Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

ἐθνικισμός-ἀντιεθνικισμός, μιὰ κριτικὴ

Χρῆστος Μποκόρος

[…] ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἀποφεύγουμε τὸ Κίνημα τῶν Πλατειῶν ὡς μίασμα, ὑπὸ τὸ σκεπτικὸ πὼς ὅποιος καὶ ὅποια κρατᾶ ἑλληνική σημαία εἶναι ἐθνικιστὴς καὶ ἐθνικίστρια –δηλαδὴ «φασίστες» (παρ’ ὅλο ποὺ ἡ ΧΑ εἶχε βγάλει ἀνακοίνωση, ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες τῶν κινητοποιήσεων, προτρέποντας τὸν κόσμο της νὰ μείνει «μακριὰ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα» καὶ νὰ πάει γιὰ «ἀντίσταση» στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα) - ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ δὲν ἐνοχλούμαστε καθόλου (πολὺ σωστά, ἄλλωστε!) ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ στὴν ἐξέγερση τοῦ 2001 στὴν Ἀργεντινή, ὁ κόσμος κράταγε σημαῖες τῆς Ἀργεντινῆς, φοροῦσε φανέλες τῆς ἐθνικῆς ὁμάδας ποδοσφαίρου τῆς χώρας κ.λπ. -πράγμα, φυσικά, ποὺ συνέβη καὶ στοὺς ξεσηκωμοὺς τῆς λεγόμενης Ἀραβικῆς Ἄνοιξης, πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο∙ ἀρνούμαστε νὰ ἀποκαλέσουμε τὴ χώρα στὴν ὁποία ζοῦμε μὲ τὸ καθιερωμένο της ὄνομα, δηλαδὴ «Ἑλλάδα» -ὅπως, ἀντίθετα, κάνουμε γιὰ τὸ σύνολο τῶν ὑπόλοιπων χωρῶν τοῦ πλανήτη!- ἀλλὰ προτιμᾶμε νὰ χρησιμοποιοῦμε ἀστεῖες ἐκφράσεις τοῦ τύπου «ἑλλαδικός χῶρος» κ.λπ.∙ ἔχουμε μετατρέψει τὸν ἀντιεθνικισμὸ καὶ τὸν «ἀντιφασισμό» στὸ Α καί τό Ω τῆς πολιτικῆς μας κρίσης, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ κλείνουμε τὰ μάτια ἀπέναντι στὸν ἐθνικισμὸ τῶν μεταναστῶν καὶ στὶς ἀντιδραστικὲς ἀπόψεις (θρησκευτικὸς φανατισμός, σεξισμός κ.λπ.) τῶν ὁποίων εἶναι, γενικότερα, φορεῖς οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, λόγω τῶν πολιτιστικῶν τους καταβολῶν. Τὰ παραδείγματα θὰ μποροῦσαν νὰ συνεχίσουν νὰ παρατίθενται ἐπ’ ἄπειρον. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ φαινόμενο. […]

[…] ἐνῶ, δηλαδή, οἱ ἀφελεῖς ἐθνολαϊκιστὲς θεωροῦν ὅτι εἴμαστε ἔθνος ἀνάδελφον, ἐπειδὴ κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ φτάσει τὰ ἐπιτεύγματά μας, οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ ἐστὲτ «ἀνθελληνισμοῦ» ρέπουν πρὸς μιὰ ἀνάλογη τάση νὰ θεωροῦν τὴν Ἑλλάδα ἀνάδελφο ἔθνος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνάποδη, ἐξαιτίας, ὑποτίθεται, τῆς ἀρνητικῆς της μοναδικότητας ὡς ἔθνους φασιστῶν, λωποδυτῶν, φοροφυγάδων κ.λπ. Αὐτὸ τὸ «ἀνθελληνικό» σύμπλεγμα συνιστᾶ τὴν πίσω ὄψη τῆς ναρκισσιστικῆς αὐτοθυματοποίησης, εἴτε ἐκφράζεται ἀπὸ ψευτο-ἐστὲτ φιλελεύθερους σὲ στὺλ Νίκου Δήμου, εἴτε ἀπὸ τὴν ἀναρχοπὰνκ κουλτούρα τῶν ἀναρχικῶν καὶ «ἀντιφασιστικῶν» ὁμάδων. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι εἶναι ἰδεολογικὸ μὲ τὴν ἀρνητικὴ ἔννοια τοῦ ὄρου καὶ ὡς ἐκ τούτου πολιτικὰ ἀποπροσανατολιστικό. Σὲ ἀμφότερες τὶς περιπτώσεις ἐκφράζει μιὰ ἀμηχανία ἀπέναντι στὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε σὲ αὐτὸ τὸ κομμάτι τῆς γῆς καὶ ὅτι ἀνήκουμε, ἐκ τῶν πραγμάτων, στὴν συγκεκριμένη κοινωνία, μὲ τὰ καλά της ἀλλὰ καὶ τά -τόσα- κακά της. Ὁ ἀποτελῶν σύμπτωμα Ν. Δήμου, ἐκφράζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο αὐτὴν τὴν ταυτοτικὴ δυσθυμία: «Ὅταν μπήκαμε στήν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση αἰσθάνθηκα ὁλοκληρωμένος. Καὶ τώρα μὲ πετᾶνε ἔξω ὡς ἀνεπιθύμητο, ἀποτυχημένο. Γεννήθηκα Εὐρωπαῖος καί, ὅπως φαίνεται, θὰ πεθάνω τριτοκοσμικός. Αὐτὸ μοῦ ἐπεφύλαξε ἡ μοίρα». Αὐτὴ ἡ τάση συνολικῆς καὶ ἰδεολογικοῦ τύπου ἀπόρριψης μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ δεῖγμα μιᾶς ὑπαρξιακῆς, κατὰ κάποιον τρόπο, ἀμηχανίας ἀπέναντι στὴν ἀνικανότητά μας νὰ ἀποδεχτοῦμε ἐλεύθερα καὶ δίχως ἐνοχὲς καὶ κόμπλεξ τὴν καταγωγή μας καὶ τὴν κοινωνική μας ἔνταξη. Καὶ καλά, στήν περίπτωση τῶν διάφορων φιλελεύθερων κάτι τέτοιο δὲν δημιουργεῖ ἰδιαίτερα προβλήματα καὶ πολιτικὲς ἀντιφάσεις, ἐφόσον δὲν πρόκειται γιὰ ἄτομα ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸν δημοκρατικὸ αὐτομετασχηματισμὸ τῆς κοινωνίας. Ὡστόσο, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στοὺς ἀναρχικούς, αὐτὴ ἡ «ἀνθελληνική» στάση συνιστᾶ προσπάθεια ἐκλογίκευσης μιᾶς θεμελιώδους πολιτικῆς ἀνικανότητας: τῆς ἀδυναμίας τους νὰ ἀναλύσουν γιὰ ποιὸν λόγο οἱ ἰδέες τους δὲν βρίσκουν ἀπήχηση στὴν κοινωνία. […]

 

Πρόταγμα, περιοδικὸ γιὰ τὴν αὐτονομία καὶ τὴν ἄμεση δημοκρατία, τεῦχος 4, Ἰούνιος 2012, editorial, ἐκδίδεται ἀπὸ τὴν Πολιτικὴ ὁμάδα γιὰ τὴν Αὐτονομία

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020

ἡ καταξίωση τῆς προσωπικῆς ἰδιοτυπίας στὴ βυζαντινὴ τέχνη

Gabrielle Reeves

[…] Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε, οὔτε νὰ ὑποτιμᾶμε τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἔργα τῆς χριστιανικῆς τέχνης ἔχουν χαρακτήρα γραφικὸ καὶ ὄχι τεκτονικὸ ἢ πλαστικόν, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Βέλφλιν. Ἡ μορφὴ δηλαδὴ στὸ ἔργο χριστιανικῆς τέχνης θυμίζει τὴν ἑνότητα ποὺ ἔχει ἕνα δέντρο, ὅπου πρωτεύοντα ρόλο δὲν παίζουν οἱ ἀναλογίες, ἀλλὰ ὁ χαρακτήρας τῆς μορφῆς τοῦ δέντρου, καὶ ὄχι τὴν ἑνότητα ποὺ ἔχει ἕνας καλλίγραμμος ὄγκος πλαστικός, ἁπλός, γεωμετρικὰ σαφὴς καὶ ἀρθρωμένος ἀπὸ διαφοροποιημένα μέλη, ποὺ ὑπακούουν σ’ ἕναν τύπο καὶ τὸν ἀναδημιουργοῦν. Ὁ τύπος προϋποθέτει ἕναν κανόνα «ἀναλογικό», ποὺ ἰσχύει ἀμετάβλητος γιὰ κάθε ἔργο ποὺ ἀνήκει σ’ αὐτόν, ὅπως ὁ «κανών» τῶν ἀναλογιῶν τοῦ ἀνθρώπινου σώματος τοῦ Πολυκλείτου. Ὁ χαρακτήρας ὅμως, ὅσο και ἂν κρύβει μέσα του ἕναν κανόνα γενικόν, προϋποθέτει κυρίως μιὰν ἀτομικὴ ἔκφραση, μιὰ πρωτοτυπία στὸ κάθε του ἔργο, τόση ποὺ τὸ καθένα νὰ μὴ θυμίζει σχεδὸν κανένα ἄλλο. Καὶ μιὰ τέτοια στροφὴ τῆς χριστιανικῆς τέχνης ἤταν φυσικὴ συνέπεια τῆς κοσμοθεωρίας της, ἀφοῦ αὐτὴ διαμόρφωσε τὴν ἔννοια τῆς προσωπικῆς ἰδιοτυπίας, πράγμα ποὺ ἐπέδρασε κυρίως στὴ ζωγραφική. […]
Ἑπόμενο λοιπὸν εἶναι στὴ βυζαντινὴ ἀρχιτεκτονικὴ νὰ μὴν παίζει ρόλο σημαντικὸ ἡ ἀκρίβεια τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἡ  κανονικότητα τῆς χάραξης. Οἱ τοῖχοι δὲν εἶναι πάντα ὀρθογωνισμένοι, οἱ στέγες ἔχουν κλίσεις συχνὰ διαφορετικὲς (Καπνικαρέα). Βέβαια οἱ ἐκτροχιασμοὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν κανονικότητα γίνονται ἀνεκτοὶ ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ ὄργανο, γιατὶ ὁ νοῦς διαβλέπει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ φαινόμενο ὑπάρχει ἕνας συνθετικὸς νόμος, ποὺ κυριαρχεῖ. Ἀλλὰ τοὺς ἀνέχεται καὶ τὸ αἴσθημα, γιατὶ μὲ τὶς ἀνακρίβειες αὐτὲς τῆς χάραξης καὶ τὶς ἀτέλειες τῆς ἐφαρμογῆς «ποιητικῇ ἀδείᾳ» κερδίζει ἡ γραφικότητα τῆς σύνθεσης. «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀσύμμετρων ταλαντεύσεων εἶναι ἀκόμη τὸ μυστικὸ τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιῶν», λέει ὁ Μπαγιέ, καὶ πάρα κάτω: «ἀπὸ τὴν ἄποψη τῶν πολὺ αὐστηρῶν μας ἀπαιτήσεων, ἕνα βυζαντινὸ σχέδιο εἶναι πάντα ἕνα λάθος (erreur). Ἀλλὰ ἕνα λάθος παραδεχτό, ποὺ πετυχαίνει». Πραγματικὰ οἱ κατόψεις εἶναι παράγωνες (Ὅσιος Λουκᾶς), οἱ τροῦλλοι δὲν εἶναι πάντα ἀπολύτως κυκλικοὶ στὴ βάση τους (Ἁγία Σοφία Θεσσαλονίκης), οἱ ὄψεις εἶναι ἀκανόνιστες καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν λίθων τυχαία. Τὸ ὅλο εἶναι μιὰ μουσική, ποὺ ἡ δεξιοτεχνία τοῦ πρωτομάστορα τὴν τραγούδησε κάθε φορὰ μὲ αἰσθημα, ἀλλὰ μὲ τρόπο ἰδιαίτερο καὶ μ’ ἐπιτυχία τέτοια, ὥστε νὰ ἀποκλείεται ἡ ἐπανάληψη. Καὶ γι’ αὐτὸ κανένα ἔργο τῆς βυζαντινῆς ἀρχιτεκτονικῆς δὲν εἶναι τύπος ἀμιγής, πρότυπο ἱκανὸ νὰ ἐπαναληφθεῖ, ὅπως στὸ δωρικὸ ναὸ συμβαίνει. Κάθε βυζαντινὸς ναὸς εἶναι μιὰ ἀτομικότητα, μιὰ ἀνυπακοὴ στὸ τύπο, εἶναι ἔκδηλα πρωτότυπος σὲ βαθμὸ ποὺ δὲν τὸν γνώρισε ἡ κλασσικὴ τέχνη. Εἶναι λοιπὸν τὰ βυζαντινὰ ἀρχιτεκτονήματα περισσότερο ὑποκειμενικοῦ αἰσθήματος δυναμικὲς συνθέσεις, παρὰ ἀντικειμενικῆς θεώρησης στατικοὶ ὀργανισμοί. […]


Π. Ἀ. Μιχελῆς, Αἰσθητικὴ θεώρηση τῆς βυζαντινῆς τέχνης, Ἵδρυμα Παναγιώτη καὶ Ἔφης Μιχελῆ, Ἀθήνα 82015

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2020

ἡ μαρτυρία τοῦ Τζ. Ὄργουελ ἀπὸ τὴν Ἰσπανία τῶν ἀναρχικῶν


[…] Ἐδῶ στὴν Ἀραγονία βρισκόταν κανεὶς ἀνάμεσα σὲ δεκάδες χιλιάδες ἀνθρώπους, ποὺ προέρχονταν κυρίως, ἂν ὄχι ἀποκλειστικά, ἀπὸ τὴν ἐργατικὴ τάξη, ποὺ ζοῦσαν ὅλοι στὸ ἴδιο ἐπίπεδο καὶ ποὺ οἱ σχέσεις τους εἶχαν γιὰ βάση τὴν ἰσότητα. Στὴ θεωρία ἦταν τέλεια ἰσότητα κι ἀκόμα στὴν πράξη δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπ’ αὐτήν. Κατὰ κάποιο τρόπο θὰ ἦταν ἀλήθεια νὰ ποῦμε ὅτι δοκιμάζαμε μιὰ προκαταβολικὴ γεύση Σοσιαλισμοῦ, ἐννοώντας ὅτι ἡ δεσπόζουσα νοοτροπία ἦταν σοσιαλιστική. Πολλὰ ἀπὸ τὰ συνηθισμένα κίνητρα τῆς πολιτισμένης ζωῆς -σνομπισμός, ἀπληστία, ὁ φόβος τοῦ ἀφεντικοῦ κλπ.- εἶχαν ἁπλῶς πάψει νὰ ὑπάρχουν. Ἡ συνηθισμένη διαίρεση σὲ τάξεις τῆς κοινωνίας εἶχε ἐξαφανστεῖ σὲ τέτοιο βαθό, ποὺ θὰ ἦταν ἀδιανόητο στὸ μολυσμένο ἀπὸ τὸ χρῆμα περιβάλλον τῆς Ἀγγλίας. Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς κι ἐμᾶς (πολιτιφυλακὴ) καὶ κανεὶς δὲν ἀνῆκε σὲ κανένα ἀφεντικό. Φυσικὰ τέτοια κατάσταση πραγμάτων δὲν μποροῦσε νὰ διαρκέσει. Ἦταν ἁπλῶς μιὰ προσωρινὴ καὶ τοπικὴ φάση σ’ ἕνα τεράστιο παιγνίδι, ποὺ παίζεται σ’ ὅλα τὰ πλάτη τῆς γῆς. Ἀλλὰ κράτησε ἀρκετὰ γιὰ ν’ ἀφήσει τὶς ἐπιδράσεις του σ’ ὅποιον τὴν ἔζησε. Ὅσο καὶ νὰ ἔβριζε κανεὶς τότε, ἀντιλαμβανόταν ἀργότερα ὅτι εἶχε ἔρθει σ’ ἐπαφὴ μὲ κάτι τὸ πρωτοφανέρωτο καὶ πολύτιμο. Εἶχε ζήσει σὲ μιὰ κοινότητα ὅπου ἡ ἐλπίδα ἦταν πιὸ φυσιολογικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴν ἀπάθεια καὶ τὸν κυνισμό, ὅπου η λέξη «σύντροφε» σήμαινε συντροφικότητα κι ὄχι προσποίηση κι ἀπάτη, ὅπως γίνεται στὶς περισσότερες χῶρες. Ἀνάσαινε κανεὶς τὸν ἀέρα τῆς ἰσότητας. Σὲ κάθε χώρα μιὰ σημαντικὴ μερίδα ἀπὸ καλοντυμένους καθηγητάκηδες καὶ γραφειάδες τῶν κομμάτων ἀσχολοῦνται πυρετωδῶς νὰ «ἀποδείχνουν» ὅτι ὁ Σοσιαλισμὸς δὲν σημείνει τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕναν προγραμματισμένο κρατικὸ καπιταλισμό, μὲ ἀνέπαφο τὸ κίνητρο τοῦ κέρδους. Ἀλλὰ εὐτυχῶς ὑπάρχει ἐπίσης ἕνα ὅραμα τοῦ Σοσιαλισμοῦ τελείως διαφορετικό. Αὐτὸ, ποὺ τραβάει τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους στὸ Σοσιαλισμὸ καὶ τοὺς κάνει πρόθυμους νὰ ριψοκινδυνεύσουν καὶ τὴ ζωή τους γι’ αὐτόν, ἡ μυστικιστικὴ ἰδέα τοῦ Σοσιαλισμοῦ γιὰ ἰσότητα. Γιὰ τὴ μεγάλη πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων Σοσιαλισμὸς σημαίνει ἀταξικὴ κοινωνία ἢ δὲν σημαίνει τίποτα. Καὶ ἐδῶ εἶναι ποὺ μοῦ ἦταν πολύτιμοι ἐκεῖνοι οἱ λίγοι μῆνες στὴν πολιτοφυλακή. Γιατὶ οἱ ἰσπανικὲς ὁμάδες τῆς πολιτοφυλακῆς ὅσο διάρκεσαν ἦταν κάτι σὰν μικρογραφία ἀταξικῆς κοινωνίας. Σ’ ἐκείνη τὴν κοινότητα ὅπου κανένας δὲν εἶχε τὴν ἀγωνία τοῦ κέρδους, ὅπου ὑπῆρχε ἔλλειψη τῶν πάντων ἀλλὰ κανένα προνόμιο καὶ καμιὰ δουλοπρέπεια, ἔβλεπε κανεὶς ἕνα προμήνυμα γιὰ τὸ πῶς θὰ ἦταν τὰ ἀρχικὰ στάδια τοῦ Σοσιαλισμοῦ. Καὶ ἀντὶ νὰ μὲ ἀπογοητεύσει μὲ προσέλκυσε πιὸ γερά. Ἔκανε τὴν ἐπιθυμία μου νὰ δῶ τὸν Σοσιαλισμὸ νὰ θριαμβεύει, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι ἦταν πρίν. Αὐτὸ ἴσως νὰ ὀφείλεται καὶ στὴν καλή μου τύχη, ποὺ βρέθηκα ἀνάμεσα σὲ Ἰσπανούς, Μὲ τὴν ἔμφυτη καλωσύνη τους καὶ τὴν πάντα παροῦσα ἐπίδραση τοῦ Ἀναρχισμοῦ, θὰ ἔκαναν ἀκόμη καὶ τὰ ἀρχικὰ στάδια τοῦ Σοσιαλισμοῦ ἀνεκτὰ ἂν τοὺς δινόταν ἡ εὐκαιρία. […]       

Τζὼρτζ Ὄργουελ, Πεθαίνοντας στὴν Καταλωνία, ἐκδ. Κάκτος, Ἀθήνα 1983

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

τὸ κοινωνικὸ ἀντίκρισμα τῆς θεωρίας τῶν ὄντων

Μαρία Πασσαλῆ- Πορεία πλεύσης

[…] «Σ’ ὅλη τὴ γῆ ἔφτασε ὁ λόγος γιὰ τὰ κατορθώματά σου καὶ ἁπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν σου». Γιατὶ δὲν ἔφαγες μόνος τὸ ψωμί σου, ἀλλὰ μετέδωσες ἀπ’ αὐτὸ πλούσια στὰ ὀρφανὰ καὶ τὰ ἀνέθρεψες ἀπὸ μικρὰ σὰν πατέρας τους κι ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας τους τὰ ὁδήγησες στὴ δικαιοσύνη. Δὲν εἶδες γυμνοὺς νὰ πεθαίνουν καὶ δὲν τοὺς ἔντυσες. Ὅλοι οἱ ἀδύναμοι σ’ εὐλόγησαν∙ γιατὶ ζέστανες τοὺς ὤμους τους ἀπὸ τὴν κουρὰ τῶν ἀρνιῶν σου. Δὲν ἔκρυψες τὸ χρυσάφι σου στὴ γῆ σου, ὥστε νὰ ἀπολαμβάνει ἡ σάρκα σου, ἀλλὰ ἔστειλες ὅλο σου τὸν πλοῦτο στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ ἑτοιμάσει τὰ ἀγαθὰ τῆς ψυχῆς. […] Περιόρισες τὰ χέρια σου ἀπὸ ἄδικα δῶρα, ἔσωσες τὸν φτωχὸ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ δυνάστη καὶ ἔκλαψες γιὰ κάθε ἀδύναμο καὶ ἀναστέναξες βλέποντας ὄποιον βρέθηκε σὲ ἀνάγκη. Βοήθησες ὀρφανὰ ποὺ δὲν εἶχαν προστάτη, σ’ εὐλόγησαν τὰ στόματα τῶν χηρῶν. Γιατὶ ἐνδύθηκες τὴ δικαιοσύνη καὶ ντύθηκες τὴ δίκαιη κρίση. Ἔγινες ὁ ὀφθαλμὸς τῶν τυφλῶν, τὸ πόδι τῶν κουτσῶν καὶ ὁ πατέρας τῶν ἀδυνάτων. Συνέτριψες τὶς μυλόπετρες τῶν ἀδίκων καὶ ἀπέσπασες ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ δόντια τους ὅ,τι εἶχαν ἁρπάξει. […] Δηλαδὴ μὲ τὴ γνώση τῆς εὐσεβοῦς θεωρίας τῶν ὄντων πορεύεσαι ἀβλαβῶς ἀπὸ τὴν ἀπάτη καὶ τὴν ἄγνοια τούτου τοῦ αἰῶνος σπεύδοντας πρὸς τὸ ἀνίσκιωτο φῶς. […]

Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Λόγος παραινετικὸς ἐν εἰδει ἐπιστολῆς πρὸς τὸν δοῦλον τοῦ Θεοῦ κύριον Γεώργιον, τὸν πανεύφημον Ἔπαρχον Ἀφρικῆς

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Γάλλοι μαρξιστὲς γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ


Ἡ γαλλικὴ μαρξιστικὴ Ἐπιθεώρηση La Pensée τῶν ἐκδόσεων “Espaces Marx”, τεῦχος 322 (Ἀπρίλιος -Ἰούνιος 2000) ἦταν ἀφιερωμένη στὸ μέγα θέμα τοῦ Χριστιανισμοῦ (Christianismes).
[…] Στὴν Εἰσαγωγή, Διευθυντὴς τῆς Ἐπιθεωρήσεωςκυκλοφορεῖ ἤδη ἀπὸ τὸ 1939- Antoine Cazanova, ἐπισημαίνει ὅτι στὸ σταυροδρόμι τῶν τεραστίων μεταβολῶν ποὺ βρίσκεται σήμερα ἀνθρωπότης, πίστις στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς ἐνανθρωπήσαντα καὶ σταυρωθέντα, ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῆς Ἐξουσίας, Θεό, οἱ Μακαρισμοὶ καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία ἀποτελοῦν πηγὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ ἄνθρωποι ἀντλοῦν ἐλπίδα καὶ δύναμη στοὺς ἀγῶνες τους γιὰ εἰρήνη, ἐλευθερία καὶ δικαιοσύνη.
[…] Ὁ Michael Löwy, φιλόσοφος, ἐρευνητὴς καὶ πολιτειολόγος, ἀναφερόμενος στὸ θέμα «Μαρξισμὸς καὶ Θρησκεία», ἀρχίζει μὲ τὴ γνωστὴ φράση ὅτι «ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ». Φράση ποὺ ἔχει ἀποτελέσει τὴν πεμπτουσία τῆς μαρξιστικῆς ἀντιλήψεως γιὰ τὸ θρησκευτικὸ φαινόμενο. Ἡ φράση αὐτὴ ὅμως, ὅπως δέχεται ὁ συγγραφεύς, εἶναι προμαρξιστικὴ καὶ δὲν ἐκφράζει κάτι τὸ ἰδιαίτερα μαρξιστικὸ (na rien de spécifiquement marxiste). […]
Ἀπὸ τὸ 1843 ὁ Moses Hess, στὰ δοκίμιά του, δέχεται ὅτι ἡ «Ἡ θρησκεία μπορεῖ νὰ καταστήσει ὑποφερτὴ τὴ δυστυχισμένη συνείδηση τῆς σκλαβιᾶς, ὅπως τὸ ὄπιο εἶναι μεγάλη βοήθεια στοὺς πόνους τῆς ἀρρώστιας». Τέλος ὁ Μὰρξ στὸ ἔργο του  «Συμβολὴ στὴν Κριτικὴ τῆς Φιλοσοφίας τοῦ Χέγκελ» (1844), ὅπως γράφει ὁ Löwy, δέχεται ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι ὁ ἀναστεναγμός, ἡ ἀνάσα τῆς καταπιεσμένης ὑπάρξεως, ἡ καρδιὰ ἑνὸς κόσμου χωρὶς καρδιά, εἶναι τὸ πνεῦμα σὲ μιὰ κατάσταση πραγματικότητας χωρὶς πνευματικότητα. «Βλέπουμε λοιπόν, γράφει ὁ Löwy, ὅτι ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Μὰρξ δὲν ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς σοβαροὺς ἑρμηνευτὲς ὅτι ἡ θρησκεία συμβάλλει στὴν ἀποβλάκωση τῶν Λαῶν». […]
Ἀντιθέτως, ὁ Φρήντριχ Ἔνγκελς, ἂν καὶ ἀπεδέχετο τὶς ὑλιστικὲς καὶ ἀθεϊστικὲς ἀντιλήψεις τοῦ Μάρξ, ἴσως λόγῳ τῆς «εὐσεβιστικῆς» ἀγωγῆς του, ἐπέδειξε μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ θρησκευτικὰ φαινόμενα καὶ τὸν ἱστορικό τους ρόλο καὶ γι’ αὐτὸ ἀσχολήθηκε μὲ τὶς κοινωνικὲς ἀπαρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ, τῆς πρώτης θρησκείας ποὺ κατέστη, κατὰ τὸ δυνατόν, παγκόσμιος.
Οἱ πρώτοι Χριστιανοὶ εἶναι παρόντες καὶ ἐμπνέουν ὅλα τὰ λαϊκὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα ἀπὸ τὸν μεσαίωνα μέχρι τὴν ἐπανάσταση τῶν Γερμανῶν ἀγροτῶν καὶ ἐργατῶν καὶ τῶν κομμουνιστικῶν ἐπαναστάσεων στὴ Γαλλία. Ἐξ ἄλλου διαπιστώνει ἕναν δομικὸ παραλληλισμὸ μεταξὺ τῶν πρώτων Χριστιανῶν καὶ τοῦ σοσιαλισμοῦ. Ὁ Θωμᾶς Μύντσερ, θεολόγος καὶ ἡγέτης τῶν ἐπαναστημένων ἀγροτῶν τοῦ XVI ἐπεδίωκε τὴν ἄμεση ἐγκαθίδρυση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία κατὰ τὸν Ἔνγκελς, θὰ ἦταν μιὰ κοινωνία ἀταξικῆ, χωρὶς περιουσία καὶ χωρὶς κρατικὴ ἐξουσία.
Ὁ Κὰρλ Κάουτσκυ, ὁ θεωρητικὸς τῆς γερμανικῆς σοσιαλδημοκρατίας καὶ τῆς Β' Διεθνοῦς, ὑπῆρξε ἴσως ὁ πρῶτος μαρξιστής, ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο του Der ursprung des christianismus (Ἡ Ἀπαρχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ) τὸ 1908, ἀσχολήθηκε μὲ τὸ χριστιανικὸ μήνυμα καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἰησοῦ ἐμμένοντας στὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον (10, 34) «οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν».
Ἀνεξαρτήτως τῶν στερεοτύπων θέσεων τῶν μαρξιστῶν ἔναντι τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ἀπόψεις ὅπως ἐκτίθενται στὸ ἀφιέρωμα πείθουν ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα σοβαρῆς καὶ προσεγμένης προσεγγίσεως τῶν θεμάτων μὲ συναίσθηση πνευματικῆς εὐθύνης.
Μπορεῖ νὰ μὴν χρησιμοποιοῦν ὅρους ὅπως «ὁ Κύριος» ἢ ὁ «Σωτήρας», ἢ νