Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἐθνικισμὸς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἐθνικισμὸς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2024

Ὀρθοδοξία καὶ ἐθνικισμὸς

 


    Ὅταν ἡ Ἐκκλησία μεταβάλλεται σὲ ἱστορικὸ θεσμὸ τοῦ ἔθνους ἢ σὲ ὄργανο πολιτικῆς σκοπιμότητας, εἶναι ἡ θεολογική της αὐτοσυνειδησία ποὺ ἔχει ἐξασθενίσει ἢ καὶ τέλεια ἐκλείψει. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἐθνικισμοῦ εἶναι, πρὶν ἀπ’ ὅλα, πρόβλημα τῆς θεολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν Ἐκκλησιῶν.

Τὸ παράδειγμα τῆς ἑλλαδικῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς εἶναι ἄμεσα προσιτό. Ἡ θεολογικὴ ἀφασία ὑποχρεώνει τὴν ἑλλαδικὴν Ἐκκλησία νὰ ἐμφανίζεται σήμερα μόνο ὡς ἐγκύστωμα τοῦ ἐθνικοῦ παρελθόντος στὸ ἱστορικὸ παρόν - ἕνα δεκανίκι ποὺ στηρίζει τὸν ἐθνισμό μας. Δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ ἑλλαδικὴ Ὀρθοδοξία οὔτε καὶ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ διαλεχθῆ μὲ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο στὸ θέμα τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. […]

Ἡ Ὀρθοδοξία κηρύσσεται ὡς «ἡ θρησκεία τῶν προγόνων μας», «ἀδιαρρήκτως μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας συνδεδεμένη», (ἐγκύκλιος ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν- Πάσχα 1965) «Ἑλλὰς και Ὀρθοδοξία εἶναι αἱ δύο ὄψεις ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος» (περιοδικὸ Εκκλησία) […].

Δὲν μᾶς ζητάει κανεὶς νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν ἑλληνικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ μόνον νὰ καταλάβουμε κάποτε ὅτι ἡ ἑλληνικότητα εἶναι ἀκριβῶς ἡ συνείδηση τῆς οἰκουμενικότητας καὶ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν φυλετικό μας ἐθνικισμό.

 


Χρ. Γιανναρᾶ, Ἡ ἀπόφαση
De Oecumenismo καὶ ὁ ἐθνικισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας περ. Σύνορο, Ν. 38, 1966

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

ἐθνικισμός- σκοτάδι τῆς πτώσης




[…] Μοῦ λένε οἱ ἄνθρωποι: «Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερνικήσει κάποιος μέσα του τὸν ἐθνικισμό». Ἀλλὰ τότε, σκέφτομαι, «εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία!"». Ἂν εἶμαι ἐθνικιστὴς καὶ χριστιανὸς κατὰ τὴν πίστη, τότε ἐγκλωβίζω τὸν Χριστὸ στὴν ἔννοια τοῦ ἐθνικισμοῦ. Ἀντιλαμβάνεστε γιατὶ μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴ τὴν κρίση καὶ γιατὶ ἡ μεγαλύτερη παρηγοριά μου εἶναι ὅτι, μολονότι εἴμαστε μιὰ μικρὴ ὁμάδα, προερχόμαστε ἀπὸ ἕντεκα ἐθνότητες! Στὴν προσευχὴ τοῦ Σιλουανοῦ, ποὺ καλεῖ συνεχῶς νὰ προσευχόμαστε γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος της, ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει ἐθνικισμός. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐθνικὲς διαιρέσεις ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως. Πουθενὰ δὲν βλέπουμε ὡς χριστιανικὸ κήρυγμα τὸ μίσος. Συνεπῶς, δὲν γίνεται λόγος στὴ χριστιανικὴ πίστη γιὰ ἀπόρριψη τῶν ἄλλων ἐθνικοτήτων, ἀλλὰ γιὰ ὑπέρβαση αὐτοῦ τοῦ περιορισμοῦ μὲ τὴν ἀνύψωση στὸ ἐπίπεδο τῆς προσευχῆς στὴ Γεθσημανῆ. […]

Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οἰκοδομώντας τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ στοὺς ἀδελφούς μας, τ. Α´, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ 2014


[…] Ἂν μειώσετε τὸν Χριστὸ στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐθνικότητος, νὰ γνωρίζετε ὅτι βρίσκεστε στὸ σκοτάδι. […]
Μετὰ τὴν ἐκλογή του ὁ νέος πατριάρχης τῆς Ρωσίας, ὁ Ἀλέξιος ὁ Β´, ἀπηύθυνε Ἕνα μεγάλο διάγγελμα πρὸς τὸν λαὸ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι ὅποιος εἰσάγει τὴν ἰδέα ὅτι ἡ ἐθνικότητα παίζει κάποιο ρόλο στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν βρίσκεται στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. […]

Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οἰκοδομώντας τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ στοὺς ἀδελφούς μας, τ. Β´, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ 2014


Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

τὸ ἐθνικιστικὸ σαράκι…



[…] τὸ νέο ἔθνος, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Κύριος, εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανικὸς κόσμος, ἀσχέτως φυλῆς, γλώσσης, χρώματος κ.λ.π. Αὐτὸς εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος, ὁ νέος Ἱσραήλ. Τὸ σύνολον τῶν ἀνθρώπων, ποὺ θὰ πιστεύσουν στὸν Χριστό, θὰ Τὸν ἀποδεχθοῦν ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. Δὲν ἐννοεῖ ὁ Κύριος ἀποκλειστικῶς τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ δὲν ἦσαν Ἕλληνες. Ἑβραῖοι ἦσαν. Καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν Ἑβραῖοι. Καὶ μὲ Ἑβραίους διαδόθηκε ὁ Χριστιανισμός. Μήπως ὅλοι οἱ Πατέρες ἦσαν Ἕλληνες; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἦταν Σύρος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Καθηγητὴς τοῦ μοναχισμοῦ ἦταν Αἰγύπτιος, καὶ τόσοι ἄλλοι. Γιατὶ δὲν τὰ βλέπουμε αὐτά;
Καὶ ἐγὼ Ἕλληνας εἶμαι καὶ ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου. Προσοχὴ ὅμως. Ἂς μὴν ὁδηγοῦμε τὰ πράγματα σ’ ἕναν ἄλλου εἴδους ρατσισμὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία, λέγοντας, «Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα καλλίτεροι ἀπὸ σᾶς ποὺ εἶσθε Σλάβοι, ποὺ εἶσθε Γάλλοι, ποὺ εἶσθε Κινέζοι». Ἐνώπιον τοῦ Κυρίου εἴμεθα ὅλοι ἴσοι. Ἀντὶ καυχήσεως, ἂς κοιτᾶμε νὰ γινώμεθα ἄξιοι αὐτῆς τῆς μεγάλης ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποία ἔχουμε πρὸς τὴν κληρονομία τῶν Πατέρων μας. Ἂς μὴ ὁμοιάσουμε στοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαναν ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀβραάμ, ἀλλὰ ἐκαυχῶντο, ὅτι ἦσαν τέκνα τοῦ Ἀβραάμ. Ἂς μὴ βλέπουμε μόνο ὅσα συμφέρουν σ’ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες.
[…] Λοιπόν, ἂς μὴ μᾶς καταλαμβάνη σωβινισμός. Ἂς μὴ μᾶς κατατρώγη τὸ ἐθνικιστικὸ σαράκι. Καὶ μάλιστα ἐμᾶς, τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες, ποὺ ζοῦμε τὸν Χριστιανισμὸ ἀδαπάνως ἐν σχέσει μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ἀδελφούς μας.

ἀρχιμ. Ἐπιφάνιου Θεοδωρόπουλου, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος 2003

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

τὸ ἔθνος ὡς εἴδωλο


Τὸ ἔθνος ως εἴδωλο ἀποκλείει τὸν Θεό, ὅπως ὅλα τὰ εἴδωλα ἀποκλείουν τὸν Θεό. Συχνὰ συναντοῦμε ἀθεϊστές, ποὺ εἶναι φανατικοὶ ἐθνικιστές. Ὁ σύγχρονος ἐθνικισμὸς εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ περάσει στὸν ἰμπεριαλισμὸ καὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μὲ τὸν ὑλισμό. Στὴν πιὸ δυσμενῆ του μορφὴ ὁ ἐθνικισμὸς δὲ σηματοδοτεῖ τόσο τὴν ἀγάπη ἔναντι τοῦ λαοῦ του -ποὺ θὰ ἦταν ἐντελῶς φυσικὸ- ὅσο τὸ ἀλαζονικὸ μίσος ἔναντι τῶν γειτονικῶν λαῶν, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἀηδιαστικὸ γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ δημιούργησε ὅλους τοὺς λαούς.


ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Πόλεμος καὶ Βίβλος, ἐκδ. Παρρησία






Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017

ὑποβιβασμὸς στὴν ἐθνότητα

[…] Πρέπει νὰ ἔχουμε τὴ συνείδηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει μέσα Του ὁλόκληρο τὸν κόσμο· σ’ αὐτὸ ἔγκειται ἡ καθολικότητα τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «οὐ δέδεται», δὲν ἔχει ὅρια.
Ἄν, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος -«δι’ Οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»-, πῶς μποροῦμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴ θεωρία μας μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἐθνικότητας, τοῦ τόπου, τῆς ἐποχῆς…;
Δὲ γνωρίζω Χριστὸ Ἕλληνα, Ρῶσο, Ἄγγλο, Ἄραβα… Ὁ Χριστὸς εἶναι γιὰ μένα τὸ πᾶν, τὸ ὑπερκόσμιο Εἶναι.
Στὴ Γραφὴ ἀναφέρεται συχνὰ ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μόλις περιορίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μόλις τὸ κατεβάσουμε στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐθνοτήτων, χάνουμε τὸ πᾶν καὶ βυθιζόμαστε στὸ σκοτάδι. Τότε ἀνοίγει ὁ δρόμος πρὸς τὸ μίσος ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρὸς τὴν ἔχθρα μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. […]


Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περὶ πνεύματος καὶ ζωῆς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1995

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Σάρκωση καὶ ἰμπεριαλισμὸς

[…] Ὁ κλασικὸς ἰμπεριαλισμὸς εἶναι τόσο κραυγαλέος καὶ τόσο ὠμός, ποὺ ἡ ρηματικὴ καταδίκη του δὲν εἶναι δύσκολη ὑπόθεση, ίδίως ἀπὸ ὅσους ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὸν χορό, τοπικὰ καὶ χρονικά. Ἀκριβῶς, ὅμως, αὐτὴ ἡ εὐκολία δὲν πρέπει νὰ λειτουργήσει σὰν εὐσεβὲς λεξοτανὶλ ποὺ θὰ μᾶς χαρίζει ἕναν προμελετημένο ὕπνο τοῦ δικαίου. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, δὲν εἰσβάλλεις μὲν σὲ μιὰ χώρα μὲ τὰ ἐθνικὰ στρατεύματά σου, ἀλλὰ στηρίζεις ἰδεολογικά, οἰκονομικά, κ.λ.π. ἐπ’ ἀμοιβαιότητι τοὺς ἀποικιοκράτες καὶ τοὺς ἀχυρανθρώπους τους, πόσο μπορεῖς νὰ νίπτεις τὰς χεῖρας σου στὸ νερὸ τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος σου; Δὲν ἀσκεῖς, ἄραγε, ἰμπεριαλισμὸ νέου τύπου ὅταν δὲν μπορεῖς νὰ φανταστεῖς τὴν ἐκκλησία ἔξω ἀπὸ τὸν πολιτισμικό σου ὀρίζοντα καὶ ὅταν, συνακόλουθα, κατανοεῖς καὶ ἐνεργεῖς τὴν ἱεραποστολὴ ὡς ἐξαγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ σου πολιτισμοῦ, ὅταν θέλεις νὰ μετατρέψεις τοὺς Ἀφρικανοὺς σὲ Ἕλληνες ἐπὶ παντὸς ἐπιπέδου (ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς, τρόπου ψαλμώδησης, δόμησης τῆς λειτουργίας, ἱερατικῶν ἀμφίων καὶ -τὸ σποιυδαιότερο- τρόπου θεολόγησης) καὶ ὅταν μαζὶ μὲ τὰ εἰκονάκια καὶ τὶς καραμέλλες τοὺς μοιράζεις ἑλληνικὲς σημαῖες καὶ συνδέεις τὴν ὀρθοδοξία τους μὲ τὴν 28η Ὀκτωβρίου; Ἂς μποῦμε τουλάχιστον στὸν κόπο νὰ διερωτηθοῦμε μήπως γινόμαστε μικροϊμπεριαλιστὲς καὶ νεοαποικιοκράτες μέσῳ ἄλλων, ἐκσυγχρονισμένων καὶ εἰρηνόμορφων ὁδῶν. Δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Κομπανίας, ζοῦμε ὅμως στὴν ἐποχὴ τοῦ Μάρκετινγκ!
[…] Ὅταν ἡ Ἐκκλησία μίλησε γιὰ τὴ σάρκωση, τὴν ἀπερινόητη ἔλευση τοῦ Υἱοῦ, μίλησε γιὰ κένωση καὶ γιὰ ξενιτεία του.
Κένωση εἶναι νὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ κενώσω τὴ λευκότητά μου, τὴν εὐρωπαϊκότητά μου καὶ τὸν ἐθνικισμό μου καὶ νὰ γίνω, λόγου χάρη, ἀφρικανὸς στὴν Ἀφρική, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ πραγματικὰ τοπικὴ ἐκκλησία, κι ὄχι ὑποκατάστημα κάποιου ἐθνικοῦ ἢ πολιτισμικοῦ κέντρου. […]
Ξενιτεία εἶναι κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ταξίδια ἑνὸς μάνατζερ. Εἶναι νὰ δεχτῶ νὰ γίνω ξένος σ’ ἕναν ξένο τόπο, κι ἔτσι νὰ ζήσω στὸ πετσί μου τὴν ἀποξένωση καὶ τὴ διαίρεση τῆς ἀνθρωπότητας, κρατώντας ὅμως ταυτόχρονα τὴν πίστη ὅτι ὅλη ἡ οἰκουμένη εἶναι πατρίδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ «τοῦ Κυρίου εἶν’ ἡ γῆ καὶ ὅτι τὴ γεμίζει· ἡ οἰκουμένη κι ὅσοι μένουνε σ’ αὐτὴν» (Ψαλμ. 24 [23]:1). […]


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Ἡ Ἐκκλησία γίνεται ὅταν ἀνοίγεται, ἡ ἱεραποστολὴ ὡς ἐλπίδα καὶ ὡς ἐφιάλτης, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2008, σ. 290-291·297-299    

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Ἀπόστολος Παῦλος - Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν


Ἀρχιμ. Συμεὼν Βολιώτη, Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, Πνύκα 29/06/2016
https://www.youtube.com/watch?v=bNBsf42i4do



Μακαριώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς
Ἐντιμότατοι Ἄρχοντες
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ

Ἡ σημερινὴ ἑόρτιος λατρευτική μας σύναξη μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα γιὰ μία ἀκόμη φορὰ νὰ ἀναπέμψουμε ὕμνους καὶ δοξολογίες πρὸς τὸν Ἅγιο Θεὸ μας καὶ νὰ εὐχαριστήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὴν Παναγία Τριάδα, διότι αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο, αὐτὸν ἐδῶ τὸν χῶρο, αὐτὴν τὴν γῆ, πρὶν ἀπὸ εἴκοσι περίπου αἰῶνες, τὴν εὐλόγησε ἡ παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ καὶ ἱδρυτοῦ τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας.
Εὐλογία Θεοῦ ὁ ἐρχομὸς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν Ἀθήνα τοῦ 1ου μετὰ Χριστὸν αἰῶνα, στὴν πρωτεύουσα τῆς δημοκρατίας, στὴν Ἀκρόπολη τῆς φιλοσοφίας, στὸ ἀρχέγονο ζυμωτήριο τῶν ὑπαρξιακῶν ἀναζητήσεων.
Εὐλογία Θεοῦ, ποὺ οἱ προπάτορές μας «Ἀθηναῖοι καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον» (Πράξεις 17,21) καὶ ἔτσι τὸ 51 μ.Χ. ὁδήγησαν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο σὲ αὐτὸν τὸν Ἱερὸ Βράχο, ἐδῶ στὸν Ἄρειο Πάγο, στὸν χῶρο καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἡ κοινωνία τῶν ἀθηναίων πολιτῶν ἱερουργοῦσε τὸ λειτούργημα τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ γνωρίσουν «τὶς ἡ καινὴ ὑπὸ αὐτοῦ λαλουμένη διδαχή» (Πράξεις 17,20).
Στάθηκε σὲ αὐτὸ τὸ βῆμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιὰ νὰ βεβαιώσει περίτρανα ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, ἀπευθύνεται μὲ ἀπεριόριστο σεβασμὸ στὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, στὸν ἄνθρωπο ὁποιασδήποτε φυλετικῆς προέλευσης καὶ πολιτιστικῆς παράδοσης, μὲ σεβασμὸ στὴν πίστη του καὶ στὰ σεβάσματά του.
Αὐτὸς ὁ Παῦλος, ὅπου, ἐνῶ «παρωξύνετο τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ θεωρούντι κατείδωλον οὖσαν τὴν πόλιν» (Πράξεις 17,16), ἐντούτοις προσεγγίζει μὲ μεγαλειώδη ἀρχοντιά, εὐγένεια καὶ λεπτότητα τὴν θρησκευτικὴ ἑτερότητα τῆς τότε Ἀθήνας: «ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ» (Πράξεις 17, 22).
Ἀνεβαίνει σὲ αὐτὸ τὸ βῆμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος σὲ ἑτερόθρησκους καὶ ἀλλογενεῖς του, γιὰ νὰ φανερώσει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἀπαντᾶ στὸν καλοπροαίρετο ἀναζητητὴ κάθε ἐποχῆς, στὸν κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως ποὺ ψάχνεται, ποὺ θέτει ἐρωτήματα καὶ ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀγωνίες, στὸν ἀνοιχτὸ ἄνθρωπο, ποὺ δὲν εἶναι ἀγκιστρωμένος οὔτε στὴν αὐτάρκεια τῶν θρησκευτικῶν του βεβαιοτήτων οὔτε στὴν τυρρανικὴ θρησκοληψία τῆς ἀθεΐας του καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸν Ἄγνωστο σὲ αὐτόν, μὰ μόνο Ἀληθινὸ Θεό: «διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὖρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, Ἀγνώστῳ Θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν» (Πράξεις 17, 23).
Ἴσταται ὁ Παῦλος σὲ αὐτὸ τὸ βῆμα καὶ ἀτενίζει ὅλη τὴν οἰκουμένη, στρέφει τὸ πρόσωπό του σὲ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, σὲ Ἀνατολή, σὲ Δύση, σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο, καὶ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ διακηρύττει στὴν ἀνθρωπότητα: «ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων….αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα· ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» (Πράξεις 17, 24-27).
Ἐνάντια στὴν λαίλαπα τῆς ἐθνοκεντρικῆς αὐταρέσκειας καὶ τῆς μισαλλοδοξίας, ἐνάντια στὰ ἄκρα τοῦ ἐθνικισμοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ ποὺ ἐπιδιώκει τὴν βίαιη ἐπικράτηση μίας ἐθνικῆς ταυτότητας σὲ βάρος ὅλων τῶν ἄλλων καὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ ποὺ ἐπιδιώκει τὴν κατάργηση κάθε ἐθνικῆς ταυτότητας καὶ τὴν πολτοποίηση τους ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπέναντι στὴν τυφλὴ βία τῶν κάθε εἴδους ἰμπεριαλιστικῶν συμφερόντων, ἀπέναντι στὰ ἀπειλητικὰ ναζιστικὰ παγανιστικὰ μορφώματα, ποὺ ὀρέγονται τὴν παλλινόστηση τοῦ φασισμοῦ καὶ τῆς τυρρανίας, ἀπέναντι στὴν τρομοκρατία τῶν κρατικῶν ἢ ἰδιωτικῶν κεφαλαιοκρατικῶν ἐπιδιώξεων, ἀπέναντι στὴν ἀσύμμετρη ἀπειλὴ τοῦ θρησκευτικοῦ φονταμενταλισμοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα λιτὰ καὶ ἀπέριττα ξεκαθαρίζει ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὴν αἰώνια Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου: «τοῦ γὰρ καὶ γένους ἐσμέν» (Πράξεις 17, 29).
Ἔρχεται νὰ φανερώσει ὅτι εἶναι ὁ Πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν, ὁ Ἀπόστολος τῆς Οἰκουμένης καὶ ὄχι τῶν φυλετισμῶν, ὁ Ἀπόστολος τῆς Ἀγάπης καὶ ὄχι τῶν ἰδεολογημάτων, καὶ μᾶς καλεῖ ὅλους ἀνεξαιρέτως σὲ μετάνοια ἀπὸ τὸν ἀτομικό, τὸν συλλογικό, τὸν κρατικό, τὸν φυλετικό, τὸν θρησκευτικό, τὸν ἰδεολογικὸ καὶ ὁποιονδήποτε ἄλλο ἐγωισμό μας: «ὁ Θεὸς τὰ νῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν» (Πράξεις 17, 30).
Ὁ Παῦλος δὲν ἔκρυψε ποτὲ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν πατρίδα του. Ἄλλωστε πατριωτισμὸς καὶ ἐθνικισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς δύο διαφορετικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ δύο ἀντίθετες καὶ ἀσυμβίβαστες μεταξύ τους ἔννοιες. Ἔχει ταυτότητα καὶ αὐτοσυνειδησία ὁ Παῦλος στὴν ὁποῖα συχνὰ πυκνὰ ἀναφέρεται. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀκόμη σπουδαιότερο ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, αὐτῆς τῆς παράδοσης καὶ αὐτῆς τῆς κουλτούρας, ἀναδεικνύεται Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν.
«ἐγὼ μὲν εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος, γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ, καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον» (Πράξεις 22, 3-6). Ὁ Παῦλος εἶναι ἀληθινὸς πατριώτης. Ὁ ἀληθινὸς πατριώτης ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του, καὶ κάθε πατρίδα εἶναι ἀξιαγάπητη, ἀλλὰ λατρεύει μόνον τὸν Θεό, τὸν κοινὸ Πατέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ κάθε πατρίδας.
Δὲν κρύβει ὁ Παῦλος οὔτε ὡραιοποιεῖ τὸ παρελθόν του. Ὅποιος δὲ διδάσκεται ἀπὸ τὴν ἱστορία του, εἴτε πρόκειται γιὰ ἀτομικὴ εἴτε γιὰ συλλογικὴ ὀντότητα, δὲν ἔχει μέλλον, καὶ ἡ μετάνοια του εἶναι προσχηματικὴ καὶ δὲν ἔχει καρπούς.
«Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφὴν ποτε τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων» (Γαλάτας 1, 13-15), ἐξομολογεῖται ὁ Παῦλος.
Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή του δὲν εἶναι ἕνα ἀτομοκεντρικὸ γεγονὸς μὲ ἠθικοπλαστικὸ χαρακτήρα. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Παύλου ἀλλάζει τὴν πορεία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας: «σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὖτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ· ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν» (Πράξεις 9, 15-16). Γίνεται πλέον ζηλωτὴς τῆς ρητῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου: «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθαῖος 28, 19).
Δὲν πτοεῖται οὔτε ἀπὸ τὴν προκατάληψη ποὺ βιώνει οὔτε ἀπὸ τὶς ἐναντίον του ἐπιβουλὲς οὔτε ἀπὸ τοὺς κινδύνους, καθὼς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς μεταστροφῆς του γίνεται στὸχος θανάτου.
Ἔχει πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ ἡ ἐν Χριστῷ πορεία πρὸς τὰ ἔθνη εἶναι μία πρόσκληση τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα ἄθλημα καὶ μαρτύριο θυσίας, τὸ ὁποῖο ἀποφασίζει θεληματικὰ καὶ ἐκούσια νὰ ἀκολουθήσει.
Ὁ Παῦλος εἶναι ὁ διάκονος τῶν ἐθνῶν καὶ ὄχι τῶν ἐθνικισμῶν, διάκονος «καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος· τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ» (Β´ Κορινθίους 3, 6).
Ὁ Παῦλος δὲν εἶναι ὁ θεωρητικὸς ἑνὸς σκοτεινοῦ γραφείου, ὁ ἰδεολογικὸς μέντορας καὶ ἀτσαλάκωτος ἰνστρούκτορας μίας νέας θρησκευτικῆς μεσσιανικότητας καὶ ἐθνικῆς ἐσχατολογίας.
Πορεύεται πρὸς τὰ ἔθνη ὁδοιπορώντας χιλιάδες χιλιόμετρα, μεταναστεύει, ξενιτεύεται, γίνεται πρόσφυγας καὶ ναυαγός, μπαίνει σὲ περιπέτειες καὶ ὑποφέρει, διότι εἶναι ὄντως τέκνο τοῦ Ἀβραάμ, καθὼς ὅπως καὶ ὁ προπάτοράς του Ἀβραάμ, ὑπακούει στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω» (Γένεσις 12, 1).
Πορεύεται πρὸς κάθε ἄνθρωπο καὶ πρὸς κάθε λαό, διασχίζοντας ὅλη σχεδὸν τὴν τότε αὐτοκρατορία, γιὰ νὰ τὸν εἰσαγάγει στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ κάθε ἐγκοσμιοκρατικὸ προσανατολισμὸ καὶ συμφέρον: «οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β´ Κορινθίους 3, 18).
Στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀληθινὴ πνευματικὴ ζωή, δὲν ἔχουν θέσει τὰ ἀμυντικὰ σύνδρομα, ἡ κρατικὴ αὐτοαπομόνωση, ἡ ἄγονη προσκόλληση στὸ παρελθόν, ἡ κατ᾽ ἐπάγγελμα ἐθνικοφροσύνη, ἡ ξενοφοβία, ὁ ρατσισμός, οἱ κάθε ἀπόχρωσης σωβινισμοὶ ἢ τζιχαντισμοὶ καὶ τὰ συλλογικὰ μίση.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Πνεύματος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἐθνικιστής, καὶ ὁ ἐθνικιστὴς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Πνεύματος κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου.
«ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὖτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ, ὁ πατήρ. αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ» (Ρωμαίους 8, 14-17). Ὅποιος ἄγεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα του, αἰσθάνεται τέκνο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδελφὸς ἐν Χριστῷ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, μέλος τῆς μεγάλης οἰκογένειας, τῆς μίας καὶ μοναδικῆς ἀνθρωπότητας.
