Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἐθνικὸ ζήτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἐθνικὸ ζήτημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

διττὴ ἐπανάσταση

 

Ευγένιος Ντελακρουά

«Το έθνος μας πήρε τα όπλα κατά των τυράννων του. Τετρακόσια χρόνια ήμασταν σκλάβοι των Οθωμανών και τώρα γίναμε ελεύθεροι, αφού δώσαμε το αίμα μας για την ελευθερία της πατρίδας. Σε όλα τα μέρη οι Έλληνες πολεμούν για την ελευθερία τους και μόνο στα νησιά οι κοτζαμπάσηδες δεν είδαν με καλό μάτι την ανάστασιν του Γένους. Αυτοί είχαν πάντα την εξουσία τους και τα συμφέροντά τους με τους Οθωμανούς. Μαζί με τους μπέηδες και τους πασάδες μας καταπίεζαν, μας έπαιρναν το βιός μας, μας καταφρονούσαν, μας έγδυναν, μας ρουφούσαν το αίμα μας και πλούτιζαν από τον ίδρωτα μας. Αυτά τα σκυλιά θέλουν να μας σκλαβώσουν και πάλι, καταλύοντας την ελληνική διοίκηση και καλούντες τον Καπουδάν Πασά να καταλάβει το νησί μας. […] Η νήσος Άνδρος είναι και αυτή δημιούργημα της φύσεως, καθώς και όλος ο κόσμος. Αλλά όταν δημιουργήθηκε ο κόσμος, δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, μεγολοκτήμονες και κολλήγοι. Η ανισότητα, η ανέχεια, η δυστυχία, είναι δημιουργήματα όχι του Θεού, αλλά αυτών που έχουν την εξουσία […]. Ο εθνικός αγώνας μας για να πάρει ουσιαστική σημασία πρέπει να ολοκληρωθεί με την κατάργηοη κάθε προνομίου και κάθε δικαιώματος, τα οποία υποβιβάζουν την πλειονότητα των γεωργών στην κατάσταση του δούλου […]».

(Η προκήρυξη συντάχτηκε στις αρχές της επανάστασης από τον Δημ. Μπαλή λαϊκό ηγέτη της Άνδρου - Δημ. Πασχάλη «Κοτσαμπάσηδες» Αθήνα 1973).

 

 

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

ἐθνικισμός-ἀντιεθνικισμός, μιὰ κριτικὴ

Χρῆστος Μποκόρος

[…] ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἀποφεύγουμε τὸ Κίνημα τῶν Πλατειῶν ὡς μίασμα, ὑπὸ τὸ σκεπτικὸ πὼς ὅποιος καὶ ὅποια κρατᾶ ἑλληνική σημαία εἶναι ἐθνικιστὴς καὶ ἐθνικίστρια –δηλαδὴ «φασίστες» (παρ’ ὅλο ποὺ ἡ ΧΑ εἶχε βγάλει ἀνακοίνωση, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες τῶν κινητοποιήσεων, προτρέποντας τὸν κόσμο της νὰ μείνει «μακριὰ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα» καὶ νὰ πάει γιὰ «ἀντίσταση» στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα) - ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ δὲν ἐνοχλούμαστε καθόλου (πολὺ σωστά, ἄλλωστε!) ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ στὴν ἐξέγερση τοῦ 2001 στὴν Ἀργεντινή, ὁ κόσμος κράταγε σημαῖες τῆς Ἀργεντινῆς, φοροῦσε φανέλες τῆς ἐθνικῆς ὁμάδας ποδοσφαίρου τῆς χώρας κ.λπ. -πράγμα, φυσικά, ποὺ συνέβη καὶ στοὺς ξεσηκωμοὺς τῆς λεγόμενης Ἀραβικῆς Ἄνοιξης, πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο∙ ἀρνούμαστε νὰ ἀποκαλέσουμε τὴ χώρα στὴν ὁποία ζοῦμε μὲ τὸ καθιερωμένο της ὄνομα, δηλαδὴ «Ἑλλάδα» -ὅπως, ἀντίθετα, κάνουμε γιὰ τὸ σύνολο τῶν ὑπόλοιπων χωρῶν τοῦ πλανήτη!- ἀλλὰ προτιμᾶμε νὰ χρησιμοποιοῦμε ἀστεῖες ἐκφράσεις τοῦ τύπου «ἑλλαδικός χῶρος» κ.λπ.∙ ἔχουμε μετατρέψει τὸν ἀντιεθνικισμὸ καὶ τὸν «ἀντιφασισμό» στὸ Α καί τό Ω τῆς πολιτικῆς μας κρίσης, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ κλείνουμε τὰ μάτια ἀπέναντι στὸν ἐθνικισμὸ τῶν μεταναστῶν καὶ στὶς ἀντιδραστικὲς ἀπόψεις (θρησκευτικὸς φανατισμός, σεξισμός κ.λπ.) τῶν ὁποίων εἶναι, γενικότερα, φορεῖς οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, λόγω τῶν πολιτιστικῶν τους καταβολῶν. Τὰ παραδείγματα θὰ μποροῦσαν νὰ συνεχίσουν νὰ παρατίθενται ἐπ’ ἄπειρον. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ φαινόμενο. […]

[…] ἐνῶ, δηλαδή, οἱ ἀφελεῖς ἐθνολαϊκιστὲς θεωροῦν ὅτι εἴμαστε ἔθνος ἀνάδελφον, ἐπειδὴ κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ φτάσει τὰ ἐπιτεύγματά μας, οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ ἐστὲτ «ἀνθελληνισμοῦ» ρέπουν πρὸς μιὰ ἀνάλογη τάση νὰ θεωροῦν τὴν Ἑλλάδα ἀνάδελφο ἔθνος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνάποδη, ἐξαιτίας, ὑποτίθεται, τῆς ἀρνητικῆς της μοναδικότητας ὡς ἔθνους φασιστῶν, λωποδυτῶν, φοροφυγάδων κ.λπ. Αὐτὸ τὸ «ἀνθελληνικό» σύμπλεγμα συνιστᾶ τὴν πίσω ὄψη τῆς ναρκισσιστικῆς αὐτοθυματοποίησης, εἴτε ἐκφράζεται ἀπὸ ψευτο-ἐστὲτ φιλελεύθερους σὲ στὺλ Νίκου Δήμου, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀναρχοπὰνκ κουλτούρα τῶν ἀναρχικῶν καὶ «ἀντιφασιστικῶν» ὁμάδων. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι εἶναι ἰδεολογικὸ μὲ τὴν ἀρνητικὴ ἔννοια τοῦ ὄρου καὶ ὡς ἐκ τούτου πολιτικὰ ἀποπροσανατολιστικό. Σὲ ἀμφότερες τὶς περιπτώσεις ἐκφράζει μιὰ ἀμηχανία ἀπέναντι στὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε σὲ αὐτὸ τὸ κομμάτι τῆς γῆς καὶ ὅτι ἀνήκουμε, ἐκ τῶν πραγμάτων, στὴν συγκεκριμένη κοινωνία, μὲ τὰ καλά της ἀλλὰ καὶ τά -τόσα- κακά της. Ὁ ἀποτελῶν σύμπτωμα Ν. Δήμου, ἐκφράζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο αὐτὴν τὴν ταυτοτικὴ δυσθυμία: «Ὅταν μπήκαμε στήν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση αἰσθάνθηκα ὁλοκληρωμένος. Καὶ τώρα μὲ πετᾶνε ἔξω ὡς ἀνεπιθύμητο, ἀποτυχημένο. Γεννήθηκα Εὐρωπαῖος καί, ὅπως φαίνεται, θὰ πεθάνω τριτοκοσμικός. Αὐτὸ μοῦ ἐπεφύλαξε ἡ μοίρα». Αὐτὴ ἡ τάση συνολικῆς καὶ ἰδεολογικοῦ τύπου ἀπόρριψης μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ δεῖγμα μιᾶς ὑπαρξιακῆς, κατὰ κάποιον τρόπο, ἀμηχανίας ἀπέναντι στὴν ἀνικανότητά μας νὰ ἀποδεχτοῦμε ἐλεύθερα καὶ δίχως ἐνοχὲς καὶ κόμπλεξ τὴν καταγωγή μας καὶ τὴν κοινωνική μας ἔνταξη. Καὶ καλά, στήν περίπτωση τῶν διάφορων φιλελεύθερων κάτι τέτοιο δὲν δημιουργεῖ ἰδιαίτερα προβλήματα καὶ πολιτικὲς ἀντιφάσεις, ἐφόσον δὲν πρόκειται γιὰ ἄτομα ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸν δημοκρατικὸ αὐτομετασχηματισμὸ τῆς κοινωνίας. Ὡστόσο, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στοὺς ἀναρχικούς, αὐτὴ ἡ «ἀνθελληνική» στάση συνιστᾶ προσπάθεια ἐκλογίκευσης μιᾶς θεμελιώδους πολιτικῆς ἀνικανότητας: τῆς ἀδυναμίας τους νὰ ἀναλύσουν γιὰ ποιὸν λόγο οἱ ἰδέες τους δὲν βρίσκουν ἀπήχηση στὴν κοινωνία. […]

 

Πρόταγμα, περιοδικὸ γιὰ τὴν αὐτονομία καὶ τὴν ἄμεση δημοκρατία, τεῦχος 4, Ἰούνιος 2012, editorial, ἐκδίδεται ἀπὸ τὴν Πολιτικὴ ὁμάδα γιὰ τὴν Αὐτονομία

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Μ. Μπακούνιν - τὸ δικαίωμα τῆς πατρίδας


[…] Ἡ Πατρίδα ἀντιπροσωπεύει τὸ ἱερὸ καὶ ἀδιαφιλονίκητο δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου, κάθε ὁμάδας ἀνθρώπων, ἑνώσεων, κοινοτήτων, περιοχῶν, ἐθνῶν νὰ αἰσθάνονται, νὰ σκέπτονται, νὰ θέλουν καὶ νὰ δροῦν μὲ τὸν δικό τους τρόπο, καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι πάντα τὸ ἀναμφισβήτητο ἀποτέλεσμα μιᾶς μακροχρόνιας ἱστορικῆς ἐξέλιξης.
 Ὑποκλινόμαστε, λοιπόν, στὴν παράδοση, στὴν ἱστορία. Ἤ, καλύτερα, τὶς ἀναγνωρίζουμε ὄχι γιατὶ μᾶς παρουσιάζονται σὰν ἀφηρημένα ἐμπόδια ποὺ σχηματίστηκαν μεταφυσικά, νομικὰ καὶ πολιτικὰ ἀπὸ τοὺς σοφοὺς δασκάλους καὶ ἑρμηνευτὲς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ μόνο γιατὶ ἔχουν περάσει πραγματικὰ στὸ αἷμα καὶ στὴ σάρκα, στὶς ἀληθινὲς σκέψεις καὶ τὴ θέληση τῶν σημερινῶν λαῶν
[…]

γαλλική ἔκδοση τῶν ἁπάντων Μ. Μπακούνιν, τόμος I, σελ. 225, μτφρ. Πόλυ Γκέκα, εκδ. Πλέθρον


