Ὁ χορτασμὸς τῶν πεντακισχιλίων εἶναι μιὰ εἰκόνα γιὰ τὴ διαχείριση τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Ὁ Χριστὸς δὲν προσεύχεται γιὰ κάποια μαγικὴ λύση. Εὐλογεῖ τὰ ἀπειροελάχιστα τρόφιμα, δηλαδὴ τὰ μεταβάλλει ἀπὸ ὑλικὰ χορτασμοῦ σὲ ὑλικὰ κοινωνίας. Ὁ χορτασμὸς ἔρχεται, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς τῶν λίγων τροφίμων δὲν ἦταν ὁ χορτασμός, ἀλλὰ τὸ μοίρασμα. Ἡ ἀπεύθυνση τοῦ Χριστοῦ στὸν οὐρανὸ δὲν εἶναι μετάθεση τοῦ προβλήματος στὴ μεταφυσική. Εἶναι τὸ ἄνοιγμα τοῦ κόσμου καὶ τῆς ὕλης σὲ μιὰ ἄλλη φυσική, σ' ἕναν σκοπὸ πέραν τῆς χρήσης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἀδράχτι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἀδράχτι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 5 Αυγούστου 2025
Παρασκευή 22 Απριλίου 2022
«Φοβερὸν καὶ παράδοξον μυστήριον»
Ὁ Θεὸς πέθανε! Γιὰ νὰ μὴν ἐπιβληθεῖ, νὰ μὴν ἐκβιάσει.
Σ’ αὐτὴ τὴ λευτεριὰ βλασταίνει καὶ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀπιστία. Καὶ
οἱ δύο γυμνές. Ἡ πρώτη γιὰ νὰ συλλάβει καὶ νὰ γεννήσει –
πράξη κατεξοχὴν ἐρωτική. Ἡ δεύτερη κουρελιάζει τὰ «γιὰ νά». Τὰ φοράει, γιατὶ στὴν περπατησιά της ὁ ἄλλος μπορεῖ νὰ κάνει κρύο.
Τὰ ὅρια δυσδιάκριτα, καθὼς «ὑπὸ τῶν ἰδίων δούλων ἐμπαίζεται
ὁ Πλάστης τῶν ἁπάντων»…
Δευτέρα 2 Απριλίου 2018
Τὸ «ὡσαννὰ» τοῦ φόβου
Τὴν ἐξήγηση
γιατὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς μεταβάλλεται σὲ ὀργισμένη ἀποδοκιμασία δίνει ἡ ἀκολουθία
τοῦ Νυμφίου κατὰ τὶς τρεῖς πρῶτες ημέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Στὶς ἀκολουθίες
τῆς Μ. Δευτέρας, Μ. Τρίτης καὶ Μ. Τετάρτης ἡ Ἐκκλησία προβάλλει, μεταξὺ ἄλλων,
ἕνα συμβολικὸ περιστατικό, μία παραβολή καὶ ἕνα γεγονός ἀντίστοιχα. Οἱ ἀναφορὲς
αὐτὲς συνιστοῦν μία μεστὴ ἀπάντηση στοὺς αἰῶνες σχετικὰ μὲ τὴ δραματικὴ ἀλλαγὴ
τῆς στάσης τοῦ πλήθους ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀπάντηση ἔχει νὰ κάνει
μὲ τὴ δίψα τῆς ἀντικειμενικότητας καὶ τῆς ἰσχύος, οἱ ὁποῖες καὶ ἀποτελοῦν τὴ
θεμελιώδη πειρασμικὴ ζύμη κάθε ὁλοκληρωτισμοῦ.
Τὴ Μ. Δευτέρα
λοιπὸν ὁ Χριστὸς καταρᾶται μία συκιὰ μὲ πυκνὸ φύλλωμα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναζήτησε
καρποὺς ἀλλὰ δὲν βρῆκε. Ὁ συμβολισμὸς πρὶν τὴν ἀποκήρυξή Του ἀπὸ τοὺς
συμπατριῶτες Του εἶναι προφανής: ἡ τυπικὴ εὐσέβεια εἶναι ἕνα προσωπεῖο ποὺ
ἀποκρύβει τὴν ὑπαρκτικὴ φτώχεια.
Τὴ Μ. Τρίτη ἡ
Ἐκκλησία θυμίζει τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων. Μωρὲς χαρακτηρίζονται ἐκεῖνες
ποὺ σπατάλησαν τὸν κόπο τῆς παρθενίας στὴ ρηχότητα τῆς πνευματικῆς αὐτάρκειας.
Ἡ ἄσκησή τους δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μία ἀναμονή, ποὺ σημαίνει ἀγωνία γιὰ τὴν ἀπάντηση
τοῦ Νυμφίου, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἦταν μία παραμονή, ποὺ καθιστοῦσε τὸν Ἀναμενόμενο
ὑπόχρεο στὶς κατακτήσεις τῶν ἀρετῶν τους.
Τὴ Μ. Τετάρτη
ἔρχεται ἡ ἀντιθετικὴ παράθεση δύο προσώπων: μιᾶς πόρνης καὶ τοῦ προδότη Ἰούδα.
Τὴν πρώτη σώζει ἡ πονετικὴ αἴσθηση τῆς ἀπόστασής της ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἐνῶ τὸν
δεύτερο καταδικάζει ὁ ἀνικανοποίητος ἀπὸ τὸν Χριστὸ πόθος του νὰ σαρώνει ἡ
ἀποτελεσματικότητα τὴν καρδιά.
Ἡ βαϊοφόρος
προϋπάντηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχε ὡς ἀποκλειστικὸ κίνητρο τὸ θαῦμα, καὶ ὄχι μία βαθύτερη ἀποτίμηση τῆς πραγματικότητας στὴν ὁποία τὸ θαῦμα παραπέμπει, εἶναι ἔκφραση τριῶν συμπλεγμάτων: τοῦ ἄκαρπου
εὐσεβισμοῦ, τῆς ἠθικῆς κατασφάλισης καὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ κατίσχυση. Μὲ τοὺς
τρόπους αὐτοὺς ἡ ζωὴ μένει ἀμεταποίητη, πνίγεται στὶς ψευδαισθητικὲς βεβαιότητες
«καθαρότητας» καί, νομοτελειακά, θέλει νὰ ἐπιβληθεῖ αὐτοδικαιωτικά.
Τὸ «ὡσαννὰ» εἶναι
ὁ σπαραγμὸς τῆς ζωῆς ἔναντι τῶν φόβων της. Ἔναντι τοῦ φόβου νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι
εἶμαι ἕνα βοερὸ κενό, ἔναντι τοῦ φόβου ὅτι τὰ ἠθικά μου κατορθώματα δὲν σώζουν,
ἔναντι τοῦ φόβου ὅτι ἡ ἠχηρὴ ἀποτελεσματικότητα δὲν εἶναι ἀλήθεια. Οἱ
ἐπιπόλαιοι χειροκροτητὲς τοῦ Χριστοῦ ψάχνουν ἕναν σωτήρα ποὺ δὲν θὰ ἀποκαλύψει
ποτὲ τὸ κρυμμένο μυστικό: τὴν ἐκχώρηση τῆς ἑκούσιας ἀνεπάρκειας νὰ ζῶ στὸ
θαῦμα, τὴν προδοσία τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης χάριν τῆς ἀδιατάρακτης
ἡσυχίας ποὺ προσφέρουν οἱ μεσσίες ἐξουσιαστές. Ἀλίμονο, ἂν ὁ σωτήρας
ἀποδειχθεῖ… Χριστός - σφάγιο τῆς ἀκατανόητης γιὰ τὸν συμπλεγματικὸ ἐγωτισμὸ σταυρικῆς αὐτοπαράδοσης.
Γι’ αὐτὸ ὁ
Χριστὸς «ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ» (Λκ. 19, 41).
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017
ἀπὸ τὴν ἑτερονομία στὴν αὐτονομία...μιὰ φύση δρόμος
![]() |
| Εl Greco |
Στὸν
ἐκκλησιαστικὸ βίο ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας γίνεται πανηγύρι πασχαλινό. Ἡ ἀντίφαση
νὰ ἐορτάζεται μὲ χαρὰ ὁ θάνατος τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ θεμελιώνεται σὲ ἕνα δυναμικὸ
γεγονός, τὸ ὁποῖο συνήθως λησμονεῖται λόγῳ τῆς ὑπόμνησης ὅτι ἡ Θεοτόκος τὴν
τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ταφή της μετέστη-ἀναστήθηκε. Αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ ἐπισήμανση
ὅμως ἀφήνει ἀδικαιολόγητη ὑπαρξιακὰ τὴν ἀνάσταση τῆς Παναγίας, μὲ κίνδυνο ἡ
νοηματοδότηση τῆς ζωῆς νὰ μένει θαμπωμένη ἀπὸ τὸ «κύρος» ἑνὸς ὑπερφυσικοῦ
στιγμιότυπου τοῦ παρελθόντος. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἔχουν προκύψει δύο ἀναγνώσεις.
Κατὰ τὴν πρώτη
ἀπὸ αὐτές, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Θείου θελήματος ἀπὸ τὴν Παναγία φανερώνει μόνο ἀπώλεια
τῆς ἀτομικῆς βούλησης ἐνώπιον ἑνὸς ὑπερκείμενου ὄντος. Ἡ ἀναντίλεκτη ἰσχὺς τοῦ
ὑπερβατικοῦ δὲν ἀφήνει περιθώρια ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου. Ὁ
καταναγκασμὸς αὐτὸς γίνεται τὸ δομικὸ ἀρχέτυπο ἑνὸς τρόπου ὑποταγῆς καὶ ἐνοχῆς.
Ἔτσι ἱδρύεται ἡ ψευδαισθητικὴ ἑτερονομία, ἡ ὁποία παράγει τὴν ὑπαρξιακὴ καὶ
θεσμικὴ ὑποδούλωση ἀτόμου καὶ κοινωνίας. Στοὺς ἀντίποδες βρίσκεται τὸ πρόταγμα
τῆς αὐτονομίας ὅπου ἄτομο καὶ κοινωνία ἔχοντας ἀποτινάξει τὴ θεμελιώδη χειραγώγηση τῆς «μεταφυσικῆς» ἀναφορᾶς, πορεύονται στὴν ὁδὸ τῆς αὐτοπραγμάτωσης. Ἔτσι
ἑρμηνεύει ὁ βαθύνους Κ. Καστοριάδης τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Ἡ ἔλλειψη
βούλησης ἐξαγιάζεται στὸ χριστιανισμὸ κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, ὅταν ἄβουλη ἡ
Μαριὰμ ἀκούει καὶ δέχεται μοιρολατρικὰ αὐτά, ποὺ τῆς ἀνακοινώνει ὁ Γαβριήλ,
ψελλίζοντας: "Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου"
(Λουκ.1,38)». (Ἡ ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα, τόμος Α΄, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα,
2007). Ἰδωμένη στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἡ στιχομυθία Παναγίας καὶ Ἀρχαγγέλου ἀποτελεῖ
καταστατικὴ συνθήκη ἐκείνου τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὴ φοβικὴ ὑπακοὴ ὑπηκόων τοῦ ἐπέκεινα.
Ὑπάρχει ὅμως
καὶ ἄλλη ἀνάγνωση. Αὐτὴ ποὺ ψηλαφεῖ στὴν κατάφαση τῆς νεαρῆς Μαρίας ὄχι τὴν
καταναγκαστικὴ συμμόρφωση ἀλλὰ τὴν καταξίωση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀναγγελία τοῦ
Θεοῦ ὑπονοεῖ τὴν ἐρωτηματικὴ ἀγάπη Του. Εἶναι ἐρωτηματική, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ
Μαρία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ βλάστηση ἐκ τοῦ μηδενὸς τοῦ
κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ-Λόγο ὡς ἕνας διαρκῶς
ἀνοικτὸς διά-λογος, ὡς ἐρώτημα. Ἡ ἀποδοχὴ απὸ μέρους τῆς Θεοτόκου λοιπὸν σημαίνει
τὸν ἐλεύθερο συντονισμὸ τοῦ βίου μὲ τὸ ἀγαπητικὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀβίαστο
ἄνοιγμα τῆς Παναγίας στὸ Θείο θέλημα, ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ξεχείλισμα τοῦ ὁποίου
ἔλαβε τὴν ὕπαρξη ἡ κτιστὴ φύση, δὲν παραδίδει τὴν ἐλευθερία ἀλλὰ τὴν
μεταλαμβάνει. Ἡ Θεοτόκος δὲν παραχωρεῖ ἀλλὰ ἐμπεδώνει, πλουτίζει τὴν ἐλευθερία ριζώνοντάς
την καὶ πάλι ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐκτροχιάστηκε. Ἡ ἀστοχία αὐτὴ συντελέστηκε ὅταν ὁ
ἄνθρωπος ἀποφάσισε ὅτι ἡ βούλησή του δὲν συνιστᾶ κίνηση συνάντησης ἀλλὰ
κατάκτησης.
Ἡ
παραίτηση-κένωση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸ ἐγωικὸ θέλημα φιλοτεχνεῖ τὸν τόπο ὅπου
δεξιώνεται τὸν Ἕτερο. Ἔτσι αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ ροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ φόβου
καὶ ὁ Ἄλλος γίνεται ζωή της. Συνεπῶς, ἑτεροκαθορισμὸς εἶναι ἡ πραγμάτωση μακρὰν
τοῦ ἑτέρου. Ἑτερονομία παράγεται ὅταν τὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς δομεῖται στὴν
ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον· ὅταν καθορίζομαι ἀπὸ κάτι ποὺ ἵσταται μακριά μου,
ἄγνωστο καὶ γι’ αὐτὸ γιὰ πάντα ξένο. Στὴ μοναξιὰ αὐτὴ μόνο εἴδωλα καὶ
φαντάσματα μποροῦν νὰ παραχθοῦν, ἀπολύτως ἱκανὰ νὰ ψευδομαρτυροῦν, νὰ ρυπαίνουν
τὴ γνώμη (τὸ ἀτομικὸ θέλημα) μὲ εἰκασίες ποὺ τροφοδοτεῖ ἡ απόσταση. Διότι στὴ
μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλο ποὺ μετέχει στὴν ἴδια φύση μὲ
ἐμένα, ὅμως δὲν τὴν ἀνοίγει, δὲν τὴν κοινωνεῖ ἀλλὰ τὴν ἰδιοποιεῖται,
ἐμφιλοχωροῦν τὰ τεχνητὰ προϊόντα τοῦ νόμου, γιατὶ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ
καρδιὰ τὸ κάνει διάταγμα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρώτη ὕλη τῆς ἑτερονομίας – τὸ
περίκλειστο ἐγωικὸ φρούριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀδύνατη ἡ θέα ἀπέναντι.
Τὸ κάθε
ἀτομικὸ φρόνημα χαρακώνει τὴν κοινὴ φύση. Οἱ δὲ χαρακιὲς τοῦ ἀγοραφοβικοῦ
γνωμικοῦ θελήματος δὲν ἀργοῦν νὰ μεταβληθοῦν σὲ ὀρύγματα, ἀπὸ ὅπου κρυμμένοι οἱ
ἕτεροι πυροβολοῦν ἀλλήλους.
Τὴν
ἀσυναίσθητη ἀντίφαση νὰ λογίζεται αὐτονομία ἡ κατεξοχὴν ὑποδούλωση στὸν
ἀκοινώνητο ἑαυτό, ἀναποδογύρισε ἐπαναστατικὰ ἡ Θεοτόκος: ἀπὸ τὸ εἶναι της
ἀνέτειλε ἡ ὄντως ἐλευθερία, ὅταν ὑπέταξε τὰ γνωμικά της φαντάσματα σὲ μία
λησμονημένη πρόταση: νὰ ἐπαναπατρισθεῖ ἡ βούληση στὴ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ
πηγάζει. Αὐτὸ σημαίνει αὐτονομία: Νὰ ἀγκαλιάζω στὴν πατρίδα τῆς κοινῆς φύσης
ὅλους τοὺς γνωμικοὺς μετανάστες μὲ πρῶτο τὸν ἴδιο μου τὸν ἑαυτό.
Ἡ Παναγία
λοιπὸν γκρέμιζε μὲ πείσμα τὰ τείχη ποὺ ἐμπόδιζαν τὴ θέα, ὥσπου ἡ ἐλευθερία τοῦ
«ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου» τὰ ξεθεμελίωσε ὁλοκληρωτικά. Μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἀνοιχτοσιὰ
μποροῦσε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἀχώρητος. Αὐτὴ τὴν καθολικότητα χαρίζει ἡ ἐπαναγείωση
στὴ φύση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ὑπερπτήσεις τῆς ἀτομικῆς βούλησης πάνω ἀπὸ αὐτή. Ἡ
Μαρία ὑπῆρξε ὁ πρῶτος καὶ κατεξοχὴν αὐτόνομος ἄνθρωπος. Κανένας νόμος, καμία
συνθήκη, καμία προδιαγραφή, καμία ἀρχὴ δὲν ὅρισε τὸν βίο της, ἀφοῦ βρέθηκε ὁ
θεληματικὸς χῶρος στὴν ὕπαρξή της γιὰ νὰ συν-χωρέσει ὁ Ἀχώρητος.
Ἡ τέχνη τοῦ
φυσικοῦ θελήματος νὰ ἐξαχρειώνει τὸν θάνατο (ὄχι τὴ ζωὴ) σὲ κοίμηση εἶναι ἡ μόνη αὐτονομία.
Τετάρτη 5 Απριλίου 2017
ἄσκηση-ὁ χωρόχρονος τῆς ἀντεξουσίας
![]() |
| Γιῶργος Κόρδης, Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα |
Τὴν τελευταία
Κυριακὴ τῆς Σαρακοστῆς, λίγο πρὶν τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου, τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα
ἀφηγεῖται μία ἀποκαλυπτικὴ γιὰ τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου παρανόηση. Ὁ Χριστὸς
ἀνεβαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου θὰ κορυφωθεῖ ἡ ἐπίγεια οἰκονομία Του,
διευκρινίζει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ὅτι ἑκουσίως θὰ θανατωθεῖ καὶ θὰ ἀναστηθεῖ.
Τότε, οἱ υἱοὶ
τοῦ Ζεβεδαίου, ἐκπροσωπώντας στοὺς αἰῶνες τὴ θρησκευτικὴ στρέβλωση τῆς καινῆς
ζωῆς, ζητοῦν τὴν ἀτομική τους βόλεψη, τὴ συγκατάνευση τοῦ Χριστοῦ στὸ αἴτημα
ἀτομικῶν προνομίων καὶ ἐξουσίας. Ἡ παράκλησή τους νὰ κατοχυρώσουν τὴ θέση τους
δίπλα στὸν μέλλοντα νὰ δοξαστεῖ Χριστό, ὁδηγεῖ τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀνατρεπτικὴ
ἀποκάλυψη ὅτι ἡ κλήση Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους δὲν διαθέτει τὴν παραμικρὴ ὑποψία
ἀνταλλάγματος, ἀκόμη καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ θὰ βαδίσουν τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Νομοτελειακὰ ἡ ἀπαίτησή τους
προκαλεῖ τὴν ἀγανάκτηση τῶν ὑπόλοιπων μαθητῶν. Στὸ τέλος τοῦ ἀναγνώσματος ὁ
Χριστὸς ἀναποδογυρίζει τὶς ἀξίες τῆς ἀνταποδοτικῆς αὐτασφάλισης σὲ πλήρη
ἀντιδιαστολὴ μὲ τοὺς ἐξουσιαστὲς κάθε ἐποχῆς: «ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι
πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος», ὅπως πρῶτος Αὐτὸς ἔπραξε.
Ὁ Θεὸς τῆς
θρησκείας, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ μέγας ἔμπορος τοῦ
φόβου. Ἀξιώνει τὸν ἐξευμενισμό του κι αὐτὸ γεννᾶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἠθικοῦ
ἐξωραϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ συναλλαγὴ διαμορφώνει τὸ ἰδεολογικὸ πλαίσιο τῆς μετὰ
θάνατον ἀνταμοιβῆς (μεταφυσικὴ), ἐφόσον ἀντικειμενικὰ τηρήθηκαν οἱ ὅροι τῆς
ἀμοιβαίας δοσοληψίας (ἠθικὴ). Στὸ ἀλισβερίσι αὐτὸ καρπίζει ἡ ἐξουσία, καθὼς τὸ
ὑπαρκτικὸ ἔδαφος ἔχει ἤδη ὀργωθεῖ ἐπιτυχῶς ἀπὸ τὸν ὠφελιμισμὸ τῆς
ἀντικειμενικότητας.
Ὅμως ὁ Νυμφίος
εἶναι ἐσταυρωμένος. Μὲ τὰ λόγια Του πρὸς τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου γκρεμίζει
κάθε ἔννοια προκαθορισμένης βεβαιότητας ἱκανῆς νὰ δομήσει ἐξουσία: «τὸ μαρτύριο
καὶ τὸν θάνατο ποὺ θὰ ὑποστῶ θὰ τὰ γευθεῖτε, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἔτσι
ἐξασφαλίζετε καὶ τὴν βασιλεία μου» (Μρκ. 10, 39-40). Κατακρημνίζεται μὲ πάταγο
κάθε ἰδιοτελὴς ὑστεροβουλία, ποὺ μολύνει μὲ τὸ θανατηφόρο δηλητήριό της τὴ
θυσιαστική, ἀπροϋπόθετη σχέση. Ἡ πίστη, ἡ ὁδοιπορία στὰ ἴχνη τοῦ Λόγου τοῦ
Θεοῦ, συνιστᾶ μία οἰκειοθελῆ ἀκροβασία, μία ἑκούσια διακινδύνευση. Κίνητρο
μοναδικὸ εἶναι ὁ πόθος τοῦ Νυμφίου, ὁ
ὁποῖος ὅσο πιὸ ἀτόφιος εἶναι, ὅσο δηλαδὴ πιὸ ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη
τῆς αὐτοεπιβεβαίωσης, τόσο πιὸ ἀληθινός.
Δὲν εἶναι
τυχαῖο λοιπὸν ὅτι ἡ συγκεκριμένη εὐαγγελικὴ διήγηση στολίζει τὴ μνήμη τῆς Ὁσίας
Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δεκαεπτὰ χρόνια μαρτυρικῆς ἄσκησης τῆς Ἁγίας ξεθεμελίωσαν
τὴν ἡδονικὴ ἀσφάλεια, ποὺ προσπορίζει ἡ ἁμαρτία, ὁ τρόπος δηλαδὴ νὰ ἐξαντλεῖται
ἡ ζωὴ στὴν ἐξουσιαστικὴ ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ὕπαρξης ἐπιβίωση. Οἱ
πραγματώσεις τοῦ ἐγώκλειστου εἶναι ἐξουσιάζουν δουλικὰ τόσο τὸν ἑαυτό, ὅσο καὶ
τὸν πλησίον. Σμικρύνουν στὰ ὅρια τῶν ἀπαιτήσεων τὴν πληρότητα τῆς ἀγάπης. Ἡ
δίψα νὰ εἶμαι ἀντὶ νὰ στραφεῖ στὸν ἄλλον αὐτοϊκανοποιεῖται στὶς ἀνέξοδες
ψευδαισθήσεις, ποὺ συστήνει ἡ ἐξουσία τοῦ ἐγωικοῦ χωρόχρονου. Ἡ Ὁσία Μαρία
χειραφετήθηκε ἐν μετανοίᾳ ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἠθικῆς εὐπρέπειας -τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ- καὶ ἀνοίχτηκε στὸ
πέλαγος τοῦ εἶναι, τῆς καρδιᾶς· ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὴν τακτοποίηση τοῦ μέλλοντος,
ὅπου ἐξορίζεται μεταφυσικὰ ἡ πίστη, μεταμορφώνοντας τὸ ἐδῶ καὶ τῶρα ὡς
πρόγευση.
Οἱ
λαμπικαρισμένες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ - οἱ Ἅγιοι θανατώνουν ἐν ἀσκήσει τὸν
θάνατο, ποὺ κομίζει στὴν ὕπαρξη καὶ τὸν κόσμο ἡ θρησκεία: τὴν ἐξουσία νὰ εἶμαι
ἀσφαλὴς καὶ σίγουρος. Χωρὶς ἀπορία οἱ πόροι τοῦ εἶναι σφραγίζονται ἀπὸ βεβαιότητα
καὶ ὁ Νυμφίος ἀνηφορίζει γιὰ νὰ χαρίσει τὴ ζωὴ μόνος καὶ λησμονημένος στὰ
ἔγκατα μιᾶς νικημένης ἐξουσίας. Οἱ ὑπήκοοί της φοβοῦνται τὸν ἀναστάσιμο
χωρόχρονο τῆς ἀντεξουσίας-τὴ διακονία, γιατὶ ἐκεῖ γυμνώνονται κι ἔρχονται
ἀντιμέτωποι μὲ τὸν ἑαυτὸ ποὺ θέλει ἡ χάρις. Ὁ ἐθισμὸς στὴν ἀμοιβαία χρήση, στὴ
ζωὴ χωρὶς κόπο καὶ ἔκπληξη, ταΐζει τὸ διπρόσωπο θεριὸ τοῦ ἐξουσιαστῆ-ἐξουσιαζόμενου.
Γι’ αὐτὸ κατὰ τὴν ἀνάβαση στὸν Γολγοθὰ ὁ Χριστὸς θὰ πεῖ «οὐ κλῆρος γὰρ ἐμός,
τυραννὶς δὲ γνώμη αὐθαίρετος» (Ὄρθρος Μ. Δευτέρας, ᾨδὴ η´). Ἄλλος δρόμος δὲν
ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση, παρὰ μόνο στὴν αὐθαίρετη τυραννία τῆς ἀσταύρωτης-ἀγύμναστης γνώμης:
τὴν ἐξουσία.
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Κυριακή 12 Μαρτίου 2017
στὸ ρίγος τοῦ ἐνδεχόμενου
| φωτογραφία Σπυριδούλα Φιωτάκη |
[…] Ἂν κανεὶς
δὲν μπορεῖ νὰ πληροφορήσει γιὰ τὴ γλυκύτητα ποὺ ἔχει τὸ μέλι, ἐκείνους ποὺ δὲν
τὸ γεύθηκαν ποτέ, πῶς ἄραγε μπορεῖ κανεὶς νὰ περιγράψει τὴν ἡδονὴ τῆς ἱερῆς
χαρᾶς καὶ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν τὴ δοκίμασαν; Καὶ βέβαια, ἡ
ἀρχὴ τοῦ πένθους μοιάζει μὲ ἐπιζήτηση μνηστείας μὲ τὸ Θεό, ποὺ σχεδὸν φαίνεται
ἀδύνατη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι ποθοῦν τὸν Νυμφίο, πενθοῦν βλέποντάς Τον νὰ μὴ
συγκατατίθεται καὶ Τοῦ ἀπευθύνουν κάποια λόγια σὰν αὐτὰ ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ τὴ
μνηστεία. Καὶ κλαίγοντας σπαρακτικὰ Τὸν καλοῦν μὲ θρήνους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι
κοντά τους κι ἴσως δὲν ἔρθει ποτέ. Τὸ τέλος ὅμως τοῦ πένθους εἶναι ἡ τέλεια
ἀγνὴ νυμφικὴ ἕνωση. […]
Ἁγίου
Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Πρὸς τὴ σεμνοτάτη
μοναχὴ Ξένη, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, μτφρ. Ἀντώνιος Γ. Γαλίτης, εκδ.
Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς, τ. Δ´, Θεσσαλονίκη 31997
σημείωση
Domenico: πολλοὶ
ἐντοπίζουν διαφορὰ ἤθους μεταξὺ τῆς θυσίας τῶν κοινωνικῶν ἀγωνιστῶν καὶ τῆς
ἀντίστοιχης τῶν χριστιανῶν μαρτύρων στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πρῶτοι δὲν διέθεταν
ἴχνος ἰδιοτέλειας, καθὼς ἀπαρνοῦνταν τὴ ζωή τους χωρὶς καμία ἐλπίδα μετὰ
θάνατον ἀπολαβῆς. Στὸ ἀπόσπασμα ὅμως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καταπίπτει
παταγωδῶς ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ γνησιότητα τῆς μισθαποδοτικῆς
ἀναμονῆς. Γενεσιουργὸς αἰτία της δὲν εἶναι μόνο ἡ ἄγνοια τῶν θεμελιακῶν
προϋποθέσεων τῆς ἐκκλησιοποιημένης βιοτῆς ἀλλὰ καὶ -ἴσως κυριώτερα -ἡ ἀστικὴ
παρερμηνεία της στὴν πράξη ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς χριστιανούς.
Τὸ σχόλιο τοῦ
Ἁγίου ὅτι ἡ ποθητὴ ἕνωση μὲ τὸν ἐραστὴ Θεὸ «ἴσως δὲν ἔρθει ποτέ» θραύει
ὁριστικὰ ὄχι μόνο τὸ κίνητρο τῆς ἰδιοτέλειας ἀλλά, πολὺ περισσότερο, τὸ
περιεχομένο μιᾶς εὐχείρωτης ἀπὸ τὸν ἀνταποδοτικὸ ὀρθολογισμὸ ἐλπίδας. Ὁ Ἅγιος
ὑπονοεῖ σαφέστατα ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπροσμέτρητος ὑπαρκτικὸς πόνος -ἀντάξιος τοῦ
σωματικοῦ μαρτυρίου- κατὰ τὴν ἐλεύθερη ἀνταπόκριση στὴν ἀγαπητικὴ κλήση τοῦ
Θεοῦ (μετάνοια)· τέτοιας αὐθυπέρβασης καὶ κενωτικῆς αὐταπάρνησης, ὥστε ὁ
ἀθλητὴς τῆς πίστεως νὰ παλεύει καθ’ ἡμέραν μὲ τὴ συντριπτικὴ ἀγωνία ὅτι ὁ, κατὰ
τὰ ἄλλα, καλῶν Νυμφίος, ἴσως καὶ νὰ μὴν συγκατατεθεῖ ποτέ! Ἡ ἔμπειρη ἀπόφανση
ὅτι τὸ τέλος θὰ εἶναι τὸ ποθούμενο δὲν λειτουργεῖ ἀντιφατικὰ ἀλλὰ
διευκρινιστικὰ τῆς ποιότητας ποὺ εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτει ἡ ἀναζήτηση. Ἡ
εὐόδωση τῆς ἀναστάσιμης μίξης θὰ συντελεστεῖ ἐφ’ ὅσον αὐτῆς θὰ προηγηθεῖ ἡ
τελεία ἀποδόμηση τῶν ἐγωικῶν κατασκευῶν, ἕως τῆς παντελοῦς ἐξάλειψης ἀκόμη καὶ τῆς
δικαιότερης προσδοκίας.
Τελικὰ ὁ
ἀθεϊσμὸς δὲν φαίνεται νὰ εἶναι προνόμιο τῶν ἀθέων… Ὑπάρχει καὶ ἡ ἐκδοχή τοῦ
ἀθεϊσμοῦ, ποὺ διαγιγνώσκεται μὲ πόνο καὶ ὄχι μὲ μεγαλαυχία. Πιθανὸν αὐτοῦ τοῦ
εἴδους ὁ ἀθεϊσμὸς νὰ εἶναι ἀδιαπέραστος, μέχρι τέλους ὅμως παραμένει μὲ πόνο
κλητικός. Αὐτὴ ἡ ἡρωικὴ πάλη μὲ τὴν ἀπόγνωση μᾶλλον συνιστᾶ τὸ γονιμότερο
ἔδαφος γιὰ νὰ εὐδοκιμήσει ἡ ἀτόφια πίστη, ἐκείνη ποὺ δὲν θὰ πιστεύει τίποτε
παρὰ μόνον Ἐκεῖνον καὶ τὸ ἐρωτικό του αἴνιγμα.
Πέμπτη 28 Απριλίου 2016
ἡ τελεία τῆς ἠθικῆς
Ὁ ἁρμὸς τῆς
λατρευτικῆς θεματικῆς τῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι ἡ
καταιγιστικὴ ἐπίθεση τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ γεννήτορα τῆς θρησκείας: τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας.
Ὁ θάνατος
εἶναι τὸ θεριὸ τῆς πτώσης, ἡ ἐξημέρωση τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται -ψευδαισθητικά-
μὲ τὴν ἐπιστόμωση τοῦ ὑπαρκτικοῦ κενοῦ ποὺ τὸν θυμίζει. Στάσεις καὶ πράξεις
ἠθικῆς προφάνειας στηλώνουν τὸ ἀπειλούμενο ἐγὼ προσπορίζοντάς του τὴ βεβαιότητα
ὅτι ὁ ἐχθρὸς Θεὸς ἢ ὁ ἐχθρὸς ἑαυτὸς καταπραΰνονται. Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου χάσκει
μασκαρεμένη ὑπὸ τὶς ἐπιχωματώσεις τῶν ἀτομικῶν κατορθωμάτων. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ
βίου μετατρέπει τὸ ἐρωτηματικὸ τοῦ Θεοῦ σὲ τελεία. Ἡ κλήση Του προσκρούει στὴν
ἀνενδεῆ ἐπιφάνεια τῆς ἠθικῆς αὐταξίας καὶ ἐξοστρακίζεται ἀναπάντητη. Στὴν οὐσία
πρόκειται γιὰ ἄδικη καὶ βίαιη οἰκειοποίηση τῆς ζωῆς, ἀφοῦ αὐτὴ στανικῶς
σμικρύνεται στὶς προδιαγραφὲς τῆς ἠθικῆς αὐτοϊκανοποίησης.
Ὑπάρχει ὅμως
καὶ μιὰ ἄλλη ὄψη τοῦ ἐγωτισμοῦ. Ἐκείνη στὴν ὁποία φύονται πραγματώσεις παντελῶς
ἀνήμπορες νὰ διεκδικήσουν ἠθικὲς ἀξιομισθίες. Αὐτὴ ἡ ἐξορισμένη στὸ κοινωνικὸ
περιθώριο κίνηση βρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ διαγράφει ἡ πτώση. Τὸ γεγονὸς
ὅμως ὅτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπουσιάζει ἡ ἀσφάλεια τῶν ἠθικῶν ἐπιτευγμάτων, ἀφοῦ
εἶναι ἀνύπαρκτα, μέχρι τοῦ σημείου ἀκόμη καὶ τῆς ἄμεσης ἢ ἔμμεσης διαπόμπευσης,
φανερώνεται σωστικό. Διότι ὁ βυθὸς τῆς ὑπαρκτικῆς ἀγωνίας παραμένει κενὸς ἀπὸ
ἰζήματα ἠθικῆς ἐπάρκειας. Ἔτσι ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ διαθέτει περισσότερες
πιθανότητες νὰ ἀπαντηθεῖ. Κι ὅταν αὐτὸ συμβεῖ ἡ ἀνταπόκριση λαμβάνει διαστάσεις
σεισμικές, ποὺ κατακρημνίζουν τὶς σκαλωσιὲς τῆς φιλαυτίας, ὥστε ὁ ἑαυτὸς νὰ
ὀρθοποδεῖ ἐλεύθερος. Πρόκειται γιὰ τὴ μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ἀ-νόητη
στοὺς κυνηγοὺς τῶν παράσημων τῆς ἠθικῆς.
Ἡ συκιὰ ποὺ διαθέτει
φύλλα ὄχι ὅμως καρποὺς καὶ οἱ γεωργοὶ ποὺ ἐγκληματοῦν γιὰ νὰ σφετεριστοῦν (Μ. Δευτέρα), τὰ «οὐαὶ» πρὸς τὴν αὐτοδικαιωτικὴ ἠθικὴ τῶν
Φαρισαίων καὶ ἡ μωρία τῆς παρθενικῆς χαύνωσης (Μ. Τρίτη), ἡ ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τοῦ
εὐσεβοῦς, κατὰ τὰ ἄλλα, συνδαιτημόνα Ἰούδα ποὺ τελικὰ προδίδει τὸν Χριστὸ καὶ τῆς προσωπικῶς καὶ κοινωνικῶς καταρρακωμένης πόρνης ποὺ σώζεται (Μ. Τετάρτη)
φανερώνουν ὅτι στὴν ἀγγελία τῆς Ἀνάστασης οἱ ἠθικοὶ κωφεύουν. Μονωμένοι στὴν
ἀδιατάρακτη γαλήνη τῶν ἀντικειμενικὰ μετρήσιμων ἐπιτυχιῶν τους καὶ τοῦ κύρους
ποὺ ἀποκομίζουν, ἀτενίζουν ἀγέρωχοι τὴ ζωή.
Δὲν εἶναι
τυχαῖο ὅτι τόσο ὁ Χριστός, ὅσο καὶ ὁ ὑμνολογικὸς πλοῦτος τῶν ἡμερῶν στηλιτεύουν
τὴν ἐξουσία. Διότι ὅταν ὁ ἑαυτὸς πατᾶ στὸ συμπαγὲς ἔδαφος τῆς ἠθικῆς αὐταξίας
του, ἔχοντας δηλαδὴ μεταποιήσει τὴν ἀπορία τῆς ὕπαρξης σὲ ἀμετάκλητη ἀπόφανση,
καθίσταται ἀδιαπέραστος ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἄλλου· κάθε του πλησίασμα τὸ
ἐκλαμβάνει ὡς ἀπειλή. Ἡ παρουσία ἀπαντᾶται μὲ ἐξουσία, γιατὶ ὁ κάθε ἄλλος
συνιστᾶ ἐξ ὁρισμοῦ ἐνδεχόμενο ρωγμῆς στὸ καλοστημένο οἰκοδόμημα τῆς ἀτομικῆς εὐδαιμονίας.
Οἱ θαμῶνες τοῦ
περιθωρίου, ὅπου τοὺς ἔταξε ὁ ἐξουσιαστικὸς καθωσπρεπισμός, διασώζουν στὴν
ἠθική τους ἀνυποληψία μιὰ ζωὴ ποὺ παραμένει κωφὴ στὴ φλυαρία* τῆς μεγαλαυχίας.
Γι’ αὐτὸ μᾶς προάγουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· γιατὶ ἡ τσαλακωμένη εἰκόνα τους
δὲν ἔγινε ποτὲ κορνίζα στὰ ντουβάρια τοῦ ἐγώκλειστου ἑαυτοῦ.
Ἂν ὁ Χριστὸς
ἦταν ἕνας ἀκόμη εἰσηγητὴς μιᾶς ἀκόμη ἠθικῆς, τότε φαντάζουν χωρὶς νόημα ὁ ἱερὸς
Νιπτήρας, ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, ἡ προσευχὴ στὴ Γεθσημανῆ. Χωρὶς ἐξήγηση
παραμένουν ἡ προδοσία, οἱ ἐμπτυσμοί, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, οἱ ὕβρεις,
οἱ γέλωτες, ἡ πορφυρὰ χλαίνη, ὁ κάλαμος, ὁ σπόγγος, τὸ ὄξος, οἱ ἥλοι, ἡ λόγχη
καὶ πρὸ πάντων ὁ Σταυρὸς καὶ ὁ θάνατος. Αὐτὰ τοῦ ἐπεφύλαξε ἡ ἠθικὴ συνέπεια τῶν
εὐσεβῶν τῆς ἐποχῆς Του, αὐτὰ Τὸν κερνοῦν σὲ κάθε ἐποχὴ οἱ ἀμόλυντοι -θρησκευόμενοι ἢ μή- ὁμόφρονές
τους.
*μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ ληστὴς ἐν τῷ Σταυρῷ
μεγάλην πίστιν εὗρεν
(Ὄρθρος
Μ. Παρασκευῆς)
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Παρασκευή 1 Απριλίου 2016
ὁ Σταυρὸς καὶ οἱ γενίτσαροι τῆς ζωῆς
Ἡ Κυριακὴ τῆς
Σταυροπροσκυνήσεως τίθεται στὸ μέσον τῆς σαρακοστιανῆς ἀνάβασης. Δὲν θυμίζει
ἁπλῶς ἀλλὰ ὑπομνηματίζει τὴν ἀσκητικὴ ἀπέκδυση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀσχήμιας. Ὁ
Σταυρὸς εἶναι ἡ βακτηρία καὶ ὁ ξεναγὸς τοῦ ἀθλητῆ τῆς πίστης. Ἂν κατὰ τὴ
διάρκεια τῆς πάλης ἐνάντια στὴ δουλεία καὶ τὸν φόβο ὁ ἀγωνιζόμενος ἀναζητήσει
στήριξη σὲ ὁτιδήποτε πλὴν τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἀναστάσιμη πορεία μεταβάλλεται στὸ
φιάσκο τοῦ ἀμεταποίητου καγχάζοντος ἑαυτοῦ. Ἂν ἐπίσης ὁ ἀγωνιζόμενος ἀναζητήσει
ἄλλον μίτο, πλὴν τοῦ Σταυροῦ, γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὶς λαβυρινθώδεις ἀτραποὺς τῆς
φιλαυτίας, ἡ ναυτία τῆς αὐτοπεριδίνησης ἀλλοιώνει τὴν πραγματικότητα.