Κατὰ τὸν Παῦλο «οὐ τὰ τέκνα τῆς σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τέκνα τὴς ἐπαγγελίας» (Ρωμαίους 9, 8). Ὁ παύλειος λόγος εἶναι ἀπόλυτα σαφής: ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι «τέκνο τῆς σαρκός».
Ὁ Παῦλος διδάσκει ὅτι ἡ κατὰ Θεὸν δικαίωση δὲν ἔρχεται μὲ τὸν ἀνώφελο ζηλωτισμό: «μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν. ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν» (Ρωμαίους 10, 2-3). Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι μία μορφὴ ἐπικίνδυνου ζηλωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπολυτοποιεῖ καὶ θεοποιεῖ τὸ ἐθνοφυλετικὸ «ἴδιον».
Ὁ ἀρρωστημένος ζηλωτισμὸς συμπλέει πολλὲς φορὲς μὲ τὴν στείρα παραδοσιολαγνεία καὶ τὴν καθ᾽ ἕξιν πατριδοκαπηλεία. Ὁ ἁγνὸς ὅμως καὶ ἄδολος πατριωτισμός, τὸν ὁποῖο εἶχε ὁ Παῦλος, δὲν βρίσκεται στὰ βαρύγδουπα συνθήματα οὔτε στὶς κραυγὲς ἑνὸς γραφικοῦ συντηρητισμοῦ οὔτε πολὺ περισσότερο στοὺς μεγαλοιδεατισμοὺς τῆς ἐθνικιστικῆς μεσσιανικότητας, ἀλλὰ στὸ γνήσιο πατριωτικὸ ἦθος, τὸ ὁποῖο εἶναι ἄρρηκτα δεμένο μὲ τὴν θυσιαστικότητα, τὴν ὑπέρβαση τῶν ἐγωισμῶν, τὴν προσφορὰ καὶ τὴν ἀνάληψη προσωπικοῦ κινδύνου καὶ κόστους. Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι βόλεμα, ὁ πατριωτισμὸς εἶναι μόνιμη διακινδύνευση:
«κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσςῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις» (Β´ Κορινθίους 11, 26-37)
Ἡ «μέριμνα πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» (Β´ Κορινθίους 11, 27) ἐνέπνευσε τὸν Παῦλο νὰ ἐπιχειρήσει ἕνα ἐκπληκτικὸ τόλμημα ὑπέρβασης ὄχι μόνο τῶν ἐθνοφυλετισμῶν, ἀλλὰ καὶ κάθε εἴδους ἀπόστασης καὶ ἐμποδίων, ἀκόμη καὶ ἀπόλυτα ἀντικειμενικῶν, ὅπως τὸ δύσκολο καὶ ἀπρόσιτο τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τῶν συγκοινωνιῶν μεταξὺ τῶν τότε πόλεων. Ἡ Λογία μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων (π.χ. Α´ Κορινθίους 16, 1-2 κ.ἑπ.) εἶναι μία συγκινητικὴ ἀπόδειξη ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καταργεῖ κάθε ἐμπόδιο, κάθε δυσκολία, κάθε ἐπιφύλαξη καὶ προκατάληψη, καὶ δημιουργεῖ μία νέα πραγματικότητα, μία ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα μέσα στὴν σάρκα καὶ στὴν τραγικότητα τῆς ἱστορίας.
Ἡ πρόταση ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία κομίζει ὁ Παῦλος στὰ ἔθνη, δὲν εἶναι ἕνας ἐλιτίστικος πλουραλισμός, μία ἐπιλεκτικὴ ἀνεκτικότητα στὴν διαφορετικότητα, μία ἀφ᾽ ὑψηλοῦ κατανόηση τοῦ ἄλλου, ἕνας θεωρητικὸς διεθνισμός, ἀλλὰ ἕνας παροξυσμὸς ἔμπρακτης ἀγάπης. Ἡ πρόταση τοῦ Παύλου στὸν σύγχρονο κόσμο, στὴν σημερινὴ ἀνθρωπότητα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπίκαιρη· εἶναι μονόδρομος: «κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων» (Ἑβραίους 10, 24-25).
Τὸ μήνυμα καὶ ἡ διδαχὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου βρίσκει καὶ σήμερα τὴν ἀνθρωπότητα μέσα σὲ στάδια ἐντόνων διεργασιῶν καὶ μεγάλης μεταβλητότητας. Μία ἀνθρωπότητα μουδιασμένη καὶ ἀπογοητευμένη. Μία ἐξαγριωμένη Ἀνατολὴ βομβαρδισμένη ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς Χριστιανικῆς Δύσης καὶ μία ἐκκοσμικευμένη Δύση τρομαγμένη καὶ βαθιὰ πληγωμένη ἀφενὸς μὲν ἀπὸ τὴν ἐκδικητικὴ βία τῆς ἰσλαμικῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἐπελαύνει, καὶ ἀφετέρου ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ἐθνικιστικὴ μισαλλοδοξία, τὸν νεοναζισμὸ καὶ τὰ ἄλλα μορφώματα, ποὺ ἡ ἴδια ἐκτρέφει καὶ θάλπει μέσα ἀπὸ τὴν ἀπαξίωση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἀνισότητα, τὴν ἀδυναμία διαμόρφωσης καὶ ἐπιβολῆς κοινωνικῶν πολιτικῶν προστασίας τῶν ἀδυνάτων, τὴν ἀνεξέλεγκτη πτωχοποίηση τῶν παραγωγικῶν τάξεων, τὴν θεοποίηση τῆς ἀτομοκρατίας καὶ τὸ γκρέμισμα κάθε ἀξίας νοήματος ζωῆς μπροστὰ στὸ ἰδεολόγημα τοῦ δῆθεν σεβασμοῦ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν εἰδωλοποίηση τῆς κάθε εἴδους ἐκκεντρικότητας. Καὶ μέσα σὲ ὅλα αὐτά, ἡ κτηνωδία τῶν πολέμων ὁδηγεῖ στὴν τραγωδία τῆς προσφυγιᾶς ἑκατομμύρια ἀνθρώπινες ψυχὲς καὶ παράλληλα ὑψώνονται καὶ πάλι τείχη καὶ συρματοπλέγματα ἐθνοφυλετικῶν ἐγωισμῶν καὶ μονόπλευρων συμφερόντων.
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιρα, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος μὲ τὸν διαχρονικό του λόγο συνεχίζει ἀμείωτα νὰ εὐαγγελίζεται στὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ἰδιαίτερα στὸν χριστιανικὸ κόσμο, τὴν μόνη ρεαλιστικὴ πρόταση λύσης τοῦ δράματός της:
«πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστὲ διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλάτας 3, 26-29)
«εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν» (Ἐφεσίους 4, 6)
«οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολοσσαεῖς 3, 11-12).
Ὁ σύγχρονος, ὅμως, κόσμος δείχνει ἀμετανόητος ἀπὸ τὶς τραγικὲς συνέπειες τοῦ ἀπώτερου καὶ τοῦ πρόσφατου παρελθόντος. Οἱ ἐθνικισμοὶ καὶ οἱ ἐθνοφυλετισμοὶ ζοῦν καὶ βασιλεύουν ἀκόμη καὶ στὸν ὀρθόδοξο κόσμο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τόλμησε καὶ καταδίκασε συνοδικῶς τὸ 1872 τὸν ἐθνοφυλετισμὸ ὡς αἵρεση. Μία συνοδικὴ Ἀπόφαση μὲ πανορθόδοξο κύρος καὶ καθολικὴ ἰσχύ, ἡ δυναμικὴ τῆς ὁποίας ἐπιβεβαιώθηκε πολὺ πρόσφατα, πρὸ ὁλίγων ἡμερῶν, στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
Κι ὅμως, ἡ θρησκεία ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται καὶ σήμερα ὡς ἐργαλεῖο γεωστρατηγικῆς καὶ οἰκονομικῶν ἐπιδιώξεων. Καὶ σήμερα ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν συλλογικὲς ὀντότητες καὶ κρατίδια, ποὺ συστηματικὰ πλαστογραφοῦν τὴν διαχρονικὴ ἱστορία, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὸν ἐθνοφυλετικὸ ἀλυτρωτισμό τους. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖο μᾶς πονᾶ ἰδιαίτερα, ἡ πλαστογράφηση τῆς ἱστορίας τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας μας καὶ ὁ σφετερισμὸς τοῦ γλυκύτατου ὀνόματός της καὶ τῶν ἀρχαίων συμβόλων της.
Καὶ σήμερα ὑπάρχουν χριστιανικὰ κράτη, τὰ ὁποῖα νοσταλγοῦν τὰ τείχη τῆς ἐθνικιστικῆς φοβικότητας καὶ τὰ ἀγκαθωτὰ συρματοπλέγματα τῶν κρατιδιακῶν τους συμφερόντων.
Ἕνας πτωχὸς καὶ ἄσημος ἁγιορείτης καλόγερος, νῦν Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, πολίτης τῆς μοναδικὰ καὶ πραγματικὰ ἐφαρμοσμένης πολυεθνικῆς, πολυφυλετικῆς, πολυπολιτισμικῆς, πολυγλωσσικῆς καὶ ἀταξικῆς δημοκρατικῆς πολιτείας, τῆς μοναστικῆς δηλαδὴ πολιτείας, ἔγραφε ἀπὸ τὴν καλύβα του:
«Ἡ καρδιά, ὅταν εἶναι ὁλόκληρη στὸν Θεὸ δοσμένη, τότε, φυσικά, εἶναι καὶ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο μοιρασμένη, καὶ ἡ ἀγάπη τότε εἶναι θεοποιημένη. Ἡ μεγάλη αὐτὴ θεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν κλείνεται οὔτε μέσα στὴν καρδιὰ οὔτε σὲ σπίτι οὔτε σὲ κτήρια συλλόγων οὔτε μὲ ἀγκαθωτὰ σύρματα συνόρων, διότι ὁ Χριστὸς δὲν κλείνεται. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀγκαθωτὰ σύρματα στὰ σύνορα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀγκαθοποιημένη πνευματική μας κατάσταση, καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρουμε καὶ δὲν εἴμαστε στὴν οὐσία Χριστιανοὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μόνον κλείνουμε, καὶ ὄχι τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν κλείνεται. [..] Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχῃ τὴν Ἀγάπη (τὸν Χριστό), καὶ βουβὸς νὰ εἶναι, μπορεῖ νὰ συνεννοηθῇ μὲ ὅλα τὰ δισεκατομμύρια τῶν λαῶν καὶ μὲ τὴν κάθε ἡλικία ἀκόμη τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχει κι αὐτὴ τὴ δική της γλῶσσα» (Ἐπιστολές, Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 2005, σ.191, σ.194).
Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καὶ ὄχι τὸν ἐθνικισμῶν Παῦλος ὡς πνευματικός μας πατέρας ἀπευθύνεται καὶ σήμερα σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀποτινάξουμε τὴν φοβικότητα, νὰ ἀνοιχτοῦμε στὴν σκανδαλιστικὴ πρόκληση μετοχῆς στὸ ἄθλημα τῆς κοινωνίας τῶν σχέσεων. Ἀπευθύνεται καὶ πάλι στὴ δική μας δοκιμαζόμενη πατρίδα, στὴ δική μας πονεμένη καὶ πολλάκις προδομένη πατρίδα, στὴν πατρίδα μας ποὺ βιώνει καὶ πάλι ὁριακὲς στιγμὲς τῆς σύγχρονης ἱστορίας της, στὴν πατρίδα μας ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι τιμᾶ μὲ πράξεις, ποὺ κοστίζουν, καὶ ὄχι μὲ ἀνέξοδες θεωρίες τὸ πανανθρώπινο κεκτημένο τῶν ἀξιῶν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς φιλαδελφείας, καὶ σὲ μία πατρίδα συγχρόνως ὅπου ἡ ἀπειλὴ τῆς γκετοποίησης, τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ ἐθνικισμοῦ καραδοκεῖ, καὶ καταθέτει ἕνα δυναμικὸ προσκλητήριο:
«εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμαίους 12, 18-21).
Μέσα στὴ δίνη τῶν ἀλυσιδωτῶν γεωπολιτικῶν ἀναταράξεων καὶ τῆς ὡμῆς σύγκρουσης συμφερόντων ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει ὅτι «νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγεννήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσίους 2, 13-14).
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καταργεῖ κάθε ἔχθρα, κάθε ἀντιπαλότητα, κάθε φραγμὸ ἀτομικῶν ἢ συλλογικῶν συμφερόντων, κάθε ἰδιοκτησιακὴ ἀντίληψη περὶ τοῦ Θεοῦ, κάθε ψευδαίσθηση φυλετικῆς καθαρότητας καὶ ὑπεροχῆς. Μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ κάθε ἐγκοσμιοκρατικὸ ἐγκλωβισμό, ἀπὸ κάθε ἐθνικισμό, ἀπὸ κάθε εἴδους ἀνελευθερία.
«οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβραίους 13, 14-15).
Ἔχουμε κοινὴ πατρίδα.
Τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε κοινὴ πατρίδα.
Τὴν Θεία Λειτουργία.
Ἔχουμε κοινὴ πατρίδα.
Τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τὴν πραγμάτωση τῆς Βασιλείας μέσα στὴν ἱστορία.
Ἡ Βασιλεία. Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρίδα μας.
Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.





Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Πεντηκοστή vs σύνορα


Καθὼς ἐπηγγείλατο, αὐτεξουσίως μολόν, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τοῖς Ἀποστόλοις Χριστέ, εἰς μίαν συνήρμοσε, πίστεως συμφωνίαν, τῆς ἀκτίστου Τριάδος, γλώσσας τὰς διαφόρους, τῆς ἐθνῶν πανσπερμίας· ἀλλ’ οἴκησον καὶ ἡμῖν ἀγαθέ, Φιλάνθρωπε δεόμεθα.

Τῇ Τετάρτῃ μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, εἰς τὸν Ὄρθρον. Κάθισμα.



Ἡ καρδιά, ὅταν εἶναι ὁλόκληρη στὸν Θεὸ δοσμένη, τότε, φυσικά, εἶναι καὶ σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο μοιρασμένη, καὶ ἡ ἀγάπη τότε εἶναι θεοποιημένη. Ἡ μεγάλη αὐτὴ θεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν κλείνεται οὔτε μέσα στὴν καρδιὰ οὔτε σὲ σπίτι οὔτε σὲ κτίρια συλλόγων οὔτε μὲ ἀγκαθωτὰ σύρματα συνόρων, διότι ὁ Χριστὸς δὲν κλείνεται. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀγκαθωτὰ σύρματα στὰ σύνορα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀγκαθοποιημένη πνευματική μας κατάσταση, καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρουμε καὶ δὲν εἴμαστε στὴν οὐσία Χριστιανοὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μόνον κλείνουμε, καὶ ὄχι τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν κλείνεται.
Ξεχνᾶμε ὅτι εἴμαστε κατὰ σάρκα παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ κατὰ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἀκριβὴ ἀγάπη, θὰ ἔνιωθε τότε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀδελφό του καί, ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ Ἀγάπη (ὁ Χριστός), τότε δὲν θὰ δίνανε προσοχὴ πιὰ οὔτε στὰ φύλα οἱ Χριστιανοὶ (μὲ τὸ νὰ κάνανε σαρκικὴ διάκριση), γιατὶ θὰ τὰ βλέπανε ὅλα ἀγνὰ καὶ ἅγια, καὶ τότε θὰ ἦταν ντυμένοι μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
[…] Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη τὴν Ἀγάπη (τὸν Χριστό), καὶ βουβὸς νὰ εἶναι, μπορεῖ νὰ συνεννοηθῆ μὲ ὅλα τὰ δισεκατομμύρια τῶν λαῶν καὶ μὲ τὴν κάθε ἡλικία ἀκόμη τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχει καὶ αὐτὴ τὴ δική της γλῶσσα.


Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Ἐπιστολές, Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 2005 

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Μικέλης Ἄβλιχος - Ὁ μοχθηρὸς ψευτοφιλόπατρις


Τὸ πρόσωπό του ἐκεῖνο τὸ γιωμένο 
ποὺ τῆς καρδιᾶς του δείχνει τὴ σκουριὰ 
τὸ γέλιο τὸ κρυφὸ καὶ λυσσιασμένο 
ποὺ ἡ δυστυχία τῶν ἄλλων τοῦ γεννᾶ.

Τὸ φθονερό του μάτι τὸ σβησμένο 
ποὺ δείχνει βουλιμιὰ γιὰ συμφορὰ 
μᾶς ἐξηγοῦν γιατ' εἶναι διψασμένο 
τ’ αχείλι του καὶ πόλεμο ζητᾶ.

Διψάει νὰ ἰδεῖ στὰ μαῦρα φορεμένους 
πατέρες καὶ μαννάδες ποὺ μισεῖ, 
νὰ τοὺς ἰδεῖ στὰ δάκρυα τους πνιγμένους:

                                   Θάναι δροσιὰ στὴν ἔρμη του ψυχή. 
                                   Γιὰ τοῦτο ὑπὲρ Πατρίδος σκούζει, κράζει 
                                   ὄρνιο, ποὺ γιὰ κουφάρια ἀναστενάζει!


τεῦχος ἀρ. 683 (1920) τοῦ περιοδικοῦ «Νουμᾶς»

http://adrahti.blogspot.gr/2013/11/blog-post_13.html




Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

ὁ ἐγκιβωτισμὸς τῆς Ἐκκλησίας στὸ ἔθνος

Νικόλαος Γύζης
[…] Ἡ Ἐκκλησία ὅμως πληρώνει ἕνα βαρύτατο τίμημα, ἐμπλεκόμενη σὲ κοσμικὲς καὶ ἐθνικὲς ὑποθέσεις, λησμονώντας τὴν ἐσχατολογική της προοπτικὴ καὶ τὴν ὑπερεθνική της ἀποστολή, προκαλώντας στρεβλώσεις στὴν ἐκκλησιαστική της δομὴ καὶ τὴν εὐχαριστιακή της συγκρότηση, συγχέοντας τοῦ λοιποῦ μονίμως τὸ ἐθνικὸ μὲ τὸ θρησκευτικό, μεταβαλλόμενη σὲ «ἀρχὴ καὶ ἐξουσία τοῦ αἰῶνος τούτου», ἐμπλεκόμενη στὶς διαδικασίες ἐθνογένεσης καὶ στοὺς ἐθνικοὺς ἀνταγωνισμούς. Τὸ τίμημα αὐτὸ σχετίζεται ἀκόμη μὲ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς της ταυτότητας, μὲ τὴν πλήρη σχεδὸν ἐθνικοποίησή της, μὲ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς καθολικότητας καὶ τῆς οἰκουμενικότητας γιὰ χάρη τῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, μὲ τὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἐκκοσμικευμένης ἐγκοσμιοκρατικῆς ἐσχατολογίας ποὺ κάνει περισσότερες ἀναφορὲς στὴ συνέχεια καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἔθνους καὶ λιγότερες στὸ Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ· τέλος, ὡς συνέπεια τῶν παραπάνω, τὸ τίμημα ποὺ συνεχίζει νὰ πληρώνει ἡ Ἐκκλησία στὸ βωμὸ τῆς σχέσης της μὲ τὸ ἔθνος σχετίζεται μὲ τὰ ἀμυντικὰ σύνδρομα, τὴν προσκόλληση στὸ παρελθόν, τὸν κοινωνικό, πολιτισμικὸ καὶ ἰδεολογικὸ ἀναχρονισμὸ καὶ συντηρητισμό, τὸν πειρασμὸ τῆς ἀναδίπλωσης, τοῦ φουνταμενταλισμοῦ καὶ τοῦ ἀντιευρωπαϊσμοῦ, μὲ μιὰ λέξη μὲ τὴν ἀδυναμία μετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στὸν σύγχρονο κόσμο. […]
Ἦταν τόσο ποικίλες καὶ σημαντικὲς οἱ πολιτικὲς καὶ οἱ κοσμικοῦ τύπου εὐθύνες ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ ἀναλάβει ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν πτώση τοῦ Βυζαντίου, ἦταν τόσο ἀπόλυτη ἡ ἐμπλοκὴ καὶ ἡ ταύτισή της μὲ τὸ ἐθνικὸ ζήτημα καὶ τὸ πατριωτικὸ καὶ ἡρωικὸ ἰδεῶδες, ἦταν τέτοια ἡ ἀπουσία ἐσχατολογικῆς αὐτοσυνειδησίας καὶ γνήσιων ὀρθόδοξων θεολογικῶν κριτηρίων, ποὺ τελικὰ ἡ Ἐκκλησία ταυτίστηκε μὲ τὸ ἔθνος, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μὲ τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μὲ τὴν ἐθνικὴ ζωή.
Ἔτσι στὸν κυρίαρχο ἐκκλησιαστικὸ λόγο, τὰ γεγονότα-σταθμοὶ τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας, ὄχι μόνο ἀπονευρώνονται θεολογικά, ἀλλὰ συνδέονται σχεδὸν πάντα συμβολικὰ καὶ φορτίζονται συναισθηματικὰ μὲ γεγονότα καὶ περιπέτειες τοῦ ἐθνικοῦ πεπρωμένου τῶν Ἑλλήνων, στὴν πραγματοποίηση τοῦ ὁποίου φαίνεται νὰ κατατείνουν. Σημειώνεται ἔτσι μία σημαντικὴ μετατόπιση, ἕνα πλῆρες νοήματος γλίστρημα, ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας στὴν ἱστορία τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας.


Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ὀρθοδοξία Ἑλληνισμὸς στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα, ἐκδ. Ἴνδικτος

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ὁ πειρασμὸς τοῦ Ἰούδα Β´ μέρος

Πέρις Ἱερεμιάδης
(Ἡ θεσμικὴ Ἐκκλησία) φαίνεται νὰ ἀμελεῖ ἢ νὰ ἀποφεύγει νὰ ἐπισημάνει καὶ νὰ καταγγείλει τὶς ἀρνητικὲς συνέπειες τῆς παγκοσμιοποίησης στὸ οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικὸ πεδίο, ἰδίως γιὰ τὰ λαϊκὰ στρώματα, γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους, γιὰ τὰ θύματα τῆς Ἱστορίας, τὰ τόσο προσφιλῆ καὶ οἰκεῖα στοὺς λόγους καὶ τὸ βίο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Συμβαίνει ἐδῶ μιὰ πλήρης ἀντιστροφὴ τῶν εὐαγγελικῶν κριτηρίων: ἡ ὑπεράσπιση τῶν ἐνδεῶν καὶ τῶν ἀδυνάτων ποὺ γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ συνιστοῦσε ἀπόλυτη προτεραιότητα, σὲ τέτοιο μάλιστα βαθμὸ ποὺ στὸ πρόσωπό τους νὰ εἰκονίζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὑποχωρεῖ καὶ τίθεται σὲ δεύτερη μοίρα γιὰ χάρη τῆς ὑπεράσπισης τῆς κινδυνεύουσας ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς ταυτότητας, γιὰ χάρη δηλαδὴ προτεραιοτήτων ποὺ στὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἤσσονος σημασίας ἢ ἐμπόδιζαν καὶ ἀλλοίωναν τὴν ἔλευση καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ κίνημα τῶν Ζηλωτῶν στὸ ὁποῖο μετεῖχε καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ποὺ τελικὰ πρόδωσε τὸν Χριστό. Ἡ ἐπίσημη καὶ θεσμοποιημένη Ἐκκλησία μοιάζει νὰ ἀγνοεῖ ἢ νὰ παρακάμπτει αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ τὸ χριστιανικὸ ἦθος καὶ ποὺ συνόψισε μὲ ἔξοχο τρόπο ὁ Μπερδιάγεφ στὴν περίφημη ρήση του: «τὸ πρόβλημα τοῦ δικοῦ μου ψωμιοῦ εἶναι πρόβλημα ὑλικό, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα τοῦ ψωμιοῦ τῶν διπλανῶν μου, ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, εἶναι πνευματικὸ καὶ θρησκευτικὸ πρόβλημα. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μονάχα γιὰ τὸ ψωμί, ζεῖ ὅμως μὲ ψωμί, καὶ πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχουν ψωμί».

 Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ὀρθοδοξία καὶ Πολιτικὴ θεολογία, στὸ Βιβλικὴ Θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης, πατερικὴ θεολογία καὶ ἀμφισημίες τῆς νεωτερικότητας, Ἱερὰ Μητρόπολις Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Ἴνδικτος



Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

ὁ πειρασμὸς τοῦ Ἰούδα Α´ μέρος


Ἀλέκος Κοντόπουλος
[…] ˗ Ἡ Ἐκκλησία στὶς κατὰ παράδοση ὀρθόδοξες χῶρες μοιάζει ἔτσι νὰ ἔχει ἐγκλωβιστεῖ σὲ μιὰ ἀμιγῶς ἐνδοϊστορικὴ καὶ ἐθνοκεντρικὴ διάσταση, στὸν περιορισμὸ τῆς ἀποστολῆς της «στὴν πραγματοποίηση τῶν πεπρωμένων τῆς φυλῆς καὶ τοῦ ἔθνους (!), στὴ μετατροπὴ τοῦ κηρύγματος τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ σὲ κήρυγμα ἐθνικῆς σωτηρίας καὶ διαφύλαξης τοῦ ἐνδόξου ἐθνικοθρησκευτικοῦ παρελθόντος. Λογικὴ καὶ φυσικὴ συνέπεια εἶναι ἡ ταύτιση τοῦ θρησκευτικοῦ μὲ τὸ ἐθνικό, τῆς ἐθνικῆς μὲ τὴ χριστιανικὴ ταυτότητα ποὺ θεωροῦνται ἔτσι ὡς κάτι τὸ ἐνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο, ἂν καὶ στὸ τέλος βέβαια ἡ χριστιανικὴ ταυτότητα ἐκπίπτει σὲ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς. Ἡ «χριστιανικὴ» ταυτότητα ἐν προκειμένῳ δὲν ἀναφέρεται στὴ μετοχὴ στὴν εὐχαριστιακὴ καὶ ἐσχατολογικὴ κοινότητα ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ στὶς συνακόλουθες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνέπειες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἔνταξη σὲ αὐτὴ τὴν κοινότητα, διότι ἡ μετοχὴ αὐτὴ παραμένει δυναμικὰ ἀπροσδιόριστη, πέρα ἀπὸ κάθε a priori ἀντικειμενικὸ προσδιορισμό. Ἡ «χριστιανικὴ» ταυτότητα ἀναφέρεται μᾶλλον σὲ μία ἐκ τῶν προτέρων καθορισμένη συλλογικὴ πραγματικότητα ποὺ τὰ ὅριά της ταυτίζονται μὲ τὰ ὅρια τοῦ ἔθνους καὶ ὅπου τὸ ἐπίθετο «χριστιανικὸς» δὲν εἰσάγει κατ’ ἀνάγκην κριτήρια καὶ ἀπαιτήσεις ἐκλησιαστικῆς νοηματοδότησης τῆς προσωπικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς, ἀλλὰ συνδέεται μὲ παραδοσιακοὺς πολιτιστικοὺς καὶ ἱστορικοὺς ἐπικαθορισμούς. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸν κατεστημένο ἐκκλησιαστικὸ λόγο τὰ γεγονότα-σταθμοὶ τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας ὄχι μόνο δὲν ἐντάσσονται στὴν προοπτικὴ ὑπέρβασης τῶν συνεπειῶν τῆς ἁμαρτίας καὶ πραγματοποίησης τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ὑπὲρ τὰ ἔθνη ἑνότητος, ἀλλὰ συνδέονται συμβολικὰ καὶ φορτίζονται συναισθηματικὰ μὲ γεγονότα καὶ περιπέτειες τοῦ ἐθνικοῦ πεπρωμένου τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, στὴν πραγματοποίηση τοῦ ὁποίου φαίνεται νὰ κατατείνουν. Σημειώνεται ἔτσι μία σημαντικὴ μετατόπιση, μιὰ πλήρους νοήματος διολίσθηση ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας στὴν ἱστορία τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ λογικὴ κατάληξη τοῦ πειρασμοῦ τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ ἐγκοσμιοκρατικοῦ μεσσιανισμοῦ. […]


Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Ὀρθοδοξία καὶ Πολιτικὴ θεολογία, στὸ Βιβλικὴ Θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης, Πατερικὴ Θεολογία καὶ ἀμφισημίες τῆς νεωτερικότητας, Ἱερὰ Μητρόπολις Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Ἴνδικτος

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀστικὴ τοξίνη τοῦ ἐθνικισμοῦ Γ´ μέρος




[…] Ἡ ἄρχουσα τάξη μὲ τὰ κοινωνικά τους ὄργανα, τοὺς πολιτικοὺς καὶ τοὺς διανοούμενους, ἐνόθευσε τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἔκανε ἐθνικισμό, γιὰ νὰ τὴν καταντήση στὸ τέλος σωβινισμὸ καὶ ἰμπεριαλισμό. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἡ ἀστικὴ ἡγεσία χρησιμοποιεῖ εἴτε ναρκωτικά, τὸ νοθευμένο θρησκευτικὸ κήρυγμα, εἴτε διεγερτικά, ὅπως εἶναι ὁ ἐθνικισμός. Τὰ ναρκωτικὰ τῆς ἐξασφαλίζουν τὴν κατοχὴ τῶν παράνομων κερδῶν, τὰ διεγερτικὰ τῆς αὐξάνουν τὰ κέρδη. Ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι ἡ πιὸ προσοδοφόρα πηγὴ τῆς καπιταλιστικῆς τάξης.
Ἡ κεφαλαιοκρατικὴ τάξη ποὺ καταπιέζει μιὰ χώρα ἐπεκτείνει τὴ δράση της καὶ σ’ ἄλλες χῶρες κι ἔτσι γίνεται ἕνας διεθνὴς ἀγώνας ἐπικράτησης μεταξὺ τῶν κεφαλαιοκρατικῶν συγκροτημάτων τῶν διαφόρων χωρῶν. Ὅταν ὁ ἀγώνας αὐτὸς φθάση σὲ κρίσιμο σημεῖο, τότε χρησιμοποιεῖται ὁ πόλεμος, γιὰ νὰ κρίνη τὴν τύχη τῶν οἰκονομικῶν συγκροτημάτων. Γιὰ νὰ φέρουν τοὺς λαοὺς σὲ φόρμα νὰ πολεμήσουν, οἱ ἡγέτες τους μεταχειρίζονται τὸν ἐθνικισμό, καλλιεργοῦν τὸν σωβινισμὸ καὶ ὑποθάλπουν τὸ ἔνστικτο τῆς καταστροφῆς κι ἀρπαγῆς μὲ τὸν μιλιταρισμό. Μὲ ὀμορφοστολισμένες ψευτιές, πλαστογράφηση τῆς ἱστορίας καὶ καπηλεία τῆς ἠθικῆς, οἱ λαοὶ ὁδηγοῦνται στὴν πιὸ μεγάλη ἐξαχρείωση, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει ἔγκλημα κι ἠλιθιότητα, ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὰ πράξουν.
Ἐθνικισμὸς σημαίνει θεοποίηση τῆς πατρίδας καὶ τοῦ κράτους. Ἡ θεοποίηση αὐτὴ εἶναι ὁ συντομώτερος δρόμος πρὸς τὴν ἀποκτήνωση τῶν λαῶν. Μὲ τὸν ἐθνικισμὸ ἡ πατρίδα γίνεται σκοπός, ἀντικείμενο λατρείας, παίρνοντας τὴ θέση τοῦ Θεοῦ. Οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ξέρουν πὼς ὁ ἐθνικισμὸς εἶναι ἐπικίνδυνη μορφὴ εἰδωλολατρίας […].
Τὰ κράτη, τὰ ἔθνη, τὰ σύνορα, οἱ φυλετικὲς διακρίσεις, ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ ἐπιθέσεις καὶ κατακτήσεις ξένων ἐδαφῶν εἶναι ἀκατανόητα ἀπὸ χριστιανικὴ πλευρά.
 […] Ὁ ἐθνικισμὸς καὶ τὰ περὶ αὐτόν, εἶναι ἡ τοξίνη ποὺ ἐπιδιώκει τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἀνθρωπότητας. […]        


N. Ψαρουδάκης, Χριστιανικὴ ἐπανάσταση - Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐπανάστασης 





Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀστικὴ τοξίνη τοῦ ἐθνικισμοῦ Β´ μέρος




[…] Ὁ Χριστιανὸς ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του καὶ τὴ φυλή του, ἐπειδὴ τὸν συνδέουν μ’ αὐτὰ ὁρισμένα περιστατικά, ὁρισμένες παραδόσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ συναίσθημα, ποτὲ δὲν θἄφτανε ὁ Χριστιανὸς μὲ τὴ λογικὴ στὴν ἀγάπη τῆς πατρίδας καὶ τοῦ ἔθνους. Ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου, δηλ. ὁρισμένη ἐδαφικὴ περιοχὴ τῆς γῆς, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει πὼς δὲν θὰ μποροῦσα ν’ ἀγαπήσω κι ὁποιοδήποτε ἄλλο κομμάτι τῆς γῆς ὅπου θὰ τἄφερνε ἡ μοίρα νὰ ζήσω. Θἄθελα νὰ μποροῦσα νὰ γνωρίσω καὶ ν’ ἀγαπήσω ὅλες τὶς γωνιὲς τοῦ κόσμου, ὅπου λάμπει ὁ γλυκὺς ἥλιος καὶ ζοῦν δυὸ ἄνθρωποι ἀγαπημένοι καὶ καλοί. Νιώθω πατρίδα μου πιὸ πολὺ τὴν καλωσύνη καὶ τὴ χαρά, παρὰ τὰ ἄγρια βουνὰ καὶ τὰ ἄνυδρα ποτάμια μιᾶς χώρας, ὅπου συνέπεσε νὰ γεννηθῶ, ποὺ λέγεται πατρίδα καὶ γιὰ τὴν ὁποία διάφοροι ὕποπτοι τύποι συνθέτουν ὕμνους καὶ διθυράμβους. Κάθομαι καὶ σκέπτομαι: ἔχω κανένα λόγο ἐγὼ ν’ ἀγαπῶ τὴν πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος μου παραπάνω ἀπ’ ὅτι κάθε ἄλλος κάτοικος τῆς γῆς τὴ δική του πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος; Ὄχι. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὅλες οἱ πατρίδες τοῦ κόσμου εἶναι τὸ ἴδιο ἀξιαγάπητες καὶ πὼς ὁ λόγος ποὺ ἀγαπᾶ κανεὶς μία πατρίδα θὰ μποροῦσε νὰ τὸν κάμη ν’ ἀγαπήση καὶ κάθε ἄλλη πατρίδα τοῦ κόσμου. Ἔτσι φθάνουμε στὸ συμπέρασμα πὼς μιὰ εἶναι ἡ κοινὴ πατρίδα ὅλων τῶν ἀνθρώπων: ἡ γῆ· καὶ μιὰ ἡ φυλή τους: ἡ ἀνθρωπότητα.   
[…] Ποῦ ὑπάρχει ἐλευθερία καὶ καλοσύνη; Ἐκεῖ εἶναι ἡ πατρίδα μου καὶ ἐκείνην ἀγαπῶ, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ μοῦ τὸ ἐπιβάλλη κανείς. Θεωρῶ ἀνέκφραστα γελοίους καὶ μηδαμινοὺς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπιμένουν νὰ καθορίζουν τὴν πατρίδα μὲ βουνὰ καὶ ποτάμια καὶ συρματοπλέγματα, ὅπως στὴν παλιὰ ἐποχὴ οἱ Ἕλληνες θεωροῦσαν ἄλλη πατρίδα τὴ Σπάρτη, ἄλλη τὴν Κόρινθο, τὴν Ἀθήνα, τὴ Θήβα κ.λπ. Πῶς εἶναι δυνατὸ μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ ὁ Χριστιανός, νὰ θεωρῶ πατρίδα μου μιὰ ὁρισμένη γωνιὰ τῆς γῆς, ποὺ περικλείεται μέσα σ’ ὁρισμένα ὅρια ποὺ καθόρισαν αὐθαίρετα ὕπουλοι διπλωμάτες καὶ νὰ μὴν θεωρῶ πατρίδα μου ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν μεγάλην οἰκογένειαν τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἀπέθανε κι οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος μέσα στὸν ὁποῖον ζῶ καὶ κινοῦμαι καὶ εἶμαι;


N. Ψαρουδάκης, Χριστιανικὴ ἐπανάσταση - Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐπανάστασης 



Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

ἡ ἀστικὴ τοξίνη τοῦ ἐθνικισμοῦ Α´ μέρος


Παρθενώνας 1908
[…] Ἡ πατρίδα κι ἡ φυλὴ ἔχουν νόημα, μόνο ἐφόσον βοηθοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἀγώνα του νὰ τελειοποιηθῆ καὶ νὰ ζήση, ὅπως ὁρίζει ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι μέσα γιὰ τὴ ζωὴ κι ὄχι σκοπός. Δὲν ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὴν πατρίδα, μὰ ἡ πατρίδα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ πατρίδα ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐξέλιξή του ἢ καταστρέφη τὴ ζωή του, τότε πρέπει νὰ χτυπηθῆ, ὅπως καὶ κάθε ἄλλος ἐχθρός. Ὁ Χριστιανὸς ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του καὶ τὸ ἔθνος του, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνεται λατρεία γι’ αὐτά. Ἀποδίδει σ’ αὐτὰ τὸ σεβασμὸ ποὺ πρέπει, μὰ ἀπέχει πολὺ ἀπ’ τὸν ὑστερικὸ θαυμασμὸ καὶ τὴ θεοποίησή τους.
Ἡ πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος στὴ νεοειδωλολατρικὴ ἐποχή μας εἶναι μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τοὺς Χριστιανούς. Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται πάνω ἀπὸ πατρίδες καὶ φυλές. Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ θεϊκό του μεγαλεῖο ἀγκάλιασε ὅλο τὸν κόσμο κι ὁραματίστηκε τὴν ἀνθρωπότητα ἑνωμένη σὰν μιὰ ποίμνη. Γι’αὐτὸ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ δὲν γνωρίζει πατρίδες καὶ φυλές. Γνωρίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, τὸ παιδὶ τοῦ κοινοῦ παγκόσμιου πατέρα, καὶ καθόλου δὲν ἐξαρτᾶ τὴ θεία χάρη ἀπ’ τὴ γλῶσσα, τὸ χρῶμα ἢ τὸν τόπο τῆς καταγωγῆς του. Οἱ Χριστιανοί, φορεῖς τῆς χριστινικῆς διδασκαλίας, μοιραία ἔρχονται σ’ ἀντίθεση μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ ἔχοντας παρανοήσει τὰ πράγματα μεταβάλλουν τὴν πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος σὲ εἴδωλο καὶ ἱερὸ σκοπό.  
N. Ψαρουδάκης, Χριστιανικὴ ἐπανάσταση - Ἡ φιλοσοφία τῆς ἐπανάστασης 

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἑλληνοχριστιανισμοῦ


Θα νιώσουμε τον «πολιτικό» Παπαδιαμάντη ζητώντας δικές του απαντήσεις σε δικές μας πολιτικές απορίες. Ένα παράδειγμα είναι το αξιακό τρίπτυχο «Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια» του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος, που προωθήθηκε από τον νεοελληνικό ευσεβισμό των θρησκευτικών σωματείων («Η Ελλάδα του Χριστού») στην εμφυλιοπολεμική περίοδο και πραγματώθηκε από την επταετή δικτατορία («Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών»).
Ο Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλία και την εθνικοφροσύνη: «Μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και το του πατριωτισμού».
Περισσότερη ειρωνεία δεν χρειάζεται από έναν δεξιοτέχνη της γραφίδας... Όσον αφορά τη θρησκεία πάλι δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στην Ιεραρχία, όταν «συγκαλύπτη πάσαν σχεδόν εγκληματικήν πράξιν των κληρικών καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα ούτω την κοινήν συνείδησιν και συντελούσα εις απονέκρωσιν του θρησκευτικού αισθήματος υπέρ πάσας τας αθέους και υλιστικάς θεωρίας». Επιμένει στη μόρφωση του κλήρου, υποστηρίζει την οικονομική αυτοτέλεια της Εκκλησίας, καταπολεμά τον «δεσποτισμό», δηλαδή την απολυταρχία των ιεραρχών, στηλιτεύει τη χειροτονία αγράμματων κληρικών και την εγκαταβίωση αγάμων ιερωμένων στις πόλεις.
Ταυτόχρονα επιτίθεται στις θρησκευτικές οργανώσεις της εποχής του με τον Απόστολο Μακράκη (1831-1905) που ενέπνευσε όλες τις μεταγενέστερες ευσεβιστικές κινήσεις (ιεραποστολικές «Αδελφότητες Θεολόγων») του τόπου μας, τα «νεοπλάσματα των ποικιλωνύμων συλλόγων, κοντά εις τας διαφόρους Αναστάσεις, Αναμορφώσεις, Αναγεννήσεις, Αναζυμώσεις και Αναπλάσεις, τας επαγγελλομένας την διόρθωσιν», με σατιρικό ύφος: «Διατί δεν γίνεσθε παπάδες, επί τέλους, αν είσθε άξιοι; Όχι να κάμετε πορισμόν την ευσέβειαν, άνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, με στριμμένους μύστακας, με ορθά κολλάρα».
Δηλώνει τη θέση του: «Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της. Εάν δε τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία να κρίνη είναι μόνον η Εκκλησία, και μόνον το άπειρον έλεος του Θεού ημείς πρέπει να επικαλώμεθα». Ακούγεται επίκαιρη η επισήμανσή του: «Το βήμα της εκκλησίας δεν είναι όπως το βήμα το δικανικόν, το βήμα το πολιτικόν, όπου υπάρχουν ρήτορες και αντιρρήτορες... Δεν επιτρέπονται εκεί αι αυτοσχέδιοι ανοησίαι»!
Ο Παπαδιαμάντης καταγγέλλει την βαυαροκρατία («όπως ιεροσύλως η βαυαρική αντιβασιλεία έπραξεν») για την πολιτειοκρατία, δηλαδή την ανάμειξη του Κράτους στην Εκκλησία («η μεγαλυτέρα αιτία της παρακμής των μοναστηρίων είναι η σκανδαλώδης ανάμιξις της Πολιτείας και των κοσμικών προσώπων εις τα καλογηρικά πράγματα») και την αυτοκεφαλία της Ελλαδικής Εκκλησίας στην οποία αντιτίθεται ρητά. Συνιστά την κατάργηση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και την υπαγωγή της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο: «Και δεν είναι καιρός άρα να σκεφθή η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία αν δεν συμφέρη ν' αποσύρη από της εν Ελλάδι ανηλίκου αδελφής της το αυτοκέφαλον, το οποίον κατά συγκατάβασιν μόνο και υπό όρους παρεχώρησεν αυτή;».
Ο «κοσμοκαλόγερος άγιος» της λογοτεχνίας μας αναφέρεται στον πολιτικό γάμο: «Ελλείψει, όμως, άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουσι να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον».
Με κριτήριο ότι «αι νεώτεραι όμως κοινωνίαι, αι χριστιανικαί, πρώτην βάσιν έχουσι το αδέσμευτον της θελήσεως, την απόλυτον ελευθερίαν του ατόμου» συνιστά να «μην είμεθα βάρβαροι, μη θέλωμεν να επιβάλωμεν βίαν εις τους ανθρώπους. Τάχα απαντάτε σήμερον πολλούς εγγάμους να είναι ευχαριστημένοι από την τύχην των, ή βλέπετε να είναι εύκολος ο γάμος, ως έπρεπε να είναι, ως επιούσιος κοινωνικός άρτος, ως θεμελιώδης θεσμός;».


Μάριος Μπέγζος Ο «πολιτικός» Παπαδιαμάντης

 ΤΑ ΝΕΑ, 31 Μαρτίου 2001






Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

τὸ ἐθνικιστικὸ μονοπώλιο του Θεοῦ




Ἡ θρησκεία χρησιμοποιήθηκε, καὶ δυστυχῶς ἀκόμη καὶ σήμερα χρησιμοποιεῖται, γιὰ ἄλλες ἐπιδιώξεις, συχνὰ κατακριτέες. Ὅταν ἡ θρησκεία ἐνισχύει τὸ μίσος, τὸν ρατσισμὸ καὶ τὴν ξενοφοβία, οἱ κοινωνίες ὁδηγοῦνται σὲ ἐπικίνδυνες περιπέτειες. Ὅσο γιὰ τὰ ἔθνη, πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ διαμορφώθηκαν μὲ τὴν ἔμπνευση καὶ τὶς ἀρχὲς μιᾶς συγκεκριμένης  θρησκείας.  Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν νὰ αἰσθάνονται  μιὰ ἰδιαίτερη σχέση μ' αὐτή. Συχνὰ μάλιστα, ἡ βιβλικὴ ἀρχὴ "μακάριον τὸ ἔθνος οὗ ἐστι Κύριος ὁ Θεός αὐτοῦ" (Ψαλμ. 32,12) ἑρμηνεύεται μὲ πολιτιστικὰ ἢ ἐθνικιστικὰ κριτήρια. Ἀλλὰ ὁ ἴδιος ψαλμὸς ταυτόχρονα ἀνοίγει τὸν ὁρίζοντα σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ βλέπει μέσα σ' αὐτόν τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἔθνους. "Τοῦ ἐλέους Κυρίου πλήρης ἡ γῆ. Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν" (Ψαλμ. 32, 5-6). Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα καὶ Αὐτὸς φροντίζει γιὰ τὰ πάντα.
Γι' αὐτό, ὅσο καὶ ἂν εἶναι μακάριο τὸ ἔθνος "οὗ ἐστι Κύριος ὁ Θεός αὐτοῦ", ἐντούτοις κανένα ἔθνος δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει ὡς ἰδιοκτησία του τὸν Θεό. Κανένα ἔθνος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πόσο θρησκεύεται, δὲν ἔχει ἀποκλειστικότητα στὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ γνωρίζει ἕνα ἔθνος ἢ μιὰ ὁμάδα ἐθνῶν τὴ χριστιανική πίστη δὲν σημαίνει ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μονοπωλοῦν τὸν Θεὸ καὶ νὰ θεωροῦν τὰ ἄλλα ἔθνη δευτέρας κατηγορίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸν Ἄρειο Πάγο τόνισε χαρακτηριστικά: "Ὁ Θεός, ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ ... ἐποίησεν ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων ..." (Πράξ. 17:24-26). Ὅλα τὰ ἔθνη ἀνήκουν στὴν ἴδια ἀνθρωπότητα ποὺ πλάστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο Δημιουργό.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνέκαθεν παγκόσμιο ὁρίζοντα καὶ ὅσοι ἔχουμε μιὰ εὐθύνη, ἄμεση ἢ ἔμμεση σ' αὐτή καλούμεθα, νὰ ἐνισχύσουμε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια στὴ συνείδηση κάθε πιστοῦ καὶ κάθε ἔθνους. Ὅ,τι συμβάλλει στὴν κατανόηση, τὴν προσέγγιση, τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴν ἁρμονικὴ συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν πρέπει νὰ ἐνισχυθεῖ.
Ἀναστάσιος ἀρχιεπ. Τιράνων καὶ πάσης Ἀλβανίας
06/10/08 συνέντευξη στὸν Ἀριστείδη Βικέτο τοῦ romfea.gr