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

ἀναρχικοὶ γιὰ τὴν πατρίδα

Τάσος Μαντζαβίνος - Ἄντρας ἰσορροπώντας στὸ κακὸ

[…] σὲ ἔκθεση τοῦ Ἀναρχικοῦ Συνδέσμου τῆς Ἀθήνας πρὸς τὸ Διεθνὲς Ἐπαναστατικὸ Συνέδριο, ποὺ ἔγινε στὸ Παρίσι τὸ 1900, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρεται  στὴ δράση τοῦ Γάλλου ὀπαδοῦ τοῦ Μπλανκί, Φλουράνς, γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Τούρκους. […]
Ὅπως διαβάζουμε στὴν ἰστοσελίδα www.apatris.gr : «Ἡ μόνη συνιστῶσα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀριστερᾶς (μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια τῆς λέξης…) ποὺ τάχθηκε ἐξαρχῆς μὲ τὸ μέρος τῶν Κρητῶν ἦταν οἱ ἀναρχικοί. Ὁ λόγος ἦταν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἀντίληψη, κάθε ἐξέγερση τῶν καταπιεσμένων ἀνθρώπων ἐνάντια στὸ ζυγό τους ἦταν καταρχὴν γεγονὸς θετικὸ καὶ ἄξιο ὑποστήριξης». Ἡ ὑποστήριξή τους δὲν περιορίστηκε σὲ θεωρητικὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ «ἦταν σὲ θέση νὰ ὀργανώνουν ἐπιτροπὴ οἰκονομικῆς ἐνίσχυσης τοῦ κρητικοῦ ἀγώνα, νὰ κινοῦν καμπάνιες πίεσης καὶ προώθησης τῶν αἰτημάτων του, κι ἀκόμα νὰ στέλνουν ἐθελοντὲς νὰ ἀγωνιστοῦν στὸ πλευρὸ τῶν Κρητῶν, στὴ βάση τῆς ἔμπρακτης ἀλληλεγγύης». Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ κρητικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1866 ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἀντίθεση τῶν Τούρκων στὴ διανομὴ τῶν μισῶν ἐσόδων τῶν μοναστηριῶν γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῶν ἑλληνικῶν σχολείων. Στὴν ἴδια ἰστοσελίδα διαβάζουμε ὅτι, στὸ συλλαλητήριο ποὺ ὀργάνωσε ὁ Φλουρὰνς στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴν Ἕνωση μὲ τὴν Κρήτη, ἀντιτάχθηκε ἡ μοναρχία διότι «δὲν συμμεριζόταν τοὺς πόθους τῶν ἐπαναστατῶν γιὰ ἕνωση, μὴ θέλοντας νὰ μπλεχτεῖ ξανά, μετὰ τὸ 1821, σὲ πόλεμο μὲ τὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία». Ὅμως στὴ συνέχεια «ὁ Φλουράνς, μόλις ἀφέθηκε ἐλεύθερος, κατέβηκε στὴν Κρήτη κι ἐντάχθηκε ἀμέσως στοὺς κύκλους τῶν ἐπαναστατῶν, τοὺς ὁποίους ἤδη εἶχαν συνδράμει κι ἄλλοι Εὐρωπαῖοι σοσιαλιστὲς καὶ ἀναρχικοὶ ἀπὸ διάφορες χῶρες, μαζὶ μὲ 100 περίπου Πατρινοὺς ἐθελοντές.» […]
Στὴ Γαλλία ὁ Φλουρὰνς συνέχισε ἀσυμβίβαστος τὸν ἀγώνα του ὑπὲρ τῶν προλετάριων καὶ γενικότερα τῶν καταπιεσμένων, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἐνεργὸ συμμετοχή του στὴν περίφημη Κομμούνα τοῦ Παρισιοῦ (Μάρτιος-Μάιος 1871). Σ’ αὐτὴν ἐξελέγη ἀπὸ τὸ λαὸ μέλος τῆς «Ἐπαναστατικῆς Ἐπιτροπῆς» καὶ τοποθετήθηκε στρατηγός. […]
Στὸν ἀτυχῆ γιὰ τὴν Ἑλλάδα πόλεμο τοῦ 1897, στὸ πλευρὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποὺ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν Ὀθωμανὸ δυνάστη, πολέμησαν ἀναρχικοὶ καὶ ριζοσπάστες: «Ὑπολογίζεται ὅτι ὁ ἀριθμός τους ἔφτασε τοὺς 1.000-1.500 ἐθελοντές, ποὺ πῆραν μέρος στὶς μάχες τῆς Θεσσαλίας (Δομοκὸς) καὶ τῆς Ἠπείρου, ἐνταγμένοι στὸν ἑλληνικὸ στρατὸ ὑπὸ μορφὴ τριῶν σωμάτων: ἕνα οἱ πολυπληθέστεροι γαριβαλδινοί, ἕνα ἡ Φάλαγγα τῶν Φιλελλήνων, ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὴ λεγεώνα τῶν μαυροντυμένων ἀναρχικῶν τοῦ Ἀμιλκάρε Τσιπριάνι, κι ἕνα μὲ τὴ συμμετοχὴ ἀναρχικῶν καὶ σοσιαλιστῶν ὑπὸ τὸν συνταγματάρχη Μπερτέ». […]

Σπύρου Κουτρούλη, Ἀναρχικοὶ γιὰ τὴν πατρίδα, ἐφ. Ρήξη. ἀρ. φ. 74, 7-5-2011

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

πτυχὲς τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος

Γιῶργος Καραφωτιᾶς

[…] Μὲ τσακισμένα ἔθνη ἀφανίζονται οἱ μεγάλες ἀξίες τῆς ἀνθρωπότητας, ἡ παραγωγικὴ αὐθυπαρξία κάθε ξέχωρης ἐθνικῆς ὀντότητας (ὁ πατριωτισμός της, ἡ ἀντίληψη τῆς ἐλευθερίας, ὁ κοινὸς ψυχισμός, ὁ πολιτισμός της). Καὶ χωρὶς τὶς ἀξίες αὐτὲς οἱ ἄνθρωποι ἐξανδραποδίζονται, μεταπλάθονται σὲ μοιρολατρικοὺς σκλάβους τοῦ σάπιου συστήματος. Γίνονται μουνοῦχοι. […]
 Καὶ χωρὶς τὴ δική τους ἰδιομορφία-προσωπικότητα ἔθνη καὶ ἄνθρωποι ἀποτελοῦν ἄμορφη μάζα (λ.χ. οἱ σύγχρονοι μαζάνθρωποι). Ἡ καταπολέμηση τῆς μιᾶς τέτοιας συμφορᾶς, στὴν ἐποχή μας, κατακτιέται μὲ τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ τὴ χειραφέτηση τῶν καταπιεσμένων. […]
 Καὶ τὶ σημαίνει ἐθνικὸ ζήτημα; Τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιάθεσης κάθε ἔθνους, δηλαδὴ ἐλεύθερα νὰ καθορίζει τὴν πορεία του καὶ τὴν τύχη του, τὸ δικαίωμα νὰ ἔχει ἴσες δυνατότητες, ἴσα δικαιώματα ὁλόπλευρης ἀνάπτυξης (μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ κόσμου), χωρὶς τὸ ἴδιο νὰ βλάπτει τὴν αὐθυπαρξία καὶ τὴν ἀνεμπόδιστη προαγωγὴ τῶν ἄλλων ἐθνῶν. […]
 Γενικὰ διαπιστώνουμε ὅτι ἐνὼ ὁ ἐθνισμὸς συμβαδίζει καὶ δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν διεθνισμὸ (γιατὶ δὲν παροπλίζει τὰ ἔθνη, δὲν τὰ ἀπαλλοτριώνει ἀπὸ τὴν ἐθνική τους αὐτοσυνείδηση), ὁ ἐθνικισμός, ἔκφραση τῆς καπιταλιστικῆς ἰδεολογίας, παραμορφώνει τὰ ἔθνη καὶ τὰ κάνει ἀνταγωνιστικὰ ἀνάμεσά τους καὶ τὰ προσαρμόζει στὸν ἀμείλικτο καπιταλιστικὸ ἀνταγωνισμὸ γιὰ τὸ κυνηγητὸ τοῦ καπιταλιστικοῦ κέρδους (ἰδιαίτερα τοῦ ἀποικιοκρατικοῦ ὑπερκέρδους). […]
 Στὴν ἀρχή, ὁ κοσμοπολιτισμός, ποὺ ἔχει γιὰ θεμέλιό του τὸν ἐθνικὸ νιχιλισμὸ καὶ ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξεριζώσει τὴν ἐθνικὴ συνείδηση, βασιζόταν κυρίως σὲ δῆθεν ὑπερεθνικές, πανανθρώπινες, κλπ, ἀξίες, σὲ οὐτοπιστικὰ νεφελώματα ἀστῶν καὶ μικροαστῶν διανοουμένων. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, συστηματοποιήθηκε ὡς ἰδεολογία καὶ προσπάθησε νὰ ἀποκτήσει καὶ κάποιο δῆθεν ἐπιστημονικὸ μανδύα μὲ τὴ θεωρία τοῦ γκλομπαλισμοῦ. Σύμφωνα μὲ τοὺς γκλομπαλιστές, τὸ ἔθνος ἀποτελεῖ ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς ἀνθρωπότητας. […]

Νίκος Ψυρούκης, Τὸ ἐθνικὸ ζήτημα, ἐκδ. Αἰγαῖον-Κουκίδα, Λευκωσία 2003


                                                                            

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

σχόλιο Κ. Μοσκὼφ γιὰ Σκοπιανὸ



Ν. Γ. Πεντζίκης, Θεσσαλονίκη
Ἡ λογοκρισία ἐπίσημα καταργήθηκε μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἀνάπηρής μας Δημοκρατίας στὰ 1974. Καὶ ὡστόσο τὸ Ὑπουργεῖο Βορείου Ἑλλάδος τῆς «σοσιαλιστικῆς» μας κυβέρνησης παρεμποδίζει ἐδῶ καὶ ἕνα χρόνο τὴν κυκλοφορία τῶν Ἀναμνήσεων τῆς Τσόλα Ντραγκοΐτσεβα, τῆς πιὸ γνωστῆς ἐπαναστατικῆς φυσιογνωμίας τῆς Βουλγαρίας. Καὶ αὐτὸ γιατὶ θὰ θύμωναν οἱ γιουγκοσλάβοι τῶν Σκοπίων, ἐπειδὴ οἱ θέσεις τῆς Τσόλα Ντραγκοΐτσεβα -ποὺ συμπίπτουν μὲ τὶς ἑλληνικὲς θέσεις γιὰ τὸ λεγόμενο Μακεδονικό- ἀντιστρατεύονται τὶς σκοπιανὲς ἀπόψεις. Ἀπόψεις ὡς γνωστὸ ἐπεκτατικὲς καὶ ἀνιστόρητες, ἀφοῦ διεκδικοῦν ὡς ἐθνικὸ χῶρο κάποιας «σλαβομακεδονικῆς» ἐθνότητας ὅλο τὸ βορειοελλαδικὸ χῶρο!!!
Ἡ καινούργια Βουλγαρία, στὴν οἰκοδόμηση τῆς ὁποίας ἡ Τσόλα Ντραγκοΐτσεβα πρωτοστάτησε, ἔχει διακηρύξει πὼς τὰ σημερινὰ διαβαλκανικὰ εἶναι καὶ τὰ ὁριστικὰ διαβαλκανικὰ σύνορα.
Ποιὲς ἀπόψεις ἐξυπηρετοῦν λοιπὸν τὰ χουντικὰ αὐτὰ κατάλοιπα σὲ κάποιες δημόσιες ὑπηρεσίες τῆς χώρας; Ἀπόψεις ἑλληνικές, γιουγκοσλαβικές, ἢ τῆς κρυμμένης πίσω ἀπὸ τὶς γιουγκοσλαβικὲς ἀξιώσεις μεγάλης ὑπερατλαντικῆς δύναμης – ποὺ δὲ θέλει νὰ χαλάσει τὰ χατίρια τοῦ πιὸ ἐξυπηρετικοῦ φαίνεται βαλκάνιού της ὑποτελοῦς, τῆς Ὁμόσπονδης δηλαδὴ λεγόμενης «Μακεδονίας» τῶν Σκοπίων;

Κωστὴς Μοσκώφ, Λαϊκισμὸς ἢ Πρωτοπορία;, Δοκίμια ІІІ, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1985