Ἡ κάθετη κίνηση
στὴ ζωὴ εἶναι ἡ πεισματώδης ἐμμονὴ τῆς αὐτοδικαίωσης. Ὁ ἄνθρωπος αἴρεται
ἀλαζονικὰ πάνω ἀπὸ τὸν πλησίον καὶ καταπίπτει μὲ τὸν πάταγο τῆς ἀπαίτησης στὸ
σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἤρθη. Ἡ διάρκεια αὐτῆς τῆς πολιτείας διανοίγει τὸν λάκκο
τοῦ ἅδη, στὸν ὁποῖο ὅλο καὶ περισσότερο βυθίζεται ὁ καθέτως ἐπιμένων, ὥσπου μόνος
θάπτεται στὸν βυθὸ ποὺ ὁ ἴδιος δώρισε στὸν ἑαυτό του.
Ἡ ὀριζόντια
κίνηση στὴ ζωὴ εἶναι ἡ ἰσοπεδωτικὴ βεβαιότητα. Μὲ ταχύτητα ποὺ ἀφοπλίζει ἐκ τῶν
προτέρων κάθε ἀπορία, ὁ ὁδοστρωτήρας – δρομέας προσπερνᾶ κάθε ἀλλότρια τοῦ
ἑαυτοῦ του παρουσία ὄντας σίγουρος γιὰ τὴν πορεία καὶ τὸν προορισμό. Ἡ ἔνταση
τοῦ τρόπου δὲν ἐπιτρέπει τὴ συνειδητοποίηση τῆς μοναξιᾶς. Στὸ ταχὺ πέρασμα
δίπλα ἀπὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα ἀπομένει μόνο ὁ ἐξουθενωμένος παντογνώστης,
ποὺ ἀγνόησε μέχρι καὶ τὸν ἴδιο.
Ἡ κατὰ μόνας
πραγμάτωση τῆς ζωῆς δὲν ὑλοποιεῖται ἀποκλειστικὰ στὴ μονομέρεια εἴτε τῆς
αὐτοδικαίωσης, εἴτε τῆς κατασφάλισης. Καὶ οἱ δύο παρὰ φύσιν κινήσεις
πραγματοποιοῦνται συγχρόνως μὲ τὴ βαρύτητα καὶ τὴ συχνότητα τῆς κάθε μιᾶς νὰ
ἀλλάζουν πρόσκαιρα τὸ πρόσημο. Ὁ οἰονεὶ σταυρὸς ποὺ σχηματίζουν οἱ δύο ὁδοὶ τῆς
μίας, κατὰ τὰ ἄλλα, ἐξουσιαστικῆς πραγματείας, δὲν σταυρώνουν τὸν ἑαυτὸ γιὰ νὰ
τὸν ἀναστήσουν. Ἀκολουθοῦν τὴν δαιμονιώδη ἀντίστροφη πορεία τῆς
αὐτοδύναμης-ἰδιότροπης ἀνάστασης τοῦ ἑαυτοῦ, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει νομοτελειακὰ ἡ
σταύρωση τοῦ πλησίον.
Τοιουτοτρόπως
γεννᾶται καὶ τρέφεται ὁ θάνατος. Ἀντίδοτό του φανερώνεται ἡ σταυρικὴ ὁδὸς ἐπὶ
τῆς ὁποίας ὅμως καθηλώνεται καθέτως ἡ αὐτοδικαίωση καὶ ὀριζοντίως ἡ
κατασφάλιση, τὰ δίδυμα τῆς μητριᾶς ἐξουσίας, ποὺ γαλακτοτροφεῖ τοὺς γενίτσαρους
τῆς ζωῆς. Ὁ σταυρούμενος κατὰ τὸν τρόπο τοῦ Χριστοῦ αἴρεται ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση
τῆς δικαίωσης καὶ συγχρόνως ἀρνεῖται
νὰ προσπεράσει τὴν ἀπορία. Ἡ ἀναζήτηση συνεπῶς τῆς ρίζας τοῦ εἶναι, τοῦ πυρήνα τῆς ὕπαρξης,
εἶναι ἡ πρόγευση τῆς Ἀνάστασης.
Ἡ Ἀνάσταση
ἀφορᾶ στὸν νεκρὸ ἑαυτὸ καὶ ἡ νεκρότητα στὴ διασπάθισή του. Ἡ κάθετη κίνηση τὸν
βρίσκει καὶ ἡ ὀριζόντια τὸν θεραπεύει. Ἔτσι ἡ ἑτερότητα ἀνασαίνει στὴ λευτεριά·
παιδευόμενη νὰ μὴν κοιτᾶ ἀφ’ ὑψηλοῦ, οὔτε νὰ σπρώχνεται ἀδιαφορώντας.
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Κυριακή 6 Μαρτίου 2016
ἔκπληξη δίκοπη
Ἡ παραβολὴ τῆς
κρίσεως εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ἀντιμεταφυσικῆς καὶ ἀντιηθικῆς ἐκκλησιοποιημένης
βιοτῆς. Κατ’ αὐτὴν ἡ κρίση δὲν εἶναι οὔτε τρομακτικὸ ἐπεισόδιο στὸ ἄδηλο τέλος
τοῦ χρόνου, οὔτε δικανικὴ ἀνταπόδοση γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ κάποιου ἀξιακοῦ κώδικα.
Εἶναι τὸ φανέρωμα τῆς ὑπαρκτικῆς ἁρματωσιᾶς ποὺ συντελεῖται διαρκῶς στὴν κόψη τῆς ἐλευθερίας.
Ὁ Χριστὸς
ἵδρυσε μὲ τὴ σάρκωσή Του τὸ κριτήριο τῆς κοινωνίας κι αὐτὸ δὲν παραπέμπεται σὲ
κανένα μέλλον, ὅπως ἐπίσης δὲν ἐξαντλεῖται σὲ καμία συμμόρφωση. Ἡ ἀγαπητικὴ
πλάτυνση πραγματώνεται ἐδῶ καὶ τώρα καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ ρηγματώνει τὸν ἀδυσώπητο
χρόνο κάνοντας τὰ ἔσχατα νὰ ἀχνοφέγγουν. Εἶναι αὐτὴ ποὺ κάνει θρύψαλα τὸ
αὐτοδικαιωτικὸ καθῆκον, γιὰ νὰ φανεῖ στὸ βάθος ἡ ἀτέρμονη «δοτικὴ» τοῦ ἔρωτα. Ἔτσι
ἡ ἰδεολογία, στὴν κινδυνωδεστέρα ἐκδοχή της-τὴ θρησκεία, ξεδοντιάζεται καὶ
ἐγκαταλείπεται στὴ σήψη τῆς ἀμάρτυρης βεβαιότητάς της.
Δὲν εἶναι
τυχαῖο ποὺ καὶ οἱ ἐκ δεξιῶν καὶ οἱ ἐξ εὐωνύμων τοῦ Χριστοῦ ἐκπλήσσονται. Οἱ μὲν
διότι πολιτεύθηκαν χωρὶς τὴν ὑστερόβουλη προοπτικὴ τῆς ἀνταπόδοσης, οἱ δέ,
διότι συνειδητοποίησαν ὅτι ὑπῆρχαν ἀποκλειστικὰ ἐντὸς τοῦ ἀποστειρωμένου ἑαυτοῦ
τους. Οἱ εὐλογημένοι πορεύθηκαν κατὰ φύσιν, γι’ αὐτὸ ἀποροῦν γιὰ τὴ δωρεὰ τῆς
Βασιλείας. Κοινώνησαν καὶ συνδιαμορφώθηκαν μὲ τὸν ἄλλον, ἔπλασαν τὴν ἑτερότητά
τους μὲ τὰ ὑλικὰ τοῦ ὁμοουσίου τῆς φύσεως. Οἱ ἄλλοι ἀντιθέτως ὑπῆρχαν πάντοτε
ὡς μεμονωμένοι ἄλλοι-περιχαρακωμένοι στὴν τεμαχισμένη φύση τῆς ἰδιωτείας τους.
Ἀποροῦν γιατὶ ἀγνοοῦσαν ὅποιον βρισκόταν ἐκτὸς τῶν ἐγωικῶν τους ὁρίων.
Εἶναι
ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐκ δεξιῶν δὲν ἐπαινοῦνται γιὰ τὶς ἀρετές τους
καὶ οἱ ἐξ εὐωνύμων δὲν κατηγοροῦνται γιὰ τὰ πάθη τους. Ἁπλῶς ὁ Χριστὸς χαρίζει
στὸν καθένα τὴν ἀδιατάρακτη διάρκεια τῆς ἐλευθερίας του. Ἐκεῖνοι ποὺ ἐπέλεξαν
νὰ ὑπάρχουν ἐν κοινωνίᾳ γεύονται τὴν ἀγαπητικὴ πληρότητα ποὺ νίκησε τὸν θάνατο.
Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ξεμύτισαν ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια τῆς αὐθυπαρξίας τους γεύονται τὴν
ἀπύθμενη μοναξιὰ ποὺ ζήτησαν.
Οἱ ἰδεολογίες
συγκροτοῦνται μὲ ἀποδοχὴ (μεταφυσικὴ) καὶ ὑλοποίηση (ἠθικὴ) ἀρχῶν δηλαδὴ
προϋποθετικὰ μηδενισμένων ἐκπλήξεων. Ἡ ζωὴ ὅμως ἀρμενίζει ἀπέναντι. Οἱ
(αὐτο)καταραμένοι τῆς παραβολῆς ἐξεπλάγησαν, γιατὶ ἀγνοοῦσαν ὅτι ἡ ζωὴ τελικῶς φιλοτεχνεῖται ἀν-άρχως, πέραν τῶν
αὐτοεπιβεβαιωτικῶν ἀρχῶν τοῦ μονωμένου ἑαυτοῦ τους.
Ἡ ἐλευθερία νὰ πραγματώνομαι ἀγαπώντας μηδενίζει τὶς ἀρχὲς μὲ ἄγνωστες ἐκπλήξεις. Στὴν ἄγνοια λοιπὸν φανερώνεται ἡ γνώση καὶ ἀναλόγως τῆς υπαρκτικῆς δαπάνης ἢ ἀποταμίευσης ἀποκαλύπτεται ἀντίστοιχα ἡ ἔκπληξη τῆς λευτεριᾶς ἢ τοῦ φόβου.
Ἡ ἐλευθερία νὰ πραγματώνομαι ἀγαπώντας μηδενίζει τὶς ἀρχὲς μὲ ἄγνωστες ἐκπλήξεις. Στὴν ἄγνοια λοιπὸν φανερώνεται ἡ γνώση καὶ ἀναλόγως τῆς υπαρκτικῆς δαπάνης ἢ ἀποταμίευσης ἀποκαλύπτεται ἀντίστοιχα ἡ ἔκπληξη τῆς λευτεριᾶς ἢ τοῦ φόβου.
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015
σάρκωση-ὁ ἐκτοπισμὸς τῆς ἐξουσίας
![]() |
| Στέφανος Ἀλμαλιώτης |
στὸν Νώντα Τσίγκα
Ἡ αὐταπάτη ὅτι ἡ ἐξουσία εἶναι ἁπλῶς ζήτημα δομῶν καὶ
σχέσεων ἀποτελεῖ τὴν κύρια αἰτία γιὰ τὴν παρασιτικὴ παράταση της στὸ κοινωνικὸ
σῶμα. Λοιδορεῖται καὶ λησμονεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐξουσία συνιστᾶ τὸν πυρήνα
τοῦ ὑπαρκτικοῦ τρόπου τῆς πτώσης. Εἶναι ἡ καταστατικὴ συνθήκη τῆς ζωῆς ὅπως
ἐλεύθερα ἐπέλεξε νὰ ἱδρύσει ὁ ἀδαμιαῖος φόβος.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη κάθε ἀπόγονος τοῦ προπάτορα κρύβει τὸν
φόβο στὸν αὐτοδιπλασιασμό του. Φοβούμενος τὸν Δωρητὴ τῆς ζωῆς φοβᾶται νὰ
διανύσει τὴν ἀπόσταση ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν ἄλλον, τὴν κάθε εἰκόνα Του. Ἡ
κοινωνικὴ ἐκδίπλωση τοῦ εἶναι ὅμως, ποὺ συνιστᾶ τὴ μόνη φυσικὴ ἀπόκριση στὴν
κλήση Του ἀπὸ τὸ μηδέν, δὲν ἀναστέλλεται. Ἀδυνατώντας νὰ λειτουργήσει
ἀγαπητικά, ἐκτινάσσεται μὲ σφοδρότητα, μὲ σκοπὸ νὰ καταλάβει τὸν χῶρο, ὅπου ἐπρόκειτο
νὰ συν-χωρήσει μὲ τὸν πλησίον.
Αὐτὸ τὸ τεχνητὸ χάσμα παρέμενε ἀγεφύρωτο. Καμία πολιτικὴ ἢ
ἠθικὴ κατασκευὴ δὲν μποροῦσε νὰ φτάσει ἀπέναντι, διότι ὁ ἑαυτὸς ἔχασκε σαθρὸς
καὶ ἀνυπόστατος ἔναντι τοῦ εἰδώλου του, ποὺ δολίως καὶ πεισματωδῶς ὑποκατέστησε
τὸν ὁμοίως (συν-)πολιτευόμενο.
Οἱ παράδρομοι ἀπέχουν μακρὰν ἀπὸ τοῦ πλησίον. Ἡ μοναχικὴ
πορεία ἐπ’ αὐτῶν ἀνακαλεῖ ἀδιαλείπτως τὸν φόβο τοῦ προπάτορα, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ
διαβάτης νὰ ἐπιτίθεται ἐξουσιαστικὰ στὰ σκιάχτρα-ὁμοιώματά του, ποὺ τοῦ
ἐπιφυλάσσει ἡ ἀνέραστη αὐτότητα. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν δὲν εἶναι παρὰ ὁ στρεβλός,
ἀνευόδωτος πόθος τοῦ ἄλλου. Ἄλλωστε μὲ κομμένες τὶς γέφυρες ἡ μόνη δυνατότητα
«κοινωνίας» εἶναι οἱ κραυγὲς καὶ τὸ πετροβόλημα.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ κενούμενου Λόγου: Κάνει ξανὰ
τὴν περπατησιὰ τοῦ ἔρωτα δυνατή. Προσλαμβάνει τὴν ἀνθρωπότητα, κάνει
σάρκα Του τὸ δράμα της, γιὰ νὰ ἑνώσει τὰ πρὶν διεστῶτα. Ἡ διάγνωση εἶχε ἤδη
γίνει: «ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ» (Μρκ. 1,
3). Ἡ πραγμάτωση καὶ τὰ ἐγκαίνια τῆς δυνατότητάς της ἐγκαινιάστηκαν κατὰ τὴ
σάρκωση. Διανύεται καὶ πάλι ἡ λησμονημένη ὁδὸς πρὸς τὸν ἄλλον.
Ὁ Θεὸς δὲν καλύπτει μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του μόνο τὰ κενὰ μὲ
τὰ ὁποῖα γέμισε τὸν δρόμο πρὸς τὸν πλησίον ἡ ἑλικοειδὴς συστροφὴ τοῦ καθενός.
Ἀναδημιουργεῖ παραδίδοντας τόπο καινό. Ἐκ-τοπίζει τὴν ἐξουσία σταυρικῶς ἐκ
γενετῆς, ἡ ἀδηφαγία τῆς ὁποίας καθιστᾶ τὸν ἑαυτὸ καὶ τὸν κόσμο ἄ-τοπους.
Ὁ σαρκωθεὶς Λόγος μετέβαλε τὴν ἀπόσταση σὲ κορμί Του. Καθόλου τυχαία ἡ εὐχαριστιακὴ μετοχὴ σὲ Αὐτὸ
ὀνομάζεται «συνουσία». Μέσα Του χαρίζεται καινουργὴς ἡ διασαλευμένη ἀπὸ τὴν
κυριαρχία ὑπόσταση. Γι’ αὐτὸ
ψάλλουμε: «Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε». Ἡ Ἐδὲμ δὲν εἶναι ρομαντικὴ ἀναπόληση.
Εἶναι ἀνακαινισμένη ὕλη μὲ δυνατότητα νὰ συστήνει καιρὸ καὶ τόπο.
«Δεῦτε
ἴδωμεν…δεῦτε λάβωμεν»!
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Κυριακή 12 Απριλίου 2015
ἀλλήλους περιπτυξώμεθα
![]() |
| π. Σταμάτης Σκλήρης |
Ζωὴ εἶναι νὰ
αὐτοπαραδίδομαι γυμνὸς στὴ σχέση, ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ πρωταρχῶ. Θάνατος
εἶναι νὰ παραιτοῦμαι καὶ νὰ κρύβομαι ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἄλλου· νὰ φοβᾶμαι νὰ
γυμνωθῶ, γιατὶ ἔτσι θὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἁρπακτικότητά μου.
Στὸ γεγονὸς
τῆς προσωπικῆς κλήσης γιὰ σχέση ὁ Ἀδὰμ ἀπαντοῦσε γυμνός: ἄφοβα, χωρὶς τὶς
διαμεσολαβήσεις ποὺ ἐπινοεῖ ὁ ἐγωτισμός, γιὰ νὰ μασκαρεύει τὴν ἀπουσία τῆς
ἀγάπης. Ὅταν ὅμως ἀποφάσισε νὰ κοινωνεῖ μὲ τὰ αὐτεκμάγματά του, ἀντὶ νὰ ὁμοιώνεται μὲ τὸ πρωτότυπό του - τὸν ἐραστὴ
Δημιουργό, ἀπὸ τότε στὴν κλήση του ἀπαντᾶ:
«ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην».
Τότε ἡ γυμνότητα ἀπὸ τρόπος τῆς πληρότητας
ἐξαχρειώνεται σὲ τόπο ὅπου φανερώνεται ἡ ἀποσπασματικότητα. Ὁ Ἀδὰμ δὲν μετέχει
πιὰ στὴ ζωὴ ἀγαπητικῶς, παρὰ τὴν κατέχει μερικῶς, ὡς λάφυρο τῆς ἀπαίτησής του
νὰ ἵσταται μόνος. Ἡ μοναξιὰ ἱδρύει τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Θεὸ («καὶ ἐξέβαλεν τὸν
Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς»), ἀπὸ τὴ γυναίκα
του («ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ», ἀντὶ τοῦ προγενέστερου «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός
μου») καὶ ἀπὸ τὴν κτίση («ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἀπὸ τοῖς ἔργοις σου»).
Ἡ πτώση ἀπὸ
τὴν ἐλευθερία τῆς συνάντησης στὸν καταναγκασμὸ τῆς κατίσχυσης δὲν εἶναι στάση.
Εἶναι παράσταση. Μασκαρεμένοι φόβοι ὑποδύονται τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ξεγελαστεῖ
ὁ θάνατος τῆς μοναξιᾶς.
Τὸ
καταστροφικὸ θέατρο τοῦ παρα-Λόγου ἔρχεται νὰ τερματίσει ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ
Θεοῦ. Ντύνεται τὴ σάρκα καὶ πίνει ἑκουσίως ὅλο τὸ ποτήριο τοῦ καρναβαλιοῦ τῆς
πτώσης: γεύεται τὸν θάνατο, τὴν ἔσχατη συνέπεια τῆς ἀδαμιαίας ἀπόστασης, καὶ
τὴν ξερνᾶ μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς ἀνθρωπότητας.
Αὐτὸ παιανίζει
ἀπὸ σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Τὸ γεγονὸς ὅτι μᾶς ξαναχαρίστηκε ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου
τῆς ζωῆς ἡ ὄντως στάση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ Ἀνά-σταση ἔναντι τῆς μοναξιᾶς ποὺ
παράγει θάνατο δωρίζεται στὸν γυμνό. Γιατὶ ὁ γυμνὸς ἀναλαμβάνει τὸν Σταυρὸ νὰ
σχετίζεται, δὲν κρύβεται.
Ἡ ἐπ-ανά-σταση
ἔχει νὰ διανύσει μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἰδεολογία ἕως τὴ ζωή. Θὰ τὸ
διαπιστώσει ἰδίοις ὄμμασι ἂν ποτὲ τολμήσει νὰ σκαρφαλώσει στὸ Γολγοθά.
Χριστὸς Ἀνέστη!
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Τετάρτη 1 Απριλίου 2015
δικαίωση ἡ πόρνη
![]() |
| Θεόδωρος Στάμος - Divide |
Πολὺ σοφὰ ἡ
Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν τελευταία Κυριακὴ τῶν νηστειῶν τὴν κάποτε πόρνη Ὁσία Μαρία
τὴν Αἰγυπτία. Στὸ τέλος τῆς ἐπίπονης γυμνασίας, μὲ σκοπὸ τὴν ἀνάβαση στὸν
Γολγοθά, τὸ κριτικὸ λεπίδι τῆς ἐκκλησιοποίησης θέτει τὸν ἀγωνιζόμενο ἐνώπιον
τοῦ ἐνδεχομένου τῆς πορνείας. Ἕνα ἀμείλικτο ἐρώτημα πρέπει στὸν καθένα ποὺ
ἀνέλαβε τὴν εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας, ποὺ μόχθησε νὰ ψηλαφήσει τὸ σαρακοστιανὸ
μυστήριο τῆς ἐντατικότερης ἄσκησης. Τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν ἑαυτὸ εἶναι: «μήπως ὁ
ἀγώνας, μὲ σκοπὸ νὰ καταστεῖ Λογικότερη ἡ ὕπαρξη, τελικὰ ἀποδείχθηκε μόνο
πορνεία;».
Ὁ ψαλμωδὸς
κάπου γράφει: «ὅτι ἰδοῦ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ, ἀπολοῦνται·
ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ» (Ψ. 72, 27). Ἡ ὑπαρκτικὴ πορνεία πότε
ἐκβάλλει στὸ σῶμα, πότε ὄχι. Στὸ δεύτερο ἐνδεχόμενο μένει στὶς πηγές της
μολύνοντας δυσδιάκριτα ἀκόμη καὶ τὴν εὐσεβέστερη πράξη. Εἶναι ἡ δολιότερη
προδοσία τῆς σχέσης. Ἐπειδὴ ὅμως ἀρνεῖται τὴ διακινδύνευση τῆς ρήξης, ἐπιλέγει
τὴ χλιαρότητα τῶν συμβάσεων. Ἔτσι ἡ γαμήλια ὁδὸς τῆς ἐλευθερίας ξεφτίζει
ἀπελπιστικὰ στὴν πορνεία τῆς ἠθικῆς. Τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ πόθου γιὰ διαρκῆ
δικαίωση προσπορίζουν συντομότερη καὶ ἀσφαλέστερη ἡδονὴ ἀπὸ τὸν μόχθο καὶ τὴν
ἀπορία τῆς σχέσης.
Εἶναι δυνατὸ ὁ
ἀσκητικὸς τρόπος νὰ ἐκφυλιστεῖ σὲ αὐτοδικαιωτικὸ μηχανισμό. Πρόκειται γιὰ τὴν
κατεξοχὴν ἀθεΐα, ἐφόσον τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου βρίσκεται κρυμμένο καὶ
σταυρωμένο σὲ ἀρετὲς καὶ κατορθώματα, σὲ εἰδωλικά του ὑποκατάστατα.
Ἡ πορνεία τοῦ
σώματος ἐπειδὴ ξεμυτίζει ἀπὸ τὰ ὑπόγεια τῆς ὕπαρξης ἐκτίθεται σὲ κίνδυνο.
Πρωτίστως ἀδυνατεῖ νὰ ξεγελάσει τὸν ἔνοικο. Καὶ ἡ διαρκέστερη ἀκμαιότητά της
εἶναι πάντοτε ἀλυσοδεμένη ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση. Ἡ πορνεία τῆς ἠθικῆς ἐπιβεβαίωσης
ὅμως, μασκοφορεμένη καὶ ἀδιόρατη, ροκανίζει τὴ σχέση ἕως τὴν πλήρη ἐξάλειψή
της. Καθιστώντας τὸν πορνεύοντα ἀνενδεῆ τοῦ ἄλλου ὁδηγεῖ στὸν οἰκτρὸ θάνατο τῆς
αὐτοϊκανοποίησης.
Ὁ βαθμὸς
ἐξάρτησης ἀπὸ τὸ ὄπιο τῆς δικαίωσης μετρᾶ τὴν ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὸν
σταυρούμενο ἀπὸ τὸν σταυρωτή.
Καλὴ ἀναρρίχηση στὸν κρανίου τόπον.
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Τρίτη 24 Μαρτίου 2015
ἐλεύθεροι ἐρωτευμένοι ἢ ναρκισσικὰ κτήματα;
Αὐτείδωλον ἐγενόμην,
τοῖς πάθεσι τὴν ψυχήν μου βλάπτων, Οἰκτίρμον·
ἀλλ’ ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε,
καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀνακάλεσαι·
μὴ γένωμαι κτῆμα, μὴ βρῶμα τοῦ ἀλλοτρίου·
Σωτήρ, αὐτός με οἴκτειρον.
Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, Μ. Κανὼν
![]() |
| Γιῶργος Μήλιος |
Ἡ αὐτοειδωλοποίηση εἶναι
ἡ ἀποτελεσματικότερη γενέθλιος συνθήκη τῆς ἐξουσίας. Ἡ μετάνοια, ἡ χειρουργικὴ ἀποτίναξη
τῶν παθῶν, φανερώνει τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο καλοῦμαι σὲ σχέση. Ἔτσι γνωρίζω
γνωριζόμενος, δηλαδὴ ἐλευθερώνομαι ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ ἄρχω καὶ νὰ ἄρχομαι. Ἔτσι
παθιάζομαι· εἰδάλλως βαυκαλίζομαι ἐν πάθεσι, ὀλισθαίνω στὰ σκοτάδια μου ὅπου δὲν
γνωρίζω κανέναν, μόνο τὴν παρομοίωσή μου.
Σάββατο 14 Μαρτίου 2015
Σταυρός-ἡ σχεδία ἐπὶ τοῦ μηδενὸς
![]() |
| Στάλκερ-Ἀντρέι Ταρκόφσκι |
Ἡ λήθη
ἐκτυλίσσεται σὲ δύο παρεπώνυμα: στὸ ἄτομο καὶ στὴ μάζα. Τὸ πρῶτο σταυρώνει τὴν
ἑτερότητα στὸ «ὄνομα» τῆς μεταφυσικῆς ἀκηδίας, τὸ δεύτερο στὸ «ὄνομα» τοῦ
ἠθικοῦ ἀκτιβισμοῦ. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ὄνομα -ἡ κεχαριτωμένη σάρκα τῆς
σχέσης- γίνεται βρώση τοῦ μηδενός: τὸ ἄτομο ὡς συμπυκνωμένη παθητικότητα καὶ ἡ
μάζα ὡς ἀποστεωμένη ἐνεργητικότητα.
Ἐπὶ τοῦ
μηδενὸς μπορεῖ νὰ πλεύσει ἐλευθέρως μόνο τὸ πρόσωπο, δηλαδὴ ἡ ὕπαρξη ποὺ
γυμνάζεται νὰ κοινωνεῖ. Ἡ πλεύση πραγματοποιεῖται μὲ βύθιση καὶ ἀνάσυρση. Στὰ
ἄδυτα τῆς ὑπαρκτικῆς ἀβύσσου συναντιέται μὲ τὸν πρωτότοκο τῶν νεκρῶν καὶ μαζί
Του ἀνίσταται. Καταδύεται αὐτοβούλως στὸ μηδέν, γιατὶ ὁ θάνατος μόνο θανάτῳ
πατεῖται.
Κάθε θεωρία
εἶναι μιὰ κάθετη μοναχικότητα. Κάθε δράση εἶναι ἕνας ὁριζόντιος συρφετός. Ἡ
ἀπώλεια στὴ λήθη, ποὺ ἐπιφυλάσσει κάθε μία ἀπὸ τὶς δύο αὐτόνομες πορεῖες, θεραπεύεται
μὲ τὴν εὐχαριστιακή τους ζεύξη. Ὁ ἧλος τῆς σταυρικῆς θυσίας συνδέει τὰ πρώην
διεστῶτα καὶ ἡ ὕπαρξη ἀ-ληθεύει διότι ἀποκτᾶ ὄνομα.
Ἡ ἐπώνυμος
πολιτεία τοῦ Σταυροῦ δὲν ἔχει αὐταξία. Συγκροτεῖται ὅσο προσβλέπει στὴ
χαρισματικὴ κένωση τοῦ μνημείου της. Εἰδάλλως τὸ μηδὲν ἀθροίζει ἐντὸς τοῦ
μνημείου τὰ πτώματα τῆς ἰδεολογικοποιημένης δράσης ξερνώντας ἀπωλεσμένα
παρεπώνυμα. Τὰ προσωποειδῆ φαντάσματα ἐπειδὴ δὲν εἶναι γίνονται ἱζήματα στὴν καταβόθρα τοῦ μηδενός. Τὸ πῆγμα συνιστᾶ
μία τραγικὴ ἀντίφαση μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του· διότι τοὺς ἁρμούς του ἀποτελοῦν
ἡ μεταφυσικὴ καὶ ἡ ἠθική, οἱ ὁποῖες ἄνευ τῆς εὐχαριστιακῆς γυμνασίας ἀπωθοῦνται
ὡς ὁμώνυμοι πόλοι τῆς μερικότητος.
Τὸ μηδὲν
ἀσταύρωτο γιγαντώνεται.
Ὁ δεῖξας τὸ θνητότητος ὄργανον, ζωῆς
ἐργαστήριον, Κόσμῳ ἀσπαστόν, τὸν Σὸν Σταυρὸν Πανοικτίρμον, τοὺς αὐτὸν
προσκυνοῦντας ἁγίασον…
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015
ὁ Κροπότκιν καὶ ἡ παραβολὴ τῆς κρίσεως (Μτθ. 25, 31-46)
![]() |
| K. Λουδοβίκος - ἐλεύθερος ἔρχομαι |
Ὁ Πιὸτρ
Κροπότκιν στὸ ἔργο του Ἀλληλοβοήθεια-ἕνας
παράγοντας τῆς ἐξέλιξης, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐνδιαφερόντων, συνοψίζει τὴν θύραθεν ριζοσπαστικὴ
κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται κατὰ καιροὺς στὴν ἐκκλησιαστικὴ φιλανθρωπία. Ἀναφέρει
λοιπὸν ὅτι: «ἡ χριστιανικὴ ἐκκλησία […] ἀντὶ γιὰ τὴν ἀλληλοβοήθεια ποὺ κάθε ἄγριος θεωρεῖ ὑποχρέωση πρὸς τοὺς ὁμοφύλους
του, ἄρχισε νὰ κηρύττει τὴ φιλανθρωπία, ποὺ
ἔχει τὸ χαρακτήρα ἄνωθεν ἔμπνευσης, καὶ ἀκολούθως ὑπονοεῖ μιὰ κάποια ἀνωτερότητα
τοῦ δότη σὲ σχέση μὲ τὸ λήπτη».
Ἡ μαρτυρούμενη
στὸ σχόλιο σύγκρουση μεταξὺ «φυσικῆς» ἀλληλοβοήθειας καὶ ἑτερόνομης
φιλανθρωπίας μᾶλλον ἀποδεικνύεται τεχνητή, ἂν οἱ ἔννοιες ποὺ φαίνεται νὰ
ἀντιπαρατίθενται κριθοῦν βάσει τῆς παραβολῆς τῆς κρίσεως. Σὲ αὐτὴν τὰ λόγια τοῦ
Χριστοῦ ἰχνογραφοῦν μὲ ἔντονες εἰκόνες τὸ κριτήριο ἐκείνης τῆς ζωῆς ποὺ μπορεῖ
νὰ νικήσει ὁλοκληρωτικὰ τὸν θάνατο: τὴν ἀπροϋπόθετη ἀγάπη.
Ὁ Χριστὸς
λοιπὸν ἀναγγέλλει ὅτι ἀθανατίζουν τὴ ζωὴ ἐκεῖνοι ποὺ κοινώνησαν τὴ ζωή τους μὲ
τὸν πόνο τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιθέτως ἐκεῖνοι ποὺ μίκρυναν τὴ ζωὴ στὰ ὅρια τῶν
ἐγωικῶν στεγανῶν τους, μαραζώνουν στὴν ἀπόσταση ποὺ αὐτοβούλως ἵδρυσαν μεταξὺ
τοὺ ἑαυτοῦ τους καὶ τοῦ πονεμένου Χριστοῦ. Τὸ ἰδιαίτερο καὶ συνάμα ἔξοχο
στοιχεῖο τῆς συγκεκριμένης παραβολῆς ἐντοπίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι τόσο οἱ
πρῶτοι, ὅσο καὶ οἱ δεύτεροι ἀποροῦν ἐξίσου γιὰ τὴν παρουσία καὶ τὴν ἀπουσία
ἀντίστοιχα τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή τους. Οἱ πρῶτοι, ποὺ ἔζησαν τὸ πρόσωπο τοῦ
ἀναγκεμένου ὡς πλησίον, ἀναρωτιοῦνται γιὰ τὴ βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἔζησαν μὲ
τὸν Ἴδιο. Οἱ δεύτεροι, ποὺ δὲν νοιάστηκαν ἂν πλησίον τους ὕπάρχει ὁ ἄλλος,
ἀναρωτιοῦνται ἐπίσης πότε ἀρνήθηκαν τὸν Χριστό.
«Κύριε πότε σε
εἴδομεν;» ρωτοῦν καὶ οἱ δύο. Οἱ μέν, διότι πολιτεύθηκαν ἀγαπῶντες. Ἔζησαν κατὰ
φύσιν, χωρὶς τὴν ἀναγκαιότητα ποὺ ἐπιβάλλει ὁ φόβος ἢ ἡ ἀνταπόδοση. Ὄντες
πανδοχεῖς τοῦ ἄλλου ἀξιώθηκαν νὰ δεξιωθοῦν τὸν κατεξοχὴν Ἄλλον, τὸν ἴδιο τὸν
Χριστὸ ἐν ἀγνοίᾳ τους. Ἡ ἄγνοιά τους κατέστη σωστικὴ καθὼς σημαίνει συν-χώρηση
τοῦ ἑτέρου ἄνευ προαπαιτουμένων.
Οἱ δεύτεροι
καταθέτουν τὴν ἴδια ἐρώτηση: «Κύριε πότε σε εἴδομεν;» Αὐτοὶ ὅμως ρωτοῦν, διότι
ἐπέλεξαν νὰ ἕρπουν στὸ βυθὸ τῆς ἀκοινωνησίας. Ὁ βίος τους προσδιορίστηκε
καθοριστικὰ ἀπὸ τὴν αὐτεπίστροφη περιπλάνηση στὰ ἴδια. Δὲν ξεμύτισαν ἀπὸ τὴν
κλεισούρα τοῦ ἑαυτοῦ. Ἐν ἀγνοίᾳ τους, δηλαδὴ στὴ μοναξιὰ τῆς σφετερισμένης
ζωῆς, ἀπέλασαν τοὺς πάντες γνωρίζοντες μόνον ἑαυτοὺς χωρὶς ἀλλήλους.
Συνεπῶς ὁ
ἀναρχικὸς πρίγκηπας δικαίως στηλιτεύει τὴν ἄνωθεν ἔμπνευση τῆς φιλανθρωπίας.
Αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ λειτουργεῖ ἔμπλεη φόβου (κόλαση) ἢ ἀνταποδοτικότητας
(παράδεισος), εἶναι δηλαδὴ ἀπολύτως χειραγωγημένη ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια. Ἐπιπλέον
σὲ τέτοιο περιβάλλον εὐδοκιμεῖ κατεξοχὴν ἡ ἐξουσία, ποὺ κατεργάζεται τὴν
ἐκμετάλλευση τοῦ λήπτη ἀπὸ τὸν δότη. Ἡ φυσικὴ κοινωνικότητα ὅμως τῶν ἀγαπώντων
τῆς παραβολῆς ἀδυνατεῖ νὰ θεσπίσει ἐξουσία καὶ ἰδιοτέλεια. Στὴ σχέση ἐκείνη ὁ
ἑαυτὸς ὑποστασιοποιεῖται στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον· δὲν ἐκπτύσσεται ὄντας ἤδη συγκροτημένος
ἀλλὰ συγκροτεῖται ὅσο κοινωνεῖ.
Ἔτσι, ἡ
εὐαγγελικὴ προοπτικὴ τῆς ὄντως φιλανθρωπίας ἀμβλύνει καθοριστικὰ τὴ διαμαρτυρία
τοῦ ἀναρχικοῦ φυσιοδίφη. Γιατὶ ἡ παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ ἐξοβελίζει βιαίως καὶ τὴν
ὑπόνοια ἀκόμη περὶ φοβικῆς ἢ χρησιμοθηρικῆς σχέσης δότη-λήπτη. Ἡ ἐν Χριστῷ
φιλανθρωπία οὔτε νοθεύει ἑτερονομικῶς τὴν κοινωνικότητα, οὔτε ὑποθάλπει τὴν
ἀφύσικη ἰδιοτέλεια, διότι οἱ σεσωσμένοι τῆς παραβολῆς δὲν ἀκολουθοῦν κάποιο
ἠθικὸ πρότυπο. Βρίσκουν τὸν Χριστὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου ἀγνοώντας Τον· διότι δὲν πολιτεύθηκαν
κατακτητικὰ ἀλλὰ προσφερόμενοι. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναμένουν κάτι ἀπὸ τὸν τρόπο
ποὺ ἐπέλεξαν νὰ ὑπάρχουν.
Συνάμα ὅμως
δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ζοῦν τοιουτοτρόπως ἀπὸ τὴν «αὐτονομία» ποὺ ὁρίζει ἡ
φυσιοκρατία, οὔτε περιορίζουν τὴ σχέση σὲ ἡμετέρους, ὥστε νὰ ἱκανοποιεῖται
ψυχολογικὰ ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἀντικειμενικὰ προσδιορισμένης ταυτότητας (ὁμόφυλον).
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντεστραμμένη –φυσιοκρατική- θρησκευτικότητα, ποὺ ὑπονοεῖται
σαφέστατα στὴν τοποθέτηση τοῦ Κροπότκιν.
Ἡ καθολικότητα
τοῦ κοινωνικῶς ὑπάρχειν θραύει τὰ ὅρια τόσο τῆς μεταφυσικῆς φιλανθρωπίας, ὅσο
καὶ τῆς φυσιοκρατικῆς ἀλληλεγγύης. Ἄλλωστε καὶ τὰ δύο εἶναι οἰκοδομημένα στὰ
θεμέλια τοῦ ἑαυτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνδύεται τὴν ἠθική, εἴτε ἐμπνεόμενος ἄνωθεν εἴτε
ἐμπνεόμενος ἔσωθεν. Ἡ εὐαγγελικὴ εἰκόνα ὅμως τῆς κρίσεως ἱδρύει καὶ προτείνει
τὴν ἐν κοινωνίᾳ ἔμπνευση, αὐτὴ ποὺ τεχνουργεῖται στὴν ἄφοβη καὶ ἀνυστερόβουλη
σχέση, στὴν ἐλευθερία νὰ ὑπάρχω μόνο ἐντός της καὶ ἀπὸ τὴ χάρη της.
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014
ἐλευθερία - ἡ ὕλη καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἔρωτα
Οἱ
κεχαριτωμένοι βεβαιώνουν ὅτι «ἔστι δὲ καὶ ἐκστατικὸς ὁ θεῖος ἔρως, οὐκ ἐῶν
ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων». Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐλευθερία
δὲν εἶναι ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς ἀλλὰ ἡ κενωτικὴ θραύση τῶν ὑπαρκτικῶν
προδιαγραφῶν. Ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος ἐπειδὴ ὁ Ἴδιος κάνει τὴ φύση Του νὰ εἶναι.
Στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου συμβαίνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: Ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ
νὰ ὑπερβεῖ τοὺς προκαθορισμοὺς τῆς κτιστῆς φύσης μόνος του, γιατὶ δὲν εἶναι
ἐλεύθερος.
Τὰ ἐγκαίνια
τῆς ἐλευθερίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὴ δημιουργία. Τὸ κτιστὸ
πλάστηκε κατὰ τὴν ἐρωτικὴ ἔξοδο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἑαυτό Του. Συστατική του δομὴ
εἶναι ἡ κλήση νὰ μετάσχει στὴν ἐλευθερία τοῦ Κτίστη: Νὰ ὑπάρχει ἀνάρχως, ἄνευ
ὑπακοῆς στὴν ἀρχὴ τῆς κτιστῆς φύσης ποὺ ἰδιοτροπεῖ. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἱερέας
τῆς κτίσεως μὲ ἔργο νὰ τὴν καταστήσει ἐλεύθερη ἀπὸ τὴ φυσικῶς διατεταγμένη
πορεία τοῦ μηδενός, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προῆλθε. Ὁ ἐργαστηριακὸς τόπος αὐτῆς τῆς
ἀνατροπῆς εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ μετασκευάζεται ἡ φυσικὴ κλίση πρὸς
τὸ μηδὲν σὲ ἀπάντηση πρὸς τὴν κλήση τοῦ Δημιουργοῦ.
Ὁ Θεὸς καλεῖ
τὸ πλάσμα Του κατὰ τὴν ἐξόδιο δημιουργικὴ κίνησή Του. Ὁ μανικός Του ἔρως ὅμως
δὲν ἀναπαύεται μόνο σὲ αὐτὴ τὴν ἐξ ἀποστάσεως κλήση. Κάποτε ἀναλαμβάνει νὰ
κάνει τὴ δημιουργία σάρκα Του, ὥστε νὰ ἐξαλειφθεῖ παντελῶς ἡ ἀπόσταση μεταξύ
τους. Ἡ φυσικὴ διαφορὰ Ἀκτίστου Θεοῦ καὶ κτιστῆς δημιουργίας ὑφίσταται
ἀπαράγραπτη. Αὐτὸ ποὺ χαρίζει ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δημιουργοῦ εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ
μηδενίζονται οἱ κτιστὲς ἀντιστάσεις κατὰ τὴν ἀγαπητικὴ ἀνταπόκριση τοῦ
ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δύναται πιὰ νὰ κυριαρχεῖ στὴν a priori κυριαρχία
τοῦ κτιστοῦ.
Ἡ ἐλευθερία λοιπὸν εἶναι ἡ ὕλη τῆς ἀγάπης. Ἄνευ τῆς
κενωτικῆς ἐξόδου ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι συνάντηση· ψεύδεται σὲ πεποιθήσεις, ἄσαρκα
νενομισμένα. Ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ εἶναι ἄυλα γίνονται βορὰ στὴν ἀναγκαιότητα τοῦ χρόνου, λησμονοῦνται. Εἶναι ἀδύνατο νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἐκεῖνος ποὺ δὲν
ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ βαρίδια τῆς λήθης. Ὅ,τι ἀν-α-ληθὲς λησμονεῖ πὼς ὁ ἑαυτός
εἶναι γινόμενο καὶ ὄχι διαιρέτης. Ὁ σαρκωθεὶς Λόγος ὅμως εἶναι ἡ ἀλήθεια γιατὶ εἶναι
ἐλεύθερος· δὲν ξεχάστηκε στὴ μεγαλειότητά Του ἀλλὰ τὴ μίκρυνε τόσο ὅσο
ἀπαιτοῦσε ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν ἀμνήμονα ἄνθρωπο.
Στὴν κρύα
φάτνη τῆς Βηθλεὲμ ὁ ἔρωτας ἀπέκτησε ὕλη γιατὶ εἶχε μνήμη. Νὰ θυμόμαστε νὰ
εἴμαστε ἢ ἀλλιῶς καλὴ λευτεριά!
Χριστὸς
γεννέθεν χαρὰν σὸν κόσμον!
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014
…διὰ τοῦ Σταυροῦ Σου πολίτευμα
Ὁ σταυρὸς εἶναι δυὸ ἐπιθυμίες.
Ἡ μιὰ ἐπιθυμία ποὺ ἐρωτεύτηκε τὰ οὐράνια
σμίγει καὶ σταυρώνεται μὲ τὴν ἐπιθυμία
καθὼς διασχίζει τὴ γῆ.
Κι ὁ Χριστὸς εἶναι φιλικὰ ἐσταυρωμένος.
Νίκος Καροῦζος,Ἕξι ποιήματα γιὰ τὸ θῆλυ, Τὸ ἄφθαρτο ξύλο
Τὸ πολίτευμα
τοῦ Σταυροῦ εἶναι τὸ πολίτευμα τῆς ἥττας. Ὁ σταυρούμενος ροκανίζει τὴν
κυριαρχία - τὴν ἀντηρίδα τοῦ ἐγωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὄντας μυθομανὴς κερνᾶ ἀφειδῶς
τὴν πλάνη ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ εἶναι ἄρχοντας.
Τὸ ξεμασκάρεμα λοιπὸν τῆς ἰσχύος ἀποκαλύπτει τὴ δυνατότητα τοῦ προσώπου, τὸ
ὁποῖο ἔρημο, γυμνὸ καὶ ἀφτιασίδωτο ἀναζητᾶ ἐπιτέλους τὸ ὄνομά του. Τὸ ὄνομα ποὺ
ξεθωριάζει ἀποτελεσματικὰ κατὰ τὴ διττὴ καὶ σύμπλεκτη ροπὴ εἴτε πρὸς τὴ μάζα
εἴτε πρὸς τὸ ἄτομο. Ὁ διὰ Σταυροῦ πολιτευόμενος ἐλευθερώνεται τόσο ἀπὸ τὴν
ἀπώλεια τοῦ ὀνόματος, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ὑπερέξαρσή του. Στὴ θυσιαστικὴ ἀπεμπόληση
τῆς ἐξουσίας ἡ ἑτερότητα ἀνακτᾶται, διαφυλάσσεται καὶ προοδεύει. Τὸ ὄνομα καθὼς
ἀπογαλακτίζεται σταυρικῶς ἀπὸ τὴ μυθικὴ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς, γυμνάζεται νὰ
κοινωνεῖ, μαθαίνει νὰ ἵσταται κατὰ χάριν καὶ ὄχι νὰ παρίσταται κατισχύοντας.
Ἡ ἐπωνύμως καινὴ
πολιτεία τοῦ Σταυροῦ συνιστᾶ μωρία καὶ σκάνδαλο μόνο γιὰ τοὺς μαζικῶς ἢ
ἀτομικῶς ἀνωνύμους. Αὐτοὶ δὲν ἀντέχουν τὴν ἀπέκδυση τῆς ἐπίκτητης ταυτότητας
ποὺ φόρεσαν ἁρπάζοντας. Οἱ κλητοί, οἱ ἔχοντες ὄνομα, ἢ ἀλλιῶς γεγυμνασμένη
ἑτερότητα, χαίρουν διότι πολιτεύονται ἀπαντώντας. Καλοῦνται καὶ
ἀνταποκρίνονται. Οἱ ἀνώνυμοι, πλαδαροὶ (μάζα) ἢ φουσκωτοὶ (ἄτομο), κωφεύουν. Ὄντες
κρυφοὶ ἢ φανεροὶ ἐξουσιαστὲς γνωρίζουν μόνο νὰ ὁμιλοῦν συλλαβίζοντας τὴν ἠχὼ
τῆς ἰδιωτείας τους.
Ὁ ἑκουσίως,
δηλαδὴ ἐρωτικῶς, ἐπὶ ξύλου κρεμάμενος ἀποκτᾶ ὄνομα γιατὶ στὴν ὀριζόντια κεραία
τοῦ Σταυροῦ σταυρώνει τὴν ἐξουσιαστικὴ πτυχὴ τῆς μάζας καὶ στὴν κάθετη τὴν
ἀντίστοιχη τοῦ ἀτόμου. Ἡ παθητικὴ ἢ ἐνεργητικὴ ἀνωνυμία καθιστᾶ τὸ
προσωπιδοφόρο εἶναι ἕρμαιο τῆς ἀνεξέλεγκτης δυνάμεως τοῦ κόσμου. Τὸ
ἐξουσιαστικὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν ναρκώνει καὶ σκοτώνει. Ὁ πρῶτος ὅμως ὑψωθεὶς ἐν
τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως βεβαιώνει: «θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16, 33),
γιατὶ «ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β´ Κορ. 12, 9). Οἱ καθ’ὁμοίωσιν
Του πολιτευόμενοι τελειώνουν
ὁμοιοτρόπως τὴν δύναμη.
Οἱ πολιτεῖες
αὐτὲς δὲν ἀνθοῦν στὶς νίκες. Ὅποιος τολμᾶ ἂς ἡττηθεῖ.
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014
σιγὰ ἡ πατρίδα κοιμᾶται…
Τὸ κτιστὸ
ἔρχεται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος στὸ εἶναι. Κουβαλάει τὸ μηδὲν στὸ πετσί του.
Γεννιέται ὡς θανατηφόρος κοιλότητα. Ἡ πλοηγὸς ἐλευθερία ἀποφασίζει ποιὸς θὰ
θανατωθεῖ. Συνεπὼς ἡ κορωνὶς τοῦ κτιστοῦ, ὁ ἄνθρωπος, συνιστᾶ μιὰ διαρκῶς
ἀνοιχτὴ ἀγκαλιά. Ἐπιλέγει εἴτε νὰ πνίξει τὸν ἄλλον καὶ τελικὰ νὰ αὐτοχειριαστεῖ
εἴτε νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἄλλον. Τὸ πρῶτο ἐλεύθερο ἐνδεχόμενο θανατώνει τὴ ζωή, τὸ
δεύτερο θανατώνει τὸν θάνατο.
Συνεπῶς τὸ
καινὸν εἶναι φιλοκαλεῖται στὸ κενό. Ὄχι στὸ κενὸ τῆς ἀναπαυτικῆς ἐγωτικῆς
καταβόθρας ἀλλὰ στὸ κενὸ ποὺ σταυρικῶς μένει τέτοιο μὲ μόνο σκοπὸ τὴ δεξίωση
τοῦ ἄλλου. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ δεύτερη προοπτικὴ τοῦ κτιστοῦ ἀνατέλλει ποίηση
κοινωνική: τὸ ὁμοθυμαδόν. Τὸ κοινὸ δηλαδὴ φρόνημα τῆς ἀγαπητικῆς
ἐρωταποκρίσεως, τοῦ ἐρωτικοῦ διαλόγου μεταξὺ τῶν ἑτέρων ἑταίρων.
Ἡ πρώτη
πατρίδα τῆς ἐρωτικῆς κένωσης ὅπου βλάστησε τὸ ἓν φρόνημα, φιλοτεχνήθηκε ἀπὸ τὴ
Μαρία τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Ἡ Μαρία ὑπῆρχε ὡς διαρκὴς ἀπορία-κενὸ τέτοιας
καθολικότητος, ὥστε ἀξιώθηκε ἐλευθέρως νὰ φιλοξενήσει στὰ σπλάχνα της τὸν
Ἄκτιστο ποιητὴ τοῦ παντός. Τὸ «ἰδοῦ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα
σου» μηδένισε τὸ μηδὲν τῶν κτιστῶν προδιαγραφῶν της· τὸ μεταποίησε ἀπὸ λάκκο ταφῆς
σὲ ἀνοιχτοσιὰ ὑποδοχῆς. Τοιουτοτρόπως ὁ θάνατος μόνον ἀγγίζει τὸ θύμα του,
διέρχεται παραπλεύρως αὐτοῦ, ἀδυνατώντας νὰ εὕρει τόπον. Γίνεται ὕπνος. Ἡ
κοίμηση δὲν εἶναι παρὰ ἡ τελευταία του αὐταπάτη. Διαρκῶς ἀπατώμενος καὶ
ἐκδιωκόμενος ἀπὸ τὸ ἐρωτικῶς σταυρούμενο εἶναι ἐξαντλεῖται καὶ ἀποκοιμίζεται.
Δὲν τρέφεται ἀπὸ τὸ ἐγωικὸ φρόνημα, ὥστε σφριγιλὸς νὰ δεσπόζει, νὰ κατακυριεύει
καὶ νὰ κατασπαράζει. Δὲν θανατώνει, κοιμᾶται. Δὲν κοιμίζει, θανατώνεται.
Γι’ αὐτὸ στὴ συνάφεια τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ὁ Παῦλος τῶν ἐθνῶν περιγράφει
τὸ Ἔθνος τοῦ Ἀχωρήτου: Τὸ πρόσωπο καὶ τὸν τρόπο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου ποὺ στὴ
Θεοτόκο Μαρία εὑρίσκει τὴν πληρέστερη κτιστὴ ἐπαλήθευση. Ἡ Μαρία εἶναι ἡ πρώτη
μετανάστις, ἡ πρώτη ποὺ ἐγκατέλειψε τὴ μητριὰ πατρίδα τῆς γνώμης καὶ
ἐγκαταστάθηκε στὴν παρθένο χώρα τῆς ἐμπιστοσύνης. Τὸ πολίτευμα τοῦ ἔθνους τῶν
Θεοτόκων προσφύγων ἰχνογραφεῖται στὶς συν-ταγματικὲς προτροπὲς τοῦ Παύλου: «[…]
ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ
πολιτεύεσθαι […] τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν
φρονοῦντες, μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους
ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. Μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων
ἕκαστος. Τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ […]» (Φιλ. 1, 27
· 2,2 - 2,5). Ἔτσι ἐξουσιάζεται ἡ ἐξουσία καὶ δὲν ἀφήνεται ἀνεξέλεγκτη νὰ ποδηγετεῖ τὴ ζωὴ στὶς ρύμες τοῦ ἄυπνου θανάτου.
Ἄρα ἡ Κοίμηση
τῆς Θεοτόκου χαρτογραφεῖ τὴν ὄντως πατρίδα. Τὴν πατρίδα ποὺ γρηγορεῖ μήπως ἡ
πεποίθηση μολύνει τὸ πολίτευμα τῆς ἀγάπης, μήπως τὸ δικαίωμα βεβηλώσει τὴν
παρθενία τῆς ἐλευθερίας, μήπως τὸ κράτος τῆς ἰδιωτείας σπιλώσει τὴν ἑτερότητα.
Ἡ πατρίδα τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας ἂς συνεχίσει νὰ κοιμᾶται... Σὲ κάποια
κακόφημα χωριὰ τῆς ἐπικράτειάς της, σὲ κάποιες ἄσημες Ναζαρὲτ κάποιοι θὰ
ἐορτάζουν τὴν Κοίμηση τῆς Μαρίας κατὰ τὸν τρόπο της· νανουρίζοντας τὸ μηδὲν
μηδενιζόμενοι.
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας
Κυριακή 20 Απριλίου 2014
πολιτευόμενοι ἐν (ἐξ)Ἐγέρσει
Ἡ αὐτοψία τοῦ
ἠγαπημένου μαθητῆ Ἰωάννη μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ καὶ ὅτι τὰ πάντα
ἐγένετο διὰ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἄρα ἡ Ἐκκλησία δικαίως ἀναγνωρίζει στὸν ἔρωτα
τὴ συστατικὴ ἀρχὴ τῶν ὄντων. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγαπώντας ὑπ-άρχω Λογικά: Συντονίζω
δηλαδὴ τοὺς ὅρους τῆς ζωῆς στὴ φυσικότητα ποὺ ἐλεύθερα θέλησε καὶ ἔκτισε ὁ
Λόγος. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ γεγονὸς τῆς ὕπαρξης εἶναι προϊὸν ἐλευθερίας δὲν ἀποκλείεται
ἡ δυνατότητα νὰ ὑπάρξω παρα-Λόγως.
Εἶναι χαρακτηριστικὴ
ἡ εἰκόνα τῆς Γενέσεως: Ὁ Ἀδὰμ ἀναγνωρίζει ἀρχικὰ στὴν Εὔα τὸν ἴδιο του τὸν
ἑαυτὸ (ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου), ἐνῶ ἀργότερα ἡ Εὔα
γίνεται ὁ ἑαυτός της - μία ξέχωρη ἀπὸ
τὸν Ἀδὰμ ὕπαρξη (ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ). Εἶχε μεσολαβήσει ἡ ἐλεύθερη
ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου νὰ συστήσει ἀρχὴ τῆς ζωῆς του ὄχι τὴ σχέση ἀλλὰ τὴ σχάση:
Ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ὁ ἑαυτός μου ἀλλὰ ὁ ἑαυτός του.
Ὁ Λόγος
σαρκώνεται καὶ προσλαμβάνει τὸν θάνατο γιὰ νὰ τὸν θανατώσει, ὥστε τὸ εἶναι νὰ
ξαναβρεῖ τὴν κατὰ χάριν ἄναρχη ἀρχή του, τὴν ἐλευθερία τῆς Λογικῆς. Μόνο ποὺ ἡ
ἐλευθερία δὲν εἶναι γεγονὸς αὐτονόητο καὶ στατικό. Προϋποθέτει τὴ γυμνασία –
σταύρωση τῆς αὐτιστικῆς ροπῆς νὰ εἶμαι ὁ ἑαυτός μου, ὥστε νὰ ἀναστηθεῖ ἡ
ἐλευθερία ποὺ ἀναζητᾶ καὶ βρίσκει τὸν ἑαυτὸ στὸν ἕτερο.
Οἱ πολιτικὲς
δυνατότητες αὐτῆς τῆς ἀνακαίνισης εἶναι γνώριμες στὴν Ἐκκλησία, γι’ αὐτὸ
παιανίζει τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Χρυσοστόμου: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴ πολιτεύεται». Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ζωὴ ἔπαψε
νὰ πολιτεύεται Λογικά, δηλαδὴ κατὰ χάριν ἀνάρχως, σημαίνει ὅτι ἡ Ἀνάσταση
στενάζει μὲ εὐθύνη τῶν θρησκευόμενων, καὶ οὐχὶ ἐκκλησιαζόμενων, ὑπὸ τῆς διφυοῦς
ἀτομοκρατίας· δηλαδὴ μεταξὺ μεταφυσικῆς καὶ ἠθικῆς, ποὺ ἐξορίζουν τὴν εὐθύνη
τῆς πόλεως εἴτε σὲ ἕνα ἄσαρκο ἰδεολόγημα εἴτε στὸν ἀναπαυτικὸ ἀκτιβισμό. Καὶ τὰ δύο συνιστοῦν τὸ θρησκευτικὸ ἄλλοθι γιὰ τὴν πολιτικὴ ἐπιλογὴ τῆς ἀνεύθυνης ἀνάθεσης. Ἡ πολιτεία ποὺ ἀνασταίνει ὅμως ἡ Ἔγερση τοῦ Κυρίου θεμελιώνεται στὴν
πρόταση «ἀλλήλους περιπτυξώμεθα», ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν ἀνάλογη «συγχωρήσωμεν
πάντας τῇ Ἀναστάσει». Μὲ δεδομένο λοιπὸν ὅτι ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου θὰ γινόταν
ἀνεξαρτήτως τῆς ἀστοχίας τοῦ Ἀδάμ, μὲ σκοπὸ νὰ ἱδρυθοῦν οἱ προϋποθέσεις τῆς
ἀληθινῆς καὶ πλήρους κοινωνίας ἀκτίστου – κτιστοῦ, ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς
καινῆς πολιτείας δομεῖται στὴν κοινωνία καὶ τὴν ἑτερότητα. Κάθε πολιτικὴ
ἀπόπειρα ποὺ ἀγνοεῖ ἢ ὑποβαθμίζει τὶς δύο αὐτὲς ἀρχὲς τῆς σταυραναστάσιμης
«ἄλλης βιοτῆς», ἐμποιεῖ καινοφανῆ ἀρχὴ ποὺ χαρίζεται ἀβασάνιστα στὸ βάναυσο
κράτος τῶν ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων. Ὁ Ἀναστὰς Λόγος ὅμως νεκρώνοντας τὸν θάνατο,
θανάτωσε καὶ τὶς σαρκωμένες συντεταγμένες τοῦ ᾍδου, οἱ ὁποῖες καὶ γεννοβολοῦν
τὴν ἀγελαία ἀκοινώνητη ὁμοτροπία τῶν πολιτικῶν «–ισμῶν».
Ἡ βολικὴ γιὰ
κάθε ἐξουσία χαύνωση τῆς ἀτομοκρατίας συνιστᾶ τὸ μεταπατορικὸ ἁμάρτημα γιὰ τὸ
ὁποῖο ὁ ἐθνοχριστιανισμὸς τῆς ἐπικρατοῦσας θρησκείας δὲν φαίνεται ἀκόμη νὰ
ὀρρωδεῖ. Ἡ ἔγερση τῆς Λογικῆς ἐλευθερίας θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὴν κοινωνούμενη
ἐμπειρία ὁ ἑαυτός μου νὰ γίνεται μετανάστης. Ὅταν ἀποφασίσει νὰ ἀπογαλακτίζεται
ἀπὸ τὴ μητριὰ τῆς ἐγωκτησίας καὶ νὰ ἀναζητᾶ πατρίδα ὡς ἐγωδότης στὸν πλησίον, τότε
ἡ Ἀνάσταση δὲν θὰ εἶναι πιὰ ἀργία ἀλλὰ ἐορτή, δηλαδὴ συγκροτούμενη
πολιτεία.
Χριστὸς Ἠγέρθη!
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Τρίτη 15 Απριλίου 2014
στὸν τόπο τῆς ἀναρχίας
Ὁ θάνατος
εἶναι ἔλλειψη. Ἡ ἐξουσία ἁρπάζει καὶ κατακτᾶ γιατὶ δὲν διαθέτει τὴν πληρότητα
τῆς ζωῆς. Ἀπαιτεῖ καὶ ὑποχρεώνει, γιὰ νὰ γεμίσει τὸ κενὸ ποὺ συνιστᾶ τὸν θάνατο.
Γι’ αὐτὸ τροφὸς τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἐξουσία.
Ἡ ζωὴ «σὰρξ
ἐγένετο». Ἀπέκτησε τόπο. Καὶ ὁ θάνατος κολάζεται γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο:
Γιατὶ ἤθελε ἡ ζωὴ νὰ εἶναι ἐξορισμένη στὴν οὐ-τοπία καὶ νὰ καπηλεύεται τὸν χῶρο της. Τώρα εἶναι ἀναγκασμένος νὰ ζεῖ ὡς μερισμὸς
στοὺς κόλπους τῆς καθολικότητας. Μὲ τὴν ἐξουσία ἐπιδιώκει νὰ διεκδικεῖ καὶ νὰ
ὑποτάσσει γιὰ νὰ ὑπάρξει. Εἶναι παράσιτο, γιατὶ ὁ σφετερισμὸς δὲν συνιστᾶ τόπο.
Τὸ δείχνει στὸν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Δευτέρας ὁ Χριστὸς φανερώνοντας στοὺς μαθητὲς
ὅτι ὁ Ἴδιος δὲν θέλησε νὰ εἶναι ἡ ἰσότητά Του μὲ τὸν Πατέρα προϊὸν νοσφισμοῦ.
Ἂν συνέβαινε ἡ
ἰδιοποίηση τῆς Θεότητας ἀπὸ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ θὰ ὑποδήλωνε τὴν ὑποταγή
Του στὴν ἀπρόσωπη ἀρχὴ τῆς Θεότητας. Ποτὲ δὲν θὰ ὑπερχείλιζε ἡ πληρότητα τῆς
ἀνάρχου ὑπάρξεώς Του, ὥστε κενούμενος νὰ συν-χωρέσει τὸ δημιούργημά Του. Πῶς νὰ
βρεθεῖ ἐκτὸς ἑαυτοῦ «δι’ ὑπερβολὴν ἐρωτικῆς ἀγαθότητος» ὁ προσδιορισμένος ἀπὸ
μία ἀρχή; Ἡ ἀναγκαιότητα αὐτὴ σημαίνει ἄτεγκτη ὑποχρέωση νὰ εἶμαι αὐτὸ ποὺ
εἶμαι. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Υἱὸς Τοῦ Θεοῦ ἐνδύθηκε τὸν τρόπο τοῦ κτιστοῦ. Γιὰ νὰ
τοῦ παραχωρήσει τόπο, γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀναρχία Του καὶ νὰ προσκαλέσει στὴ
μετοχή της.
Ἡ ἀνάβαση
λοιπὸν στὸ Γολγοθὰ γίνεται γιὰ νὰ δοῦμε ἀπὸ ψηλὰ τὸν τόπο ποὺ μᾶς χάρισε ἡ
κένωση τοῦ Λόγου. Θὰ τὸν κατοικήσει ὅποιος κατέλθει ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρὸς γιὰ
τὸν θάνατο. Ὄντες μὴ αὐτόνομοι ἀπὸ τὸν θάνατο, τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε
εἶναι νὰ «ζοῦμε» ὡς αὐτονομιστές, ἔχοντες τὴν ψευδαίσθηση ὅτι τὸ φέουδο τῆς
ἰδιωτείας μας συνιστᾶ τόπο καὶ μάλιστα τὸν κατεξοχήν. Γι’ αὐτὴ τὴν αἰχμαλωσία
στὴ μεταφυσικὴ λυπᾶται ὅποιος ὑψώνεται στὸ Σταυρὸ καὶ κατοπτεύει τὴν Ἀνάσταση.
Ἡ ἐξουσία
κάνει μεροκάματα στὸ θάνατο. Ἂν πάψει νὰ ὑπάρχει ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἄλλον -αὐτὸ
ἐργάζεται ὁ Σταυρὸς ποὺ ἑνώνει τὰ πρώην διεστῶτα- ἡ ἐξουσία μαίνεται αὐτοκολαζόμενη. Ὁ
Νυμφίος στὸ αἴτημα τῆς μάνας τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου νὰ ἀποκατασταθοῦν τὰ τέκνα της
στὴ βασιλεία Του, ἀντιτείνει τὸν Σταυρὸ διδάσκοντας τοὺς μαθητὲς «μὴ ὁμοιοῦσθαι
τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ κατάρχειν τῶν ἐλαχιστοτέρων» (ὄρθρος Μ. Δευτέρας). Γι’ αὐτὸ
ὁ Ἰούδας ἑτοιμάζεται νὰ προδώσει καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ συγκαλέσουν τὸ συνέδριο
τῆς ἀνομίας (ὄρθρος Μ. Τρίτης). Γι’ αὐτὸ ὁ προδότης μαθητὴς φθονεῖ τὴν πόρνη.
Γιατὶ δὲν ἔχει μάθει νὰ ἀναζητᾶ τόπο σὰν ἐκείνη, παρὰ μόνο νὰ τὸν λεηλατεῖ.
Ὅμως ὁ «φθόνος οὐκ οἶδε προτιμᾶν τὸ συμφέρον» (ὄρθρος Μ. Τετάρτης). Κορεσμένος
ἀπὸ τὴ ματαιοπονία τῆς ἐξουσιαστικῆς πειρατείας του σκοτώνει τὸν ἑαυτό του,
γιατὶ δὲν τὸν ἀντέχει πεθαμένο. Ζώντας «ἀλλήλοις ὑποταγέντες καὶ ἀλλήλων τοὺς
πόδας ἐκπλύνοντας» (ὄρθρος Μ. Πέμπτης) τανυόμεθα σταυρικὰ γιὰ νὰ
ἀλληλοπεριχωρούμαστε. Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν ἐγκιβωτισμένο στοὺς ἰδίους ὅρους ποὺ
«ὤρυξεν ἑαυτῷ φρέαρ συντετριμμένον» (ὄρθρος Μ. Παρασκευῆς) καὶ κατεπόθη ὑπὸ τῆς
πεισματώδους ἀσθένειας νὰ αὐτοπραγματώνεται, δηλαδὴ νὰ ἐξουσιάζει.
Ἡ Μεγάλη
Ἑβδομάδα εἶναι ὁδοιπορία στὸν τόπο τῆς ἀναρχίας. Ἐκεῖ ὅπου παύεται ἡ ἀρχὴ τῆς
ἑτερονομίας μου νὰ ζῶ ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ τὸν ἄλλον· ἐκεῖ ὅπου πεθαίνει ἡ
ἀρχὴ τῆς ἀναγκαίας μου ὕπαρξης. Σταυρώνοντας τὴν προσδιοριστική μου ἀρχὴ νὰ
συγκεφαλαιώνω στὸ σαρκίο μου τοὺς ὅρους καὶ τὰ κριτήρια τῆς ζωῆς, βρίσκω θέση
στὸν τόπο τῆς καθολικότητας. Ἀνασταίνομαι ἀπὸ τὴν αὐτονομιστικὴ οὐ-τοπία τῆς
ἐξουσίας στὴν αὐτονομία τῆς ἀγαπητικῆς ὁλοκληρίας. Ἐκεῖ ἡ ἐξουσία εἶναι ἁπλῶς
περιττή, ἀφοῦ ἡ μήτρα της, ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπ-άρχω, θανατώθηκε καὶ μπορῶ πιὰ νὰ εἶμαι δωρεάν.
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














.jpg)

