης, οὔτε μόνο βάσει συμφέροντος. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι οἰκονομισμός. Ἀλλιῶς, αὐτὸ θὰ σήμαινε ὅτι πάψαμε νὰ πιστεύουμε στὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ ἂν πάψαμε νὰ πιστεύουμε στὸν ἄνθρωπο, τότε γιὰ ποιὸ λόγο ὑπερασπιζόμαστε τὴν Ἀναρχία; Ἂν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, θὰ ἔβγαζε καλύτερα νόημα νὰ ἐπιδιώκουμε μιὰ φωτισμένη δεσποτεία, ποὺ θὰ καθησυχάζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ τοὺς προστατεύει άπ’ τὸ νὰ μὴν ἀλληλοσπαραχτοῦν […]
Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὅμως, εἶναι ἀληθινὰ ἀπελευθερωτική, φέρνει τὰ πάνω κάτω σὲ ὅσα ξέραμε· δὲν σὲ βολεύει στὴ βεβαιότητα νὰ εἶσαι κάποιος. Σοῦ ζητάει νὰ ὁλοκληρωθεῖς ὡς ἄνθρωπος, νὰ συνειδητοποιηθεῖς ὡς ὕπαρξη. Εἶναι ἁπλὴ καὶ δύσκολη, ἀνατρεπτικὴ καὶ μὴ ἀναμενόμενη.


σύντροφοι γιὰ τὴν ἀναρχικὴ ἀπελευθερωτικὴ δράση
ἐφημ. ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 156, Ἰανουάριος 2016


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

ποιητικὴ προϋπόθεση


Ὅποιος θέλει νὰ γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής.
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης


Ἀλέκος Φασιανὸς

2.

Κύριε, μόνο μὲ τὴ σιωπὴ σὲ νιώθουμε. Κάθε ὁμιλία σὲ πληγώνει.
Κ’ οἱ λέξεις μας εἶναι τὰ τραύματά σου ἀπ’ ὅπου, μαζὶ μὲ τὸ αἷμα
σου,
στάζει καὶ λίγη ἀπεραντοσύνη.

8.

Κύριε, ζοῦμε κ’ οἱ δυό μας μὲς στὸ σκοτάδι, δὲ βλέπει ὁ ἕνας τὸν
ἄλλον - ὅμως ἅπλωσε τὸ χέρι σου, θὰ τὸ βρῶ, ἄσε με νὰ σοῦ μιλήσω,
θὰ μ’ ἀκούσεις,
μόνο δῶσε στὰ λόγια μου κάτι ἀπ’ αὐτὸ τὸ μέγα ἀνείπωτο ποὺ σὲ
κάνει νὰ σωπαίνεις.

10.

Κύριε, ἡ ἁμαρτία μου στάθηκε ὅτι θέλησα νὰ ἐξιχνιάσω τὸ αἴνιγμά
σου, νὰ εἰσδύσω στὸ μυστήριό σου
κι ἔτσι παραπλανήθηκα ὁ τρελὸς - ἀφοῦ ἐγὼ εἶμαι τὸ μεγάλο
μυστικό σου.

Τάσου Λειβαδίτη, Συνομιλίες