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

μιὰ ἀναρχικὴ κριτικὴ στὸ ἐθνικὸ ζήτημα β´

Αναρχική συλλογικότητα Πυργῖται


Τάσσος
Η κατά κόρον και καταχρηστική χρήση του όρου «φασίστας», εδώ και πολλά χρόνια, δεν συμβαίνει τυχαία και έρχεται να καλύψει την ολοκληρωτική γύμνια της Αριστεράς, «επαναστατικής» και μη, έως και τις παρυφές του αναρχισμού, απέναντι στην διαμορφούμενη πραγματικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους όρους, όπως για παράδειγμα ο ρατσισμός. Διόλου τυχαία οι όροι αυτοί μπήκαν στο καθημερινό «οπλοστάσιο» και χρησιμοποιούνται σαν σφαίρες, επιβεβλημένοι από το ρεύμα της «πολιτικής ορθότητας», που είναι ουσιαστικά ιδεολογικό αποκύημα της αριστερής πτέρυγας της παγκοσμιοποίησης με έδρα τις ΗΠΑ, η οποία μέχρι πρότινος καθοδηγούσε το άρμα της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Λέμε, μέχρι πρότινος, γιατί εσχάτως φαίνεται πως η καρέκλα της τρίζει, αλλά οψόμεθα. Ουσιαστικά «φασίστας» τείνει να είναι απλά όποιος δεν συμφωνεί μαζί τους.Ο οποιοσδήποτε πρέπει πρώτα να αποδείξει πως δεν είναι «φασίστας» και μετά να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του. Πρόκειται για μια πονηρή τακτική συντριβής του αντιπάλου σου δίχως να μπεις στον κόπο να επιχειρηματολογήσεις σοβαρά. Επί προσθέτως, δείχνεις ότι προτιμάς να ετεροπροσδιοριστείς, επιλέγοντας τον αντίπαλό σου και συγκρινόμενος σταθερά μ’ αυτόν. Η σύγκριση με τον «φασίστα» θα σε βγάζει πάντα ασπροπρόσωπο ακόμα κι αν οι πράξεις σου είναι εξ ίσου ελεεινές. Επί πλέον, οποιαδήποτε διαφορετική άποψη υποχρεωτικά θα πρέπει να συγκλίνει στο δικό σου δίπολο: «φασισμός» και «αντιφασισμός», οπότε τα στρατόπεδα γίνονται συγκεκριμένα και ο καθένας απορροφά το μερίδιό του, συνθλίβοντας όλες τις υπόλοιπες απόψεις. Νομίζουμε πως η πραγματική γύμνια της πρακτικής είναι ολοφάνερη, αν και ομολογουμένως έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική.
Για να μπορούμε να συνεννοηθούμε σαν άνθρωποι, θα πρέπει πρωτίστως να αποκαταστήσουμε την αξία και σημασία των λέξεων. Ο φασισμός, όπως εκφράστηκε από τον Μουσολίνι (πρώην σοσιαλιστής), ήταν ένα επαναστατικό[1]ρεύμα που διακήρυττε την θεσμοθετημένη σύμπηξη κράτους και κεφαλαίου και την συμπαγή και άρρηκτη ενότητα κεφαλαιοκρατών και εργατών στη βάση του έθνους, που βρίσκει την έκφρασή της στο πρόσωπο του Αρχηγού. Αυτό, συγκεκριμένα, είναι ο φασισμός και τίποτε άλλο, οπότε οποιαδήποτε άλλη μορφή απολυταρχίας ας κατονομάζεται συγκεκριμένα. Το ότι ο φασισμός είχε και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, δεν μετατρέπει αυτόματα όλους τους εθνικιστές σε φασίστες. Ας κρίνεται ο καθένας γι’ αυτό που είναι και όχι γι’ αυτό που βολεύει.
Επίσης, η παραπάνω πρακτική αιτιολογεί και το γιατί το πολιτικό σύστημα στα χρόνια των Μνημονίων είχε την απόλυτη ανάγκη της Χρυσής Αυγής. Μπροστά στα τερατώδη που έπραξαν, τί παραπάνω θα είχε κάνει ένας πραγματικός φασίστας; Η Χρυσή Αυγή αποτέλεσε κυριολεκτικά την ασπίδα τους. «Δεν είμαστε εμείς οι φασίστες, αλλά αυτοί οι φουσκωτοί με τα ξυρισμένα κεφάλια». Οι πραγματικοί εκφραστές του ολοκληρωτισμού κρύφτηκαν πίσω από τους νεοναζιστές και έβγαλαν τον εαυτό τους από το κάδρο. Έκτοτε, όποιος εξέφραζε μια διαφορετική άποψη θα έβλεπε μπροστά του το σκιάχτρο της Χρυσής Αυγής. «Είσαι μαζί τους». Έτσι έγινε εφικτή η σύμπηξη του «δημοκρατικού τόξου», στη βάση του οποίου ένας-ένας με τη σειρά προχωρούσε το σχέδιο των Μνημονίων ένα βήμα παρακάτω. Και οι «επαναστάτες» ψάχνουν στα σοκκάκια και τις γωνιές να βρουν τους φασίστες. Ο αποπροσανατολισμός τους είναι πλήρης.
Η άποψη περί «φασιστών» έχει και μία ακόμη πονηρή παράμετρο, ενισχύοντας τα «στερεότυπα» επιβολής. «Οι Έλληνες δεν είναι απλά τεμπέληδες. Είναι και φασίστες. Επομένως, δεν τους αξίζουν μόνον όσα έχουν ήδη πάθει αλλά ακόμη χειρότερα». Ας αναρωτηθεί κάποιος (νοών φυσικά…), στις παρούσες συνθήκες οικονομικού πολέμου και καταπίεσης, ποιους εξυπηρετεί ένα τέτοιο συμπέρασμα.
Αυτές οι τακτικές πλέον δεν πιάνουν και όσοι είτε ατυχώς είτε εσκεμμένα τις εξέθρεψαν θα τις βρουν μπροστά τους. Συνθήματα του τύπου «Έλληνας δεν γεννιέσαι, καταντάς» που εμφανίστηκαν στον Λευκό Πύργο, πέρα από το ότι φανερώνουν την προσωπική τραγωδία των εμπνευστών τους, εκδηλώνουν και έναν ξεκάθαρο ανθελληνισμό ρατσιστικού χαρακτήρα. Τα δήθεν «αντιρατσιστικά» αισθήματα ισχύουν μόνο για τους άλλους και όχι για τους Έλληνες; Κάποιοι παραμυθιάζονται ότι είναι δυνατόν να ενδιαφέρεσαι πραγματικά για τους ανθρώπους σε άλλα μέρη της Γης, μισώντας αυτούς που ζουν και αναπνέουν δίπλα σου. Γελιούνται. Δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο παρά μόνον για τον εαυτό τους.
Όλα αυτά, όμως, είναι αποκυήματα της Λενινιστικής λογικής και πρακτικής που πρέσβευε την ενίσχυση και υποστήριξη των ασθενέστερων εθνοτήτων έναντι των ισχυρότερων με σκοπό να τις ελέγξει όλες. Η (προσωρινά…) ασθενέστερη εθνότητα που λαμβάνει ολόπλευρη υποστήριξη, εάν πριμοδοτηθεί και ισχυροποιηθεί, ασφαλώς θα χρωστά τα πάντα στους διεθνιστές υποστηρικτές της και θα ελέγχεται από αυτούς. Το έχουμε ξαναγράψει: Ο «έσχατος» που θα γίνει «πρώτος» με τις πλάτες άλλων, θα είναι δούλος τους και θα βοηθήσει ώστε να γίνουν δούλοι και οι υπόλοιποι.
Είμαστε Αναρχικοί και μιλάμε Ελληνικά. Αυτό σημαίνει, αναπόφευκτα, ότι σκεφτόμαστε Ελληνικά (εφ’ όσον η γλώσσα είναι το εργαλείο της σκέψης). Δεν θα μπούμε στην τραγωδία να πολεμάμε τον εαυτό μας, δημιουργώντας τρικυμία και στους υπόλοιπους. Οι απόψεις μας για το κράτος, την εξουσία, τον εθνικισμό ή ότι άλλο, είναι απόσταγμα αυτού του εαυτού. Δεν είμαστε, ούτε θα γίνουμε εκούσιοι ή ακούσιοι πράκτορες της παγκοσμιοποίησης και των τωρινών σχεδιασμών των αυτοκρατόρων στα Βαλκάνια, ως χρήσιμοι ηλίθιοι, απλά για να μην κινδυνεύουμε να μας κατονομάσουν, δήθεν, ως «εθνικιστές» και «φασίστες». Οι καταστάσεις είναι πολύ σοβαρές.

Τα αληθινά σχέδια των εξουσιαστών για τη Μακεδονία

Όσοι θέλουν να προσεγγίσουν το Μακεδονικό ζήτημα, απ’ όποια θέση κι αν προέρχονται, θα πρέπει να το σκεφτούν ως εξής: Από την εποχή που εμφανίστηκε το Μακεδονικό ζήτημα (ήδη πριν την εποχή των Βαλκανικών πολέμων) έως και σήμερα, σημαίνει ένα – και μόνον ένα – πράγμα: Επαναχάραξη συνόρων και επανασχεδιασμό όρων κυριαρχίας. Αυτό το δεδομένο οφείλει ο καθένας να αντικρύσει κατάματα και με ειλικρίνεια και να αναρωτηθεί τί ακριβώς σημαίνει αυτό σήμερα σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Οι μειονότητες, είτε υπαρκτές είτε ανύπαρκτες, με τα «δίκαια» ή τα «άδικά» τους σ’ αυτήν τη διαδικασία χρησιμοποιούνταν και θα χρησιμοποιούνται ως όχημα είτε των εθνικιστικών είτε των διεθνιστικών – αυτοκρατορικών επιδιώξεων, οπότε ας τ’ αφήσουν αυτά, κάποιοι, κατά μέρος. Και δεν υπάρχει λόγος να φανταζόμαστε την αλλαγή συνόρων δια του πολέμου: πόλεμος στα πλαίσια του ΝΑΤΟ δεν θα γίνει, εκτός κι αν μιλάμε πλέον για παγκόσμιο πόλεμο. Μπορούμε, όμως, να τη φανταστούμε υπό τη μορφή των «Ειδικών Οικονομικών Ζωνών» (ΕΟΖ). Είναι ο «πολιτισμένος» τρόπος αλλαγής συνόρων. Εντός μιας ΕΟΖ δεν ασκείται ουσιαστικά κρατική κυριαρχία παρά μόνον κατ’ όνομα. Ισχύουν ειδικοί νόμοι και τα θεσμοθετημένα, πλέον, αφεντικά της περιοχής γίνονται οι εταιρείες που αναλαμβάνουν την «αξιοποίησή» τους. Δεν μας είναι δύσκολο λοιπόν να φανταστούμε μια ευρύτερη ΕΟΖ στο σύνολο της γεωγραφικής Μακεδονίας στο βαθμό που και το Ελληνικό και το κράτος των Σκοπίων θα βρίσκονται εντός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Τι σημαίνει ΕΟΖ; Το έσχατο όριο του κορπορατισμού, άρα σκληρότερες συνθήκες επιβολής για όλους με ακόμη  μικρότερες δυνατότητες αντίδρασης.
Πολλοί θεωρούν την αλλαγή συνόρων ως φαιδρό σενάριο, λόγω της δεδομένης αδυναμίας του γειτονικού κράτους να αντιπαρατεθεί στο Ελληνικό. Το ζήτημα, όμως δεν είναι στα Σκόπια, δεν αφορά καν σχεδόν τους άμεσα εμπλεκόμενους εκατέρωθεν των συνόρων. Αφορά τους αυτοκράτορες στην άλλη όχθη του Ατλαντικού οι οποίοι είναι πάτρωνες και των δύο κρατών. Στην Ελλάδα οι Αμερικανοί πανηγυρίζουν για το γεγονός ότι «ποτέ οι σχέσεις μας δεν ήταν καλύτερες», εννοώντας πως ποτέ δεν είχαν τέτοιον έλεγχο και ευήκοα ώτα στο Ελλαδικό κράτος, και όσο για τα Σκόπια, αυτά απλώς δεν θα υπήρχαν χωρίς τους Αμερικανούς. Επομένως, όπως έλεγε ο Taleb, όταν το χέρι που σε ταΐζει είναι και το ίδιο που μπορεί να σε δολοφονήσει, η πρόβλεψη των πραγμάτων γίνεται πολύ δυσχερής. Ενώπιων των αποφάσεων, μάλιστα, «ανησυχεί» και ο Αμερικανός πρέσβης για ενδεχόμενο «ατύχημα» στο Αιγαίο με την Τουρκία. Νομίζουμε πως όλοι αντιλαμβάνονται την «πολιτισμένη» του απειλή…
Ελπίζουμε  να έχει γίνει αντιληπτό το τι εννοούμε όταν λέμε να μην μετατρεπόμαστε σε χρήσιμους ηλίθιους.
Οι Αμερικανοί χειρίζονται το Μακεδονικό ζήτημα σήμερα όπως το έκαναν παλαιότερα οι Σοβιετικοί, δηλαδή σε αντίστοιχες γραμμές και με αντίστοιχες επιδιώξεις: τον έλεγχο των Βαλκανίων. Η πάλαι ποτέ «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (ΒΚΟ) που υποστήριζε η Κομιντέρν, πριμοδοτώντας τότε κυρίως τη Βουλγαρία στο χώρο της Μακεδονίας, σήμερα προωθείται, κατ’ αντιστοιχία και τηρουμένων των αναλογιών, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ με την πριμοδότηση των Σκοπίων. Τότε οι Δυτικοί δεν το ήθελαν. Τώρα είναι οι Δυτικοί που θέλουν κάτι αντίστοιχο και οι Ρώσσοι είναι που διαμαρτύρονται. «Εντυπωσιαζόμαστε», όμως, από το γεγονός πως αυτοί που εκείνη την εποχή υποστήριζαν το σχέδιο της Κομιντέρν υπό τα κελεύσματα των Σοβιετικών (ΚΚΕ), είναι  οι ίδιοι ιδεολογικά μ’ αυτούς που σήμερα υποστηρίζουν ένα αντίστοιχο σχέδιο υπό τα κελεύσματα των Αμερικανών. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η Ιστορία δεν διαθέτει ισχυρές δόσεις ειρωνείας. Δεν νομίζουμε, όμως, πως θα τους εγγράψει στο ενεργητικό της ως «τραγικούς» ήρωες.


[1] Επαναστατικό, βεβαίως, σε σχέση με τις τότε υπάρχουσες πολιτικές δομές, όχι μόνον στα στενά όρια της Ιταλίας, αλλά και στο ευρύτερο Ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι. Άλλως τε, έχουμε αναπτύξει ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν την άποψή μας για την λέξη επανάσταση και τα παράγωγά της. Εν ολίγοις, ο επαναστάτης επιθυμεί, μέσα από θεωρητικά και, κυρίως, πρακτικά μέσα, να ανατρέψει μια υπάρχουσα πολιτική-κυβερνητική δομή έναντι μιας άλλης. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει, εκ των προτέρων, πως μια τέτοια κίνηση θα έχει απελευθερωτική στόχευση. Κι ανατρέχοντας στην ιστορική εμπειρία συνήθως οι επαναστάσεις ανέτρεπαν μια μορφή εξουσίας , για να επιβάλλουν μια άλλη φρικτότερη. Ως εκ τούτου, μια χαρά επαναστάτης ήταν ο Μουσολίνι και οι έτεροι επαναστάτες πολιτικοί «συγγενείς» του.


μιὰ ἀναρχικὴ κριτικὴ στὸ ἐθνικὸ ζήτημα α´



Νίκος Χουλιαρᾶς
Αναρχική συλλογικότητα Πυργῖται


Η επαναφορά στο προσκήνιο του λεγόμενου Μακεδονικού ζητήματος και ο «Μαύρος Κύκνος»(*) του ογκώδους συλλαλητηρίου για τη Μακεδονία, μας υποχρεώνει να τοποθετηθούμε συνολικά για τα εν λόγω ζητήματα.
Και τα ζητήματα που ανοίγονται είναι πράγματι πολλά και ευρεία. Θεωρούμε, πως είναι μια καλή ευκαιρία ξεκαθαρίσματός τους από την πλευρά μας, καθώς η περίοδος που διανύουμε είναι κρίσιμης σημασίας για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.
Ξεκινώντας από το πρόσφατο συλλαλητήριο, ας πούμε ευθύς εξ αρχής πως το θεωρούμε περισσότερο εθνικού παρά εθνικιστικού χαρακτήρα και πως ως τέτοιο θα το προσεγγίσουμε. Πολύ περισσότερο, δε, όταν είναι φανερό, για όσους θέλουν να το δουν, πως πίσω από τον εθνικό χαρακτήρα υποκρύπτονται βαθιές  κοινωνικές διεργασίες που σχετίζονται άμεσα με τον οικονομικής υφής εξανδραποδισμό της τελευταίας δεκαετίας.
Έχοντας αναφέρει το παραπάνω, δεν αγνοούμε πως στο συλλαλητήριο συμμετείχαν – φυσικά – άπαντες οι εθνικιστές, αλλά δεν ήταν αυτοί που έδωσαν το «εσωτερικό χρώμα» της κινητοποίησης παρά μόνον, ίσως, το επίχρισμά της. Σε 300 – 400 χιλιάδες κόσμου (με μια μάλλον προσγειωμένη εκτίμηση) η παρουσία τους ήταν μειοψηφική και η ανάδειξή τους προήλθε κυρίως από την προσοχή που, βεβαίως, τους έδωσαν οι «αντίπαλοί» τους ως απόπειρα δικής τους άμυνας.
Για εμάς υπάρχει μια λεπτή αλλά υπαρκτή και πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ εθνισμού και εθνικισμού. Ο εθνισμός συνδέεται με την ύπαρξη και κυρίως τη συνειδητοποίηση πολιτιστικών συγγενειών, κυρίως γλωσσικών, συγγενειών «έθους» και αντιλήψεων για τη ζωή και τον θάνατο, βασικό ρόλο στις οποίες παίζουν και οι θρησκευτικές ή άλλες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Συνδέεται, επίσης και με την αντίληψη μιας ιστορικής συνέχειας αυτών των χαρακτηριστικών, που μπορεί να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό υπαρκτή. Αντίθετα, ο εθνικισμός συνδέεται, αναγκαία, με την ύπαρξη μιας κρατικής οντότητας, η οποία οργανώνει τον πυρήνα και την ιδεολογική συνοχή της στη βάση μιας κυρίαρχης εθνότητας– είτε υπαρκτής είτε υπό κατασκευή – σε έναν γεωγραφικό χώρο, προσδοκώντας στην μακροημέρευσή της μέσω της ταύτισης των συμφερόντων της εξουσίας με τα συμφέροντα των μελών της εθνότητας.
Ο εθνισμός, λοιπόν, δεν διαθέτει τα επιθετικά χαρακτηριστικά του εθνικισμού που επιθυμεί να ενσωματώσει δια της καταπίεσης ή του πολέμου άλλους πληθυσμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί μια λογική ιστορική διεργασία η οποία μπορεί να συνδέεται ή να μην συνδέεται καθόλου με μια οργανωμένη δομή εξουσίας.
Οι συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο δεν επέδειξαν στην πλειοψηφία τους τέτοιας μορφής επιθετικά χαρακτηριστικά προς τον πληθυσμό των Σκοπίων, επομένως ο χαρακτηρισμός τους συλλήβδην ως «εθνικιστών» είναι πλήρως ανεδαφικός.
Κάποιοι θα απέρριπταν τη διάκριση που κάνουμε, θεωρώντας πως δεν μπορεί να υφίσταται το ένα δίχως το άλλο, ο εθνικισμός δηλαδή δίχως τον εθνισμό και το αντίστροφο. Ο εθνισμός, όμως, είναι πανάρχαια υπόθεση. Έχει να κάνει με τα «νομιζόμενα» και «πρέπει» ενός τόπου με κυρίαρχο στοιχείο φυσικά τη γλώσσα, επειδή η γλώσσα αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο της σκέψης και συγχρόνως τρόπο διαμόρφωσής της. Ο εθνικισμός, όμως, αφορά τη νεωτερική εποχή στα πλαίσια κυρίως της βιομηχανικής ανάπτυξης και συνδέεται με τη διαδικασία διάλυσης των παλιών αυτοκρατοριών και τη συγκρότηση της εξουσίας γύρω από το λεγόμενο εθνικό ιδεώδες. Προσοχή, το εθνικό ιδεώδες, όμως, εδώ νοείται ως μια ιδεολογικοποιημένη κατασκευή και όχι ως μια βιωμένη κατάσταση εθνισμού σε συνθήκες πραγματικής ζωής.
Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως και ο εθνικισμός, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο, ήταν ένα επαναστατικό ρεύμα που πρέσβευε την απελευθέρωση από τη δεσποτική εξουσία είτε των αυτοκρατόρων είτε των αποικιοκρατών. Τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, σχεδόν όλες οι ανερχόμενες εξουσιαστικές συγκροτήσεις ήταν εθνικιστικές. Οπότε το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι παιζόταν γύρω από το πλαίσιο της «αυτοδιάθεσης των λαών». Θέλουμε να πούμε πως εκείνη την εποχή ο εθνικισμός δεν είχε καθόλου «κακό» όνομα. Αυτό άρχισε να το αποκτά μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικότερα τα τελευταία 40 περίπου χρόνια. Ο λόγος γι’ αυτό είναι απλός. Μεταπολεμικά άρχισε να συγκροτείται βήμα – βήμα η σύγχρονη Δυτική αυτοκρατορία (ΕΕ – ΝΑΤΟ). Η αυτοκρατορική δόμηση της εξουσίας που προϋποθέτουν οι νέοι σχηματισμοί είναι εξ ορισμού ανταγωνιστική  προς τον εθνικισμό, εφ’ όσον αυτή  φιλοδοξεί να κυριαρχήσει σε ένα πλήθος διαφορετικών εθνοτήτων με έναν ενιαίο τρόπο δίχως τη «δυσκολία» προσαρμογής της στις επί μέρους πληθυσμιακές διαφοροποιήσεις. Επί πλέον, ήδη πριν τον πόλεμο, με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσσία και την συγκρότηση της 3ης Διεθνούς, είχαμε τη γέννηση ενός άλλου αυτοκρατορικού επεκτατικού οράματος με όχημα την δήθεν «κοινωνική απελευθέρωση», το οποίο, ενώ ήταν εξ ίσου εχθρικό προς τον εθνικισμό, τον αντιμετώπιζε ωστόσο εργαλειακά κατά τόπους για την επίτευξη των δικών του σκοπών.
Κάπου εδώ θα συναντήσουμε αργότερα και την κατασκευή του Μακεδονικού ζητήματος ως μέρους της πολιτικής της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) για τα Βαλκάνια, πολιτική που εφάρμοσε το ΚΚΕ σε μια προσπάθεια αναίρεσης των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών πολέμων και ενοποίησης των Βαλκανίων υπό την εποπτεία των Σοβιετικών. Στις μέρες μας, η σύγκρουση αυτοκρατορίας και εθνο-κρατικών δομήσεων εντείνεται και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς η Δυτική αυτοκρατορία ενσωματώνει και χρησιμοποιεί στοιχεία του πάλαι ποτέ επαναστατικού διεθνισμού, για να υποσκάψει τη βάση του εθνο-κράτους, θέλοντας πλέον να το απορροφήσει ολοκληρωτικά στις δομές της. Το κράτος δηλαδή πρέπει να ισχυροποιηθεί μεν εφ’ όσον θα κάνει τη δουλειά του αυτοκρατορικού ελεγκτή μιας γεωγραφικής επαρχίας, αλλά να χάσει τα εθνικά του χαρακτηριστικά, που δημιουργούν «περιττές» διαφοροποιήσεις στα πλαίσια της αυτοκρατορίας.
Τα λέμε όλα αυτά (εξ ανάγκης κι εν συντομία) για να ξεκαθαρίσουμε πως δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τον εθνισμό του οποιουδήποτε, αρκεί αυτό να εκφράζει μια βιωματική και όχι φαντασιακή συνθήκη και κυρίως να είναι ειλικρινής, δηλαδή να μην τροφοδοτείται από ιστορικά ψεύδη. Όχι κραυγαλέα ιστορικά ψεύδη τουλάχιστον, όπως συμβαίνει τώρα με την περίπτωση των Σλαύων των Σκοπίων, γιατί, δυστυχώς, το σύνολο της Ιστορικής αλήθειας και γενικότερα του παρελθόντος θεωρούμε πως δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε στην πληρότητά του. Ειλικρίνεια, επίσης, σημαίνει το να δεχόμαστε το σύνολο της αλήθειας (σε όση ιστορική αλήθεια έχουμε πρόσβαση) είτε μας βολεύει είτε όχι.
Στα πλαίσια που περιγράφηκαν, λοιπόν, ο διεθνισμός μεταπολεμικά άρχισε να κερδίζει έδαφος, είτε ήταν ο κομμουνιστικός διεθνισμός, είτε ο διεθνισμός από τον οποίον διεπόταν η εξελισσόμενη Ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση». Μετά το 1990, με την επικράτηση μιας τάσης των οραμάτων για παγκόσμια κυριαρχία, ο κομμουνιστικός διεθνισμός, σταδιακά (και ολοκληρωτικά στις μέρες μας) ενσωματώθηκε στον διεθνισμό της παγκοσμιοποίησης. Δεν χρειάστηκε και πολύ προσπάθεια γι’ αυτό· άλλωστε και οι δύο, όπως είπαμε προηγουμένως, είχαν παρόμοιες λογικές με στόχευση την ουτοπία μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας είναι εύκολο το να καταφέρεται κάποιος εναντίον του εθνικισμού, γιατί πλέον έχει την ολόπλευρη ιδεολογική υποστήριξη της επικρατούσας τάσης της διεθνούς εξουσίας. Ο διεθνισμός, όμως, πλέον, έχει αποδειχθεί χειρότερος του εθνικισμού, γιατί έχει ευρύτερες φιλοδοξίες και έχει ισχυρότερη εμμονή στην κατασκευή πλαστών ταυτοτήτων. Κατασκεύασε επί 70 χρόνια την ανύπαρκτη ταυτότητα του Σοβιετικού πολίτη και σήμερα κατασκευάζει την εξ ίσου ανύπαρκτη ταυτότητα του Ευρωπαίου πολίτη. Δεν είμαστε βέβαιοι για το ποιος από τους δύο θα αποδειχθεί ο χειρότερος υπήκοος, αλλά είμαστε σίγουροι πως και το σημερινό οικοδόμημα έχει ημερομηνία λήξεως όπως η οποιαδήποτε κατασκευή που δεν συμβαίνει με αβίαστο τρόπο. Πάντως, ο εντόπιος επαναστατικός διεθνισμός στην ουσία κλείνει το μάτι, ευνοώντας από το δικό του μετερίζι αυτήν την εξέλιξη.
Οι εθνικιστές, λοιπόν, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Όχι όμως μόνον αυτοί. Το σύνολο των ανθρώπων που δεν έβλεπαν το λόγο για να απορρίψουν τον εθνισμό τους βρέθηκαν απολογούμενοι, βιώνοντας μια άνευ προηγουμένου επίθεση ανακατασκευής στη γλώσσα και την ιστορία τους. Ιστορία που μπορεί να την έμαθαν μερικώς στρεβλά υπό τα κελεύσματα είτε της πάλαι ποτέ «εθνικοφροσύνης» είτε αντίστοιχα της μεταπολεμικής «αριστεροσύνης», αλλά που στη γενικότητά της δεν ήταν ψεύτικη. Λέμε στη «γενικότητα», επειδή οι λεπτομέρειες έχουν τη σημασία τους. Επίθεση συγκεκαλυμμένη αρχικά και απροκάλυπτη στη συνέχεια. Θα λέγαμε πως τα τελευταία 20 χρόνια ο Ελλαδικός χώρος εισέρχεται και βιώνει τα τελικά στάδια της νεωτερικότητας και του μοντερνισμού της Δύσης και, όπως όλες οι τάσεις που τον επηρέασαν τα τελευταία 40 χρόνια, αυτό συνέβη πολύ γρήγορα, ασυνάρτητα και βίαια, αλλά πάντως μεθοδευμένα. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει σταθερό έδαφος να πατήσει και δεν το βρίσκει πουθενά, κάτι που επιτείνεται φυσικά και από τον καθημερινό οικονομικό πόλεμο.
Κάποιοι, βεβαίως, θα βρουν – και βρίσκουν – αυτό το έδαφος με το να γίνουν περισσότερο υποτακτικοί ως υπήκοοι μέσα στη «θαλπωρή» μιας κομματικής στρούγκας. Κάποιοι άλλοι ακόμα βρίσκονται σε αναζήτηση, την ώρα που πολλοί έχουν ήδη ξεκινήσει την Οδύσσειά τους στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω τους ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Παρασκηνιακές πολιτικές δυνάμεις περιμένουν την ευκαιρία τους, καθώς το «άστρο» της «πρώτης φοράς αριστερά» δύει. Υπάρχει, ωστόσο, αυτήν τη στιγμή, μία ακαθόριστη μεν, ευδιάκριτη δε, τάση διάσπαρτων ανθρώπων που αναζητά μια περισσότερο βαθιά και ειλικρινή σχέση με την ιστορία και το «είναι» τόσο του εαυτού τους όσο και αυτού του τόπου με όλες του τις αντιφάσεις, με άγνωστη, προς το παρόν, κατάληξη. Αυτή η βαθύτερη ζύμωση είναι, κατ’ αρχήν, από εμάς καλοδεχούμενη.
Τα λέμε αυτά, γιατί πιστεύουμε πως όλα τα παραπάνω έπαιξαν το ρόλο τους στη μεγάλη παρουσία κόσμου στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Ας τα σκεφθούν όλα αυτά όσοι πιπιλάνε την καραμέλα του «εθνικιστή» και του «φασίστα», επειδή έτσι συμφέρει στην ιδεολογική τους τύφλωση και ας βάλουν (επί τέλους!) έναν καθρέφτη ενώπιων τους.

(*) Ο Nicholas Taleb στο βιβλίο του «Μαύρος Κύκνος» περιγράφει ως Μαύρο Κύκνο ένα απρόβλεπτο γεγονός το οποίο λόγω της φύσης του είναι έξω από κάθε δυνατότητα πρόβλεψης, αλλά οι συνέπειές του είναι καταλυτικές για την εξέλιξη των πραγμάτων. Εκεί, αναλύει γλαφυρά πως αυτό που πραγματικά έχει σημασία στην Ιστορία είναι αυτό που δεν μπορεί να προβλεφθεί.



Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

ὁ Νίκος Ψυρούκης γιὰ τὸ Σκοπιανὸ

Θανάσης Μπακογιῶργος
[…] Στὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, ὁ Τίτο ἄρχισε κιόλας νὰ καλλιεργεῖ τὸ λεγόμενο πρόβλημα τοῦ «μακεδονικοῦ ἔθνους» καὶ τῆς «Μεγάλης Μακεδονίας». […] Τὸ νοτιότερο τμῆμα τῆς Σερβίας ὀνομάστηκε Ὁμόσπονδη Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας. Εἶναι μιὰ περιοχὴ μὲ πολλὲς μικρὲς ἐθνικὲς ὁμάδες καὶ ὅπου ἕνα μικρὸ τμῆμα (κάτω τοῦ 50%) θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του Μακεδόνα καὶ ὄχι Βούλγαρο. […] Ἡ ἱστοριογραφία μᾶλλον θ’ ἀργήσει πολὺ νὰ ξεκαθαρίσει τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ρόλο τοῦ Τίτο. Γεγονός, πάντως, εἶναι ὅτι ἀπὸ τὸ 1946 ἔσπρωχνε τὸ ΚΚΕ νὰ συρθεῖ σὲ ἐμφύλιο πόλεμο (βλέπε Τζίλας: Συνομιλίες μὲ τὸν Στάλιν). Μιὰ πρώτη βάσιμη ὑπόθεση εἶναι πὼς ἡ στάση του βοηθοῦσε περισσότερο τὴν προσπάθεια ἐγκαθίδρυσης τῆς PAX AMERIKANA
[…] Ὁ Τίτο πρῶτα, ἀπαίτησε ἀπὸ τὸ ΚΚΕ, γιὰ νὰ μὴν κλείσει τὰ σύνορα στοὺς ἀντάρτες, ν’ ἀναγνωρίσει τὴν ὕπαρξη «μακεδονικοῦ ἔθνους» καὶ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιάθεσής του (ἔτσι ἔγινε γνωστὴ ἡ 5η ὁλομέλεια τῆς Κ.Ε. ἐπιτροπῆς τοῦ ΚΚΕ, ἀρχὲς 1949 γιὰ τὴν ὁποία τόσα πολλὰ ἔχουν γραφτεῖ). Μά, ὁ Τίτο, ἀμέσως μετὰ ἔκλεισε τὰ σύνορα, σύναψε φιλικότατες σχέσεις μὲ τὴν ἐπίσημη Ἑλλάδα, ζητώντας της ὅμως νὰ ἀναγνωρίσει τὴν ὁμόσπονδη «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας». Πρᾶγμα ποὺ ἔγινε ἀποδεκτό. Τελικὰ φτάσαμε καὶ στὸ γνωστὸ «Βαλκανικὸ Σύμφωνο», ἔκφραση τῆς PAX AMERIKANA στὰ Βαλκάνια. Μὰ ἡ προπαγάνδα γιὰ τὴ «Μεγάλη Μακεδονία», ὄχι μονάχα δὲν σταμάτησε, ἀλλὰ ἀντίθετα γιγάντωνε μὲ κέντρο τὶς ΗΠΑ, τὸν Καναδὰ καὶ τὴν Αὐστραλία. […]
Ὅπως καὶ ἂν εἶχαν τὰ πράγματα, ὁ τιτοϊκὸς ἐπεκτατισμὸς καὶ τὸ σχέδιο γιὰ τὴ «Μεγάλη Μακεδονία», ἀπὸ τὸ 1948 ἴσαμε τὴ διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας, ἐξυπηρετοῦσε τὴν PAX AMERIKANA. Τὰ πράγματα ἀλλάζουν ἀπὸ τὸ 1990. Ἡ Σοβιετικὴ Αὐτοκρατορία κατέρρευσε (σύμπτωμα διάλυσης τοῦ μεταπολεμικοῦ ΣΤΑΤΟΥΣ ΚΒΟ) καὶ νέοι ἀνταγωνισμοὶ ἐμφανίζονται γιὰ τὴν κοσμοκρατορία. Μέσα σὲ νέες συνθῆκες ἀποδιοργάνωσης καὶ σήψης τοῦ παγκόσμιου συστήματος, οἱ πάντες διεκδικοῦν τὸ ξαναμοίρασμα τοῦ κόσμου (ἰδιαίτερα ἡ γερμανοκεντρικὴ Εὐρώπη καὶ ἡ Γιαπωνία). Ἔτσι καὶ τὸ θέμα τῆς «Μεγάλης Μακεδονίας» καὶ τοῦ σωβινισμοῦ τῶν Σκοπίων, χωρὶς ν’ ἀλλάζει τὴν οὐσία του, γίνεται πιὸ περίπλοκο.
[…] Ἡ σύγχρονη ἐνδεχομενικότητα περικλείει τὰ πάντα καὶ προκαλεῖ τὸν ἀκράτητο τυχοδιωκτισμὸ σ’ ὅλους τοὺς ἀντεπαναστάτες. Γι’ αὐτὸ καὶ τυχοθῆρες εἶναι, μὰ καὶ πάσχουν ἀπὸ ἠθικὴ γυμνότητα. Ἐξηγεῖται, λοιπόν, τὸ γιατὶ τὸ κρατίδιο τῶν Σκοπίων, ὡς πιόνι, μπορεῖ νὰ παίζει ἄνετα τὸ παιχνίδι τῆς «Μεγάλης Μακεδονίας», ἀφοῦ τὸ πιόνι αὐτὸ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἀπ’ ὅλους τοὺς πρωταγωνιστὲς καὶ μνηστῆρες τῆς παγκόσμιας ἡγεμονίας. Νέα τάξη πραγμάτων δὲν ὑπάρχει. Χάος, ὅπως τονίσαμε, βασιλεύει!
[…] Τὸ καπιταλιστικὸ ἑλληνικὸ κράτος, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσής του, ἀκολούθησε πολιτικὴ ποὺ τὴν ὑπαγόρευαν πρώτιστα τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τῶν περιβόητων «προστάτιδων δυνάμεων» (βλέπε τὸ ἔργο μας: Νεοελληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική, Ἀθήνα 1981). Κι αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ὁδηγεῖ πάντα στὴν ἀποδοχὴ τοῦ κατακερματισμοῦ τοῦ ἱστορικοῦ μας χώρου, στὴ λεγόμενη «ἑλληνοτουρκικὴ φιλία» καὶ σὲ κάθε τὶ ποὺ ἐμπεδώνει τὸ παγκόσμιο πολεμικο-στρατηγικὸ σύστημα τῆς διεθνοῦς ἀποικιοκρατικῆς (τώρα νεοαποικιακῆς) τάξης πραγμάτων. Κι ἂς τὸ πληρώνει αὐτὸ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος πανάκριβα (μὲ σειρὰ ἀπὸ μεγάλες ἐθνικὲς συμφορές). Οἱ χαμένες πατρίδες τὰ λένε ὅλα! […]

Νίκος Ψυρούκης, Ἱστορικὸς χῶρος καὶ Ἑλλάδα, ἐκδ. Αἰγαῖον, Λευκωσία 1993



Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

ἀντάρτικα...


[…] Σε μιὰ μάχη ἕνας Γερμανὸς τραυματίζεται καὶ ὁ σύντροφός του ἐπιστρέφει νὰ τὸν σώσει. Εἶναι κάτω ἀπὸ τὶς κάννες τῶν ἀνταρτῶν καί, δυσκίνητος, ὅπως κουβαλάει τὸν τραυματισμένο, προσφέρει ἰδανικὸ στόχο. Ὁ νεοφερμένος στὸ βουνὸ Μανούσακας τὸν σκοπεύει καὶ ἑτοιμάζεται νὰ τὸν πυροβολήσει, ἀλλὰ ἕνας παλιὸς ἀντάρτης τὸν σταματάει:
-Ἄσ’ τους νὰ φύγουν. Ὁ τραυματίας εἶναι πρᾶγμα ἱερό. Κι ὁ σύντροφός του γύρισε νὰ τὸν πάρει ξέροντας πὼς θὰ σκοτωθεῖ μαζί του…
Ἄσ’ τους.
Καὶ τοὺς ἄφησαν.  


[…] οἱ διοικήσεις τοῦ ΕΛΑΣ στάθηκαν πολλὲς φορὲς κυματοθραύστης σὲ ἀκραῖες κομματικὲς ἀποφάσεις, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὴν ὑπόθεση Μπουραντᾶ. Ὁ Νίκος Μπουραντᾶς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Μηχανοκίνητου τῆς Ἀστυνομίας στὴν Ἀθήνα, ποὺ ἔχει περάσει ὁλοκληρωτικὰ στὶς ὑπηρεσίες τῶν Γερμανῶν κατακτητῶν καὶ ἔχει αἱματοκυλίσει τὴν πρωτεύουσα. […]
Στὸ Χλεμποτσάρι τῆς Θήβας, τόπο καταγωγῆς τοῦ Μπουραντᾶ, ἡ κομμουνιστικὴ ὀργάνωση παίρνει ἐντολὴ μὲ εἰδικὸ ἀπεσταλμένο ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα νὰ συλλάβει τὴν οἰκογένειά του· πατέρα, μητέρα καὶ ἀδερφή. Ἡ διαταγὴ εἶναι νὰ ὁδηγηθοῦν στὸ 34ο Σύνταγμα τοῦ ΕΛΑΣ, νὰ περάσουν ἀπὸ ἀνταρτοδικεῖο καὶ νὰ ἐκτελεστοῦν.
Διοίκηση καὶ ἄντρες ἐξεγείρονται καὶ ἀρνοῦνται νὰ συμμορφωθοῦν:
-Τὶ εἶναι αὐτό; Ποῦ φτάσαμε; Στὸν πατέρα, στὴ μητέρα καὶ στὴν ἀδερφή;
Ἡ κομματικὴ διαταγὴ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐπανέρχεται ἐπίμονη· ἡ οἰκογένεια τοῦ ἐγκληματία Μπουραντᾶ πρέπει νὰ ἀφανιστεῖ γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ τὸ λαϊκὸ αἴσθημα τῶν κατοίκων τῆς πρωτεύουσας, ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴ δράση του. […]
Καὶ πάλι ἡ διοίκηση τοῦ τοπικοῦ ΕΛΑΣ (Ρῆγος, Ὀρέστης, Βερμαῖος) ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς· συμπτωματικὰ φτάνει στὴν περιοχὴ ὁ γραμματέας τοῦ ΕΑΜ Χατζῆς, ἐνημερώνεται γιὰ τὸ θέμα καὶ συγχαίρει τοὺς ἑλασίτες.
-Μπράβο σας, ἀποτρέψατε μιὰ μεγάλη ζημιά.


Διονύσης Χαριτόπουλος, Ἄρης, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀτάκτων, ἱστορικὴ βιογραφία, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμμματα, Ἀθήνα 2003

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

λαϊκὴ συμβολικὴ καὶ ἐπανάσταση

Θεοχάρης Μορὲς

Ἡ λαϊκὴ συμβολική, ὑπόγεια καὶ κρυμμένη, ἦταν ἔτσι μία ἐπαναστατικὴ συμβολικὴ ποὺ ἐπίκεντρο εἶχε τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου.
Στὴν παραδοσιακὴ συμβολικὴ ὁ ἄνθρωπος ἐξανθρωπίζει, δυνάμει ὑποτάσσει τὴν ἀπρόσωπη φύση, ἑνοποιεῖ, ἀκόμα, μὲ τὴν Πράξη του τὸ διασπασμένο, τὸ διχασμένο συλλογικὸ σῶμα μας, συνειδητοποιώντας ὅλο καὶ περισσότερο, μεθοδικὰ προχωρώντας μὲ τὴ νόηση ὅλο καὶ πιὸ πολὺ δίπλα στὶς αἰσθήσεις, στὴν ἐκπλήρωση τῶν προαιώνιων πόθων του νὰ καρπωθεῖ τὴν ὅλη ὕλη –νὰ γίνει «ἰσόθεος».
[…] Ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, ὡστόσο, ἐπηρεάζει καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀναπηρία τοῦ ἐθνικολαϊκοῦ καὶ ἐπαναστατικοῦ φρονήματος, ἡ ἀδυναμία αὐτοσυνείδησης ποὺ γεννᾶ ἡ ἀναπηρία τῆς αὐτοπραξίας καταλήγει στὸ νὰ δυσκολεύεται ἡ Ἀριστερά, στὴν πάλη γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς συντριμμένης μέσα ἀπὸ τὴν ἐξάρτηση πολιτιστικῆς ταυτότητας τοῦ λαοῦ μας. Ἡ Ἀριστερά, ἡ ἀνάπηρη παραγωγὴ τῆς Πράξης της, ἡ ἀνάπηρη παραγωγὴ τοῦ Λόγου της  -τῆς Θεωρίας της- δυσκολεύεται στὸ νὰ συνειδητοποιήσει πὼς ἡ ἀνοικοδόμηση μιᾶς ταυτότητας ἐθνικῆς καὶ λαϊκῆς πρέπει νὰ εἶναι συνάρτηση ἀναγκαστικὰ τῆς ἐμβάθυνσης στὴ διαχρονικὴ Πράξη τοῦ λαοῦ, τῆς διαλεκτικῆς διασύνδεσης τοῦ παραγμένου πλούτου τοῦ λαοῦ καὶ στὸ πεδίο τῆς ἰδεολογίας μὲ τὶς ἀναζητήσεις, τὶς ἀγωνίες, τοὺς προβληματισμοὺς τοῦ σήμερα, στὸ διεθνῆ τόσο ὅσο καὶ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. […]
Ἡ Ἀριστερά, ἡ Ἐπανάσταση, γιὰ νὰ γίνει πάλι δραστική, γιὰ νὰ ἀγκαλιάσει ὄχι τὸ σημερινὸ ποσοστὸ μιᾶς προωθημένης μειοψηφίας ἀλλὰ τὶς πλατιὲς μάζες τοῦ λαοῦ μας, μήπως πρέπει νὰ μάθει νὰ διασυνδέει τὴ λαϊκὴ συμβολική, τὸ λαϊκὸ φρόνημα τὴν προφιλοσοφικὴ αὐθόρμητη λαϊκὴ γλώσσα μὲ τὴ νέα συμβολική, τὴ νέα ὀργανικὴ γλώσσα του, τὴ Θεωρία τῆς Ἐπανάστασης; Μήπως πρέπει νὰ μάθει νὰ συνδέει διαλεκτικὰ, κριτικά, τὸν παραγμένο στὴ διαχρονικὴ Πράξη καὶ ἐκφρασμένο στὸ διαχρονικὸ Λόγο πλοῦτο τῆς πολυαίωνης Ἱστορίας μας, τοὺς λαϊκοὺς πόθους καὶ τοὺς λαϊκοὺς καημούς, ἀποκρυπτογραφώντας τους, ἰχνηλατώντας τὴν πηγή τους μέσα στὴν Ἱστορία, μὲ τὶς νέες ἀναζητήσεις, τὶς νέες ἀγωνίες, τοὺς καινούριους καημοὺς τοῦ κόσμου; […]


Κωστὴς Μοσκώφ, Ἡ διοργάνωση τοῦ ἐπαναστατικοῦ μας ὀνείρου, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1987

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Ὁ Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας


[…] Ὁ ἀναρχικὸς ἀντικρατισμός του ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν σχεδὸν φετιχιστικὴ ἀπόρριψη τοῦ κράτους, ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀναρχοσοσιαλιστές. Τὸ κράτος ἐπικράτησε διότι ὡς σχέση ἀποδείχθηκε πιὸ ἀποτελεσματική, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀτόνησαν οἱ ὀργανικοὶ κοινωνικοὶ θεσμοὶ ποὺ δημιουργοῦσαν σχέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ ἀναγκαία αὐτὴ σχέση ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθεῖ μὲ καταναγκασμό, προκειμένου νὰ δίνει τὴν ὀργανικὴ σύνδεση τῶν ἀνθρώπων-πολιτῶν μεταξύ τους.
Ἡ κατάργηση τοῦ κράτους ἔρχεται ὅταν ἐνεργοποιοῦνται καὶ γίνονται λειτουργικὲς αὐτὲς οἱ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέσῳ ὀργανικῶν θεσμῶν τους. Ἔτσι, δὲν ἀρκεῖ ἡ καταστροφὴ τοῦ κράτους μὲ μιὰ ἁπλὴ πολιτικὴ ἐπανάσταση χωρὶς τὴν ἐνεργοποίηση αὐτῶν τῶν θεσμῶν. Τὸ κράτος μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὀνόμαζε «Volk» καὶ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὁ λαός, ἀλλὰ τὸ πρωτογενὲς ἔθνος ἀνθρώπων κάθε χώρας, δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑνώνουν ἀνθρώπους, ὀμάδες καὶ κοινότητες ἀνθρώπων. Τὸ κράτος καταργεῖται ὅταν βαθμιαία τὸ λαϊκὸ κοινωνικὸ σῶμα ἀναλαμβάνει τὴ δυνατότητα δημιουργίας μιᾶς σωστῆς κοινωνικῆς σχέσης βασισμένης στὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς. […]
Ὁ λαός-ἔθνος ἐνυπάρχει στὴν κοινωνία ἀλλὰ δὲν λειτουργεῖ, βρίσκεται σὲ ὕπνωση. Ἡ «λαϊκὴ ἑνότητα» αὐτὴ θὰ ξυπνήσει μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη καὶ τὴν κυκλοφορία τῆς σύγχρονης πραγματικότητας καὶ παραγωγῆς. Μόνο τότε ὁ πραγματικὸς σοσιαλισμὸς μπορεῖ νὰ διευρυνθεῖ. Βέβαια τὸ πέρασμα σὲ μιὰ ἄλλη κοινωνία δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ μιὰ οἰκονομίστικη ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ ἔχει ἀνάγκη τὸ πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπου πνεῦμα, εἶναι ἡ συνειδητοποίηση αὐτῆς τῆς ὀργανικῆς σύνδεσης τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀνάγκη τους νὰ ἑνωθοῦν ὀργανικὰ ὡς λαϊκὸ σῶμα. […]
Βασικὴ ἔννοια στὴ σκέψη τοῦ Λαντάουερ εἶναι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὸ πρὸς ἄλλα ἔθνη, ὅπως ἡ ἀστικὴ κρατικοοικονομικὴ ἀντίληψη. Τὸ ἔθνος τοῦ Λαντάουερ εἶναι μιὰ συγκεκριμένη κοινωνικοϊστορικὴ πραγματικότητα. Ἡ ζωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ διαχρονικὸ κοινοτικὸ πνεῦμα καὶ τὰ κοινοτικὰ ἀγαθὰ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τοῦ σοσιαλισμοῦ του. Τὸ κοινοτικὸ πνεῦμα εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ δημιουργικὴ ἐπαναλειτουργία ὅλων τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἄμεσων καὶ ὄχι καταπιεστικῶν σχέσεων. […]


Τὸ ἔθνος τῆς κοινότητας, ὁ ἀναρχοσοσιαλιστὴς Γκουστὰβ Λαντάουερ καὶ οἱ στοχασμοί του πάνω στὴν ἐθνικὴ ταυτότητα, ἐφημ. Ρήξη, ἀρ. φ. 123, 14/5/2016
tokoinonikoodofragma.wordpress.com

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Πατρίδα ἢ Κράτος;

Ἕλληνες εἶστε καὶ φαίνεστε!
(…καὶ δυὸ κλούβια αὐγὰ Τουρκίας)

σκηνὴ ἀπὸ τὴν ταινία «Ὁ Σὰν Μικέλε εἶχε ἕναν κόκορα» τῶν ἀδελφῶν Ταβιάνι

[…] Εἶναι ντροπή, λοιπόν, νὰ νιώθεις ἕλληνας, ἔτσι γενικὰ κι ἀόριστα; Ὅσοι νιώθουν ἕλληνες εἶναι γιὰ τοὺς ἀναρχικοὺς/ἀντιεξουσιαστὲς τὸ ἴδιο; Ὅποιος, λοιπόν, μιλᾶ ἑλληνικά, προσπαθεῖ, μὲ ὄνυχες καὶ ὀδόντες, νὰ διατηρήσει τὴν (ὅποια) συνέχειά του μέσῳ τῆς μνήμης στὸν παρόντα τόπο, εἶναι ἕνα σιχαμένο ἀνθρωπάριο; Ὅποιος δὲν ἐγκαταλείπει ὅσους δικούς του ἔχει ἐν ζωῇ, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τοὺς τάφους τῶν προγόνων του, γιὰ νὰ κυνηγήσει, ὡς νεο-αστικὸς «νομάς», καριέρα καὶ πλούτη εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, εἶναι ὀπισθοδρομικὸς κι ἐπιεικῶς καθυστερημένος; Μήπως τὰ ἀνωτέρω εἶναι καλῶς καμωμένα, μόνο ἂν γίνεται λόγος, φερ’ εἰπεῖν, γιὰ Ἰνδιάνους; Σίγουρα ὄχι, γιὰ τὴν τρωκτικὴ ἀφεντιά μου. Ἐν ἀρχῇ, ἂς ἀναφερθεῖ πὼς συλλογικὲς εὐθύνες ἐπέβαλαν προσωπικότητες ὅπως ὁ Χίτλερ, ὁ Στάλιν καὶ ὁ Κεμάλ· σὲ καμία τῶν περιπτώσεων ἄνθρωποι ποὺ πολεμοῦν τὸ κράτος. […] Πατρίδα καὶ Κράτος εἶναι ἔννοιες ἐκ φύσεως ἀνταγωνιστικές. Τὸ ὅτι κατάφεραν οἱ κρατιστές, μὲ τοὺς μηχανισμοὺς ὑποταγῆς καὶ καθοδήγησης συνειδήσεων ποὺ διαθέτουν, νὰ πείσουν τοὺς ὑπηκόους τους, πὼς ἡ πατρίδα καὶ τὸ κράτος εἶναι ταυτόσημες πραγματικότητες, εἶναι ἴσως τὸ μεγαλύτερο ἐπίτευγμα τῆς κυριαρχίας ἀπὸ καταβολῆς της. Πατρίδα εἶναι οἱ δικοί σου ἄνθρωποι, οἱ μνῆμες ποὺ σὲ δένουν μὲ ἕναν τόπο, μὲ ἕναν γεωγραφικὸ χῶρο, μὲ βουνά, λαγκάδια, ἀκόμα καὶ μὲ τὸ σκυρόδεμα ἢ τὴν ἄσφαλτο τῆς ἀστικῆς ζούγκλας ποὺ διαβιεῖς. Πατρίδα εἶναι ἡ γλῶσσα, ἡ μητρικὴ καὶ πατρική σου γλῶσσα, μία ἢ καὶ περισσότερες, ποὺ μεταφέρουν τὴ σκέψη ἀπὸ τὸ νοῦ, στὰ χείλη κι ἀπὸ ’κεῖ στὴν ἀκοή. Πατρίδα εἶναι ὁ τόπος ποὺ αἰσθάνεσαι μέρος μιᾶς συνέχειας, ποὺ χάνεται στὸ βραχὺ ἢ μακρὺ παρελθὸν καὶ ξαναζωντανεύει μέσα ἀπὸ ἀφηγήσεις, τραγούδια καὶ μουσικές. Δὲν εἶναι ὁ ἐθνικισμὸς καὶ κανένας –ισμός, εἴτε ἀμιγῶς πολιτικὸς εἴτε συγκεκαλυμμένα πολιτικὸς ἐντὸς καλλιτεχνικοῦ γκοφρὲ περιτυλίγματος. Ὅποιος λοιπὸν ἀντιλαμβάνεται ξεκάθαρα πὼς ἡ πατρίδα εἶναι ἐχθρὸς τοῦ κράτους καὶ συνάμα ἀποστρέφεται τὴν πολιτική, σὲ ὅλες της τὶς ἀποχρώσεις δὲν εἶναι σὲ καμία περίπτωση ἀπέναντι στοὺς ἀναρχικοὺς καὶ γενικότερα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγωνιοῦν γιὰ τὴ σωματικὴ καὶ πνευματική τους ἀπελευθέρωση. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Ὡς ἐκ τούτου, καλὰ κάνει καὶ «εἶναι» καὶ «φαίνεται» ἕλληνας. Οἱ γενικεύσεις καὶ  μάλιστα τοῦ συγκεκριμένου εἴδους, προβάλλουν, ἔμμεσα ἢ ἄμεσα, τὶς πλέον σκιώδεις ἐπιδιώξεις τοῦ ἁπανταχοῦ διεθνισμοῦ, ποὺ φωνασκεῖ διαρκῶς ὡσὰν μαντρόσκυλο, πὼς «οἱ προλετάριοι δὲν ἔχουνε πατρίδα!» Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δὲν γεννήθηκαν προλετάριοι, κρέας γιὰ τὶς μηχανὲς τῶν ἐργοστασίων. Καὶ πατρίδα εἴχανε καὶ γλῶσσα καὶ συνέχεια σ’ ἕναν τόπο, ποὺ τοὺς παρεῖχε αὐτάρκεια σὲ ὅλα. Οἱ ἐξουσιαστὲς καὶ οἱ ἀναδυόμενοι κεφαλαιοκράτες βιομήχανοι τῆς πρώιμης λεγόμενης «βιομηχανικῆς ἐπανάστασης» τοὺς ξερίζωσαν κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὸν τόπο τους, γιὰ νὰ τοὺς ἐλέγξουν πολὺ εὐκολότερα, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὸ ὅτι ὁ κομμουνισμὸς κι ὁ ἀναρχισμὸς τὸ ἔκαναν ἀπελευθερωτικὴ παντιέρα, μέχρι δυστυχῶς στὶς μέρες μας, εἶναι τὸ λιγότερο τραγελαφικό. Νὰ καμαρώνεις δηλαδὴ ποὺ τὸ κράτος καὶ τὸ κεφάλαιο σοῦ ἔκλεψαν ὅ,τι πολυτιμότερο εἶχες, τὴν πατρίδα καὶ μητρίδα σου. Λίγη σκέψη λοιπὸν παραπάνω δὲν ἔβλαψε ποτὲ κανέναν. Ἂς ἀντιληφθοῦν κάποιοι, σὲ τίνος τὸ βρώμικο παιχνίδι γίνονται, συχνότατα ἄθελά τους, συμμέτοχοι.

Πόντιξ ὁ Σισύφιος, ἐφημ. Διαδρομὴ Ἐλευθερίας, Ἰούνιος 2016, ἀρ. φ. 161     

   

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

π. Ἀνυπόμονος καὶ Ἄρης Βελουχιώτης

Στὸ βίντεο ἀναφέρεται ὅτι ὁ π. Ἀνυπόμονος ἐντάχθηκε στὸν ΕΛΑΣ διότι μόνο αὐτὴ ἡ ἀντιστασιακὴ ὀργάνωση εἶχε δράση στὸν τόπο ὅπου βρισκόταν ὁ ἴδιος. Στὸ βιβλίο ποὺ ἐπιμελήθηκε ὅμως ὁ ὁμιλητὴς ὑπάρχει σαφὴς διατύπωση τοῦ π. Ἀνυπόμονου ὅτι «σὲ καμμία περίπτωση δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνταχθῶ σὲ ὁμάδα ἢ ὀργάνωση, ποὺ στηριζόταν σὲ ἀγγλικὲς πλάτες κι ἔδινε λίρες στοὺς ἀγωνιστές!...».


«Τώρα, Ἀρχηγέ, ποὺ ἦλθαν οἱ σοβιετικοὶ καὶ ὁλοκληρώθηκε ἡ συμμαχικὴ ἀποστολή, θὰ εἶναι καλύτερα γιὰ μᾶς!...».
Μὲ κοίταξε ὁ Ἄρης γιὰ μία στιγμὴ σκεπτικός. Μετὰ χαμογέλασε μὲ συγκατάβαση καὶ μὲ κάποια πικρία μοῦ εἶπε:
«Ἄχ παπούλη μου, ὅλα τὰ γουρούνια μία μούρη ἔχουνε. Ὅλοι αὐτοὶ ἤρθανε νὰ παίξουνε μπιλιάρδο πάνω στὴ ράχη τὴ δική μας. Μὴν ἀκοῦς κανέναν καὶ μὴν πιστεύεις τίποτα!...».

Ἀρχιμ. Γερμανὸς Κ. Δημᾶκος - Πάτερ Ἀνυπόμονος, Στὸ βουνὸ μὲ τὸν Σταυρό, κοντὰ στὸν Ἄρη, Πρότυπες Θεσσαλικὲς Ἐκδόσεις, Τρίκαλα-Ἀθήνα 2005




Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

ρωτώντας...

σκηνὴ ἀπὸ τὸν Μεγαλέξαντρο τοῦ Θ. Ἀγγελόπουλου

[…] Ἐμεῖς ὡς ἀναρχικοί-ἀντιεξουσιαστὲς τὶ θὰ κάνουμε σὲ περίπτωση ἑνὸς ἰμπεριαλιστικοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος θὰ περιλαμβάνει καὶ τὴν Ἑλλάδα ὡς τόπο ποὺ δέχεται ἐπίθεση;
Ἕνα γνωστὸ σύνθημα τοῦ χώρου μας εἶναι τὸ «πατρίδα μας ὅλη ἡ γῆ». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὴν περίπτωση πολέμου φεύγουμε προσπαθώντας νὰ φτιάξουμε μιὰ ζωὴ σὲ ἄλλο τόπο; Ὅταν ἰσχυριζόμαστε κάτι τέτοιο, τὸ ἐννοοῦμε;
Τὶ θέση ἔχουν οἱ ἀξίες μας, ποὺ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴν ἄρνηση τῆς ἐπιβολῆς, τῆς κυριαρχίας, τοῦ ἐξουσιαστικοῦ καταναγκασμοῦ τῶν ἀπὸ πάνω στὴν περίπτωση ἑνὸς ἐπεκτατικοῦ-ἐπιθετικοῦ πολέμου ἀπὸ ἔξω; Ἑνὸς πολέμου ποὺ φέρει ἀπολύτως τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς κυριαρχίας;
Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, θὰ σηκώσουμε τὸ ὄπλο ἐνάντια στὰ ταξικὰ ἀδέρφια μας ἑνὸς ἄλλου τόπου ἀκόμα κι ἂν αὐτὰ δὲν ἔχουν συνείδηση τῆς τάξης τους;
Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε αὐτοὶ ποὺ ὑπερασπιζόμαστε μὲ περίσσιο θάρρος καὶ ἀνιδιοτέλεια τοὺς τόπους μας; Ἂς θυμηθοῦμε τὴν ὀργή μας ὅταν μᾶς πῆραν  τὴ Villa Amalias. Γιατὶ τρέχουμε- καὶ καλὰ κάνουμε- γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὶς καταλήψεις μας, τοὺς αὐτοδιαχειριζόμενους χώρους μας, τὸ γαλατικὸ χωριὸ τῶν Σκουριῶν στὴ Χαλκιδική; Ἂν πᾶμε πιὸ παλιά, οἱ κομμουνάροι στὴν Παρισινὴ Κομμούνα δὲν ὑπερασπίστηκαν μὲ αὐτοθυσία τὸν τόπο τους; […]


Ἡ ἔννοια τῆς πατρίδας στὰ γραπτὰ τοῦ Μπακούνιν, περιοδικὸ Εὐτοπία, Δεκέμβρης 2013

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

γιὰ τὸν ἐθνισμὸ καὶ τὴν ὑπεράσπισή του


[…] θα 'πρεπε επομένως, εκ μέρους της επαναστατικής Αριστεράς, καταρχήν να υπάρχει μια αντίδραση σε κάθε περίπτωση που η νέα τάξη προσπαθεί να κατακερματίσει ένα ήδη συγκροτημένο σύνολο και να τασσόμαστε κατά της προσπάθειας αυτής. Και εάν αυτό συμβεί, όταν βρισκόμαστε μπροστά στην ανασυγκρότηση νέων εθνικών κρατών, που αναζητούν σαν προστασία τους απέναντι στον πολιτικό έλεγχο της νέας τάξης, μια δική τους εθνική ταυτότητα, αυτό να μην μας οδηγεί σε μια αρνητική καταδίκη των προσπαθειών αυτών. 

[…] Νομίζω ότι πράγματι είναι σωστό ότι η Ελλάδα σήμερα απειλείται. Ότι υπάρχει ένας κίνδυνος. Ότι υπάρχει ένα σχέδιο αναδόμησης των Βαλκανίων, στο οποίο κυριαρχικό ρόλο θα παίξει η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Τουρκία, χρησιμοποιώντας τις μουσουλμανικές μειονότητες από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τα Σκόπια, το Κοσσυφοπέδιο, την Αλβανία, τη Βοσνία. Όπου η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά απομονωμένη και δεν έχει ως σύμμαχο -από άποψη γεωπολιτική- παρά τους Σέρβους. […]

Προσωπικά θεωρώ ότι είναι αναγκαίο οι Έλληνες να αποκτήσουν μια συνείδηση του εθνισμού τους και να είναι έτοιμοι, όταν πρόκειται να γίνει μία περαιτέρω συρρίκνωση του λεγομένου εθνικού τους κορμού, να αντισταθούν. Να μην επαναλάβουν το έγκλημα, την αδυναμία, την προδοσία, τη δειλία που έδειξαν στο ζήτημα της Κύπρου. Δεν είμαι υπέρ μιας επανάληψης της Κύπρου και στην Ελλάδα. Δεν θεωρώ ότι είναι τίποτα το διεθνιστικό μία αδιαφορία πλήρης αν γίνει ή δεν γίνει και στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο που έγινε στην Κύπρο. Μα με ποιο θάρρος μπορείς να λες ότι είσαι υπέρ των Κούρδων ή των Παλαιστινίων που ζητάνε μια πατρίδα κι όταν γίνει σʼ ένα τμήμα δικό σου εισβολή, κατοχή, αλλαγή πληθυσμών και δημιουργείται δικό σου παλαιστινιακό ζήτημα, ποια στάση κρατάς απέναντι στην Κύπρο; Και ξεκινώντας απʼ αυτά, ποια στάση πρόκειται να κρατήσεις αν συμβεί κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα; Είναι σωστό ότι ο εθνισμός που είναι απαραίτητος, δεν είναι σε καμία αντίθεση με το διεθνισμό. Ο κάθε διεθνιστής έχει και μια ιδιαίτερη πατρίδα και είναι φυσικό την πατρίδα αυτή να την αγαπάει όχι περισσότερο από τις άλλες, αλλά τουλάχιστον το ίδιο. 
Είναι φυσικό επίσης να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να έχει δράση επαναστατική, αν δεν δείχνει απέναντι στο λαό του μια συμπαράσταση. Σε ποιον κάτοικο της χώρας σου μπορείς να μιλήσεις και να πεις ότι σου είναι αδιάφορη η ιστορία της Κύπρου ή η επανάληψη της ιστορίας της Κύπρου αύριο και να νομίζεις ότι με τέτοια στάση μπορεί να χεις οποιοδήποτε δεσμό με το λαό σου για άλλες επιτεύξεις; Εάν δεν αφαιρέσεις από την αστική ηγεσία την υπεράσπιση του εθνισμού και την περάσεις στα χέρια της Αριστεράς, είσαι τελείως χαμένος σε οποιοδήποτε επαναστατικό σου παιχνίδι. 
Είναι εντελώς σωστό να λέμε αυτό: δεν διεκδικούμε απολύτως τίποτα. Πράγματι δεν διεκδικούμε. Και οποιοσδήποτε πόλεμος επιθετικός και για πλιάτσικο είναι καταδικαστέος από εμάς. Οποιοδήποτε «γιουρούσι» που ορισμένοι σκέπτονται ακόμη στην Αλβανία για να ξαναπάρουμε τη Βόρεια Ήπειρο είναι λανθασμένο. Οποιοδήποτε γιουρούσι και πλιάτσικο, οποιοσδήποτε επιθετικός πόλεμος δεν είναι μόνο καταδικάσιμος, γιατί αλλάζει το χαρακτήρα της αντίστασης του λαού, αλλά είναι και εσφαλμένος μέσα στις τωρινές συνθήκες, θα καταλήξει σε μία γενικότερη σύρραξη από την οποία η Ελλάδα δεν πρόκειται να κερδίσει απολύτως τίποτα. Αλλά, ενώ είναι τελείως σωστό να λέμε ότι δεν διεκδικούμε απολύτως τίποτα, να προσθέτουμε επίσης -διότι αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να το εξετάσουμε σοβαρά- ότι είμαστε υπέρ της πληρότητας των δικαιωμάτων οποιασδήποτε εθνικής μειονότητας υπάρχει στην Ελλάδα και πρέπει να δούμε πού υπάρχουν συγκεκριμένα ζητήματα και εκεί που γίνονται αδικίες να επανορθωθούν έγκαιρα. Όχι όπως κάναμε με την τουρκική μειονότητα εν μέρει στην Κύπρο. Λέγοντας αυτά, λέμε επίσης ότι όσο είμαστε εναντίον οποιουδήποτε επιθετικού πολέμου, όπως είμαστε βέβαια υπέρ της υπεράσπισης μειονοτήτων δικών μας στο εξωτερικό, έτσι δεν είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσομε πια τίποτα από το συγκεκριμένο εθνικό κορμό που έχουμε.
Κι όταν λέμε τίποτα αυτό το πράγμα πρέπει να είναι μια εντελώς διαφορετική, ιδεολογική και πρακτική προετοιμασία κυρίως της νεολαίας μας, η οποία εν μέρει έχει προσβληθεί από το μικρόβιο του ευρωπαϊσμού και της πολιτιστικής αμερικανοποίησης. 

Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο)
  
Το κείμενο αποτελεί μέρος της εισήγησης του Μιχάλη Ράπτη σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1994 από τα περιοδικά Convoy, Mατσακόνι και τον όμιλο «Πρωταγόρας», στο Πολυτεχνείο. Περιοδικό Convoy, τεύχος 18, Ιούνιος 1995.


Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

ὁ Μπακούνιν γιὰ τὴν ἔννοια τῆς πατρίδας

[…] Ἡ εὐημερία τοῦ κράτους εἶναι ἡ ἀθλιότητα τοῦ πραγματικοῦ ἔθνους, τοῦ λαοῦ. […] Τὸ κράτος δὲν εἶναι ἡ πατρίδα. Οἱ λαϊκὲς μάζες ὅλων τῶν χωρῶν ἀγαποῦν βαθιὰ τὴν πατρίδα τους. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ φυσικὴ πραγματικὴ ἀγάπη. Ὁ πατριωτισμὸς τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἰδέα ἀλλὰ γεγονός. […] Ἡ πατρίδα, ἡ ἐθνικότητα, ὅπως καὶ ἡ ἀτομικότητα, εἶναι ἕνα γεγονὸς φυσικὸ καὶ κοινωνικό, ψυχολογικὸ καὶ ἱστορικό, ταυτόχρονα. Δὲν εἶναι μιὰ θεωρητικὴ ἀρχή. Δὲν μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε ἀνθρώπινη ἀρχή, παρὰ ὅ,τι εἶναι καθολικό, κοινὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐθνικότητα τοὺς χωρίζει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀρχή. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀρχή, εἶναι ὁ σεβασμὸς ποὺ ὁ καθένας πρέπει νὰ ἔχει γιὰ τὰ φυσικά, πραγματικὰ ἢ κοινωνικὰ γεγονότα. Ἡ ἐθνικότητα, ὅπως καὶ ἡ ἀτομικότητα, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτά. Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ τὰ σεβόμαστε. Ἡ καταπίεσή της εἶναι ἔγκλημα. […] Γίνεται ἱερὴ ἀρχὴ κάθε φορὰ ποὺ ἀπειλεῖται ἢ καταπιέζεται. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν αἰσθάνομαι, εἰλικρινὰ καὶ πάντα, πατριώτης κάθε καταπιεσμένης πατρίδας.
[…] Ὁ λαὸς εἶναι ἐπίσης ἀπὸ τὴ φύση του πατριώτης. Ἀγαπᾶ τὴ γῆ ὅπου γεννήθηκε, τὸ κλίμα μέσα στὸ ὁποῖο ἀναπτύχθηκε. […] Ὁ πραγματικός, ζωντανός, ἰσχυρός, φυσικὸς πατριωτισμὸς τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι καθόλου ἐθνικὸς πατριωτισμὸς οὔτε κἂν τοπικὸς ἀλλὰ στὸ μεγαλύτερο μέρος του ἀποκλειστικὰ κοινοτικός. Ἀλλὰ ἀγαπᾶ ἀκόμα τὴ γλῶσσα ποὺ μιλᾶ. […] Ταυτίζεται ἀκόμα μὲ τὰ ἔθιμα καὶ τὶς ἀληθινὲς ἢ λαθεμένες ἀντιλήψεις τῆς χώρας του. Ἂν αὐτὰ τὰ ἔθιμα, αὐτὲς οἱ ἰδέες καὶ αὐτὴ ἡ γλῶσσα καλύπτουν μιὰ περιοχή, τότε ἀρχίζει νὰ γίνεται πραγματικὰ ἕνας τοπικὸς πατριώτης. Ἂν καλύπτουν ἕνα ὁλόκληρο ἔθνος, τότε γίνεται ἕνας ἐθνικὸς πατριώτης. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, κανεὶς δὲν εἶναι τόσο βαθιὰ οὔτε τόσο εἰλικρινὰ πατριώτης ὅσο ὁ λαός […].


Henri Arvon (ἐπιμ.), Μιχαὴλ Μπακούνιν, ἐκδ. Πλέθρον, Ἀθήνα, 2009  

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ὁ πατριωτισμὸς εἶναι τὸ μετάλλιο τῆς Ἀριστερᾶς


Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο γέννημα θρέμμα της οικονομικής κρίσης και εξαιρετικά ενδιαφέρον free press «Η Πατησίων ζει», ο δημοσιογράφος και διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού «105,5 Στο Κόκκινο», Κώστας Αρβανίτης, απαντά στη μονολεκτική ερώτηση της Λίνας Καμπούρογλου, «Πατριωτισμός;», τα εξής: «Το μετάλλιο της Αριστεράς! Δεν ξέρω γιατί η Αριστερά κατεβάζει το κεφάλι και δεν το συζητάει».
Λοιπόν, έχω ακριβώς την ίδια απορία. Για ποιο λόγο ένα κομμάτι (μεγάλο ή μικρό, δεν ξέρω) της Αριστεράς δείχνει τόση αμηχανία, τόση παγωμάρα, κάποτε ακόμη και απέχθεια, απέναντι στην έννοια του πατριωτισμού; Γιατί φτάσαμε στο σημείο να ντρεπόμαστε να προφέρουμε τη λέξη «πατρίδα»; Και επιπλέον, γιατί θα πρέπει να παραχωρήσουμε τις πολύτιμες αυτές έννοιες στη Δεξιά, και πολύ περισσότερο στην Ακροδεξιά, όπως η Χρυσή Αυγή;
Ας θυμηθούμε ότι στο παρελθόν, δηλαδή στη διάρκεια του Εμφυλίου και έως τη χούντα των συνταγματαρχών, η Δεξιά κατηγορούσε γι' αυτό ακριβώς την κομμουνιστική Αριστερά, ότι δηλαδή επρόκειτο για απάτριδες που προσπαθούσαν να προσδέσουν τη χώρα μας στο άρμα των Σοβιετικών, και ότι η κρυφή και ανομολόγητη επιδίωξη και προσδοκία τους ήταν να γίνουμε τμήμα ή εξάρτημα στο λεγόμενο τότε Σιδηρούν Παραπέτασμα. Και η Αριστερά προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να το αρνηθεί και να αποδείξει το αντίθετο, εφ' όσον ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία ήταν, και είναι, μετωπικός στόχος της.
Ήταν τα χρόνια εκείνα που στους κόλπους της Αριστεράς έκανε θραύση ο διεθνισμός, κι εκεί πατούσε η Δεξιά για να προσάψει στους κομμουνιστές την κατηγορία που προανέφερα. Σήμερα, όμως, με την παγκοσμιοποίηση, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο πατριωτισμός αποτελεί ίσως το ύστατο εμπόδιο, το ύστατο ανάχωμα, απέναντι στην παγκοσμιοποίηση (κι αν όχι το ύστατο, τουλάχιστον ένα από τα πιο δραστικά). Και είναι σίγουρο ότι, σήμερα πια, ούτε και ο πιο επιδέξιος ακροβάτης δεν θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και υπέρ του πατριωτισμού και υπέρ της παγκοσμιοποίησης.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, το ερώτημα παραμένει. Γιατί θα πρέπει η Αριστερά να δίνει την έννοια του πατριωτισμού βορά στη Χρυσή Αυγή; Γιατί να αφήνει να εκμεταλλεύονται τη συγκεκριμένη έννοια οι εθνικιστές; Εθνικισμός είναι να πιστεύεις ότι η χώρα σου (να πάλι η επιφυλακτικότητα να πει κάποιος τη λέξη «πατρίδα») είναι ανώτερη από τις άλλες χώρες, ή ότι ο λαός σου είναι ανώτερος από τους άλλους λαούς, ή απλώς ότι έχει χαρακτηριστικά τέτοια που τον καθιστούν ανώτερο.
Να αγαπάς, όμως, τον τόπο που γεννήθηκες, είναι αυτονόητο, κατ' αρχάς. Τι να αγαπάς δηλαδή, το πουθενά; Κανένας δεν έχει γεννηθεί στη μέση του πουθενά. Είναι ποτέ δυνατόν, όλα όσα έμαθες και συνήθισες, τη γλώσσα, την κουλτούρα και τα ήθη και τα έθιμα με τα οποία μεγάλωσες, να μην τα αγαπάς; Είναι σαν να απεχθάνεσαι, ή ακόμη και σαν να μισείς, τον εαυτό σου!
Όχι, αυτή την έννοια του πατριωτισμού, όπως την εξήγησα μόλις, δεν τη δίνω δώρο στους δεξιούς, τους εθνικιστές, τους φασίστες. Προτιμώ να την κρατήσω για μένα. Αρκετά παγκοσμιοποιημένοι είμαστε ήδη όλοι μας, με τα ξένα βιβλία, τις ταινίες, τη μουσική, τα έργα ζωγραφικής και τα υπόλοιπα που έχουν κάνει κατοχή στις ψυχές μας τα τελευταία χρόνια, εξαλείφοντας σχεδόν οτιδήποτε γηγενές. Δεν χρειάζεται να χάσουμε και τα ελάχιστα στοιχεία εθνικής ταυτότητας που μας έχουν απομείνει.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι, εάν συζητήσεις λίγο περισσότερο με όσους ενοχλούνται και αποδοκιμάζουν την έννοια του πατριωτισμού, νεοφιλελεύθερους ή Αριστερούς, ανακαλύπτεις ότι όλο και κάποια άλλη χώρα, όλο και κάποιον άλλο πολιτισμό θαυμάζουν και υπολήπτονται. Βρίσκονται δηλαδή σε μια σχιζοφρενική κατάσταση όπου θαυμάζουν και ασπάζονται στοιχεία ξένα, αλλά απεχθάνονται ή αποστρέφονται τα δικά μας.
Εάν δεν υπήρχε μια τόσο σαφής πολιτική διάσταση στο όλο θέμα, και το διαπραγματευόμασταν με όρους αποκλειστικά ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς, θα λέγαμε ότι οι προαναφερθέντες χρήζουν θεραπείας. Επειδή, όμως, ο πατριωτισμός είναι πρωτίστως ένα πολιτικό ζήτημα, και επειδή ακριβώς στις μέρες μας ένα αριστερό κόμμα έχει καταλάβει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σε λίγο ίσως κληθεί να κυβερνήσει, ας μείνουμε στην αναγκαιότητα να ξεσκονίσει επιτέλους η Αριστερά το μετάλλιό της, που με τόσους κόπους και θυσίες έχει κατακτήσει.

Ο πατριωτισμός είναι το μετάλλιο της Αριστεράς
Δεν πρέπει να τον αφήνουμε βορά στον εθνικισμό και το φασισμό

Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ, συγγραφέα

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 1/10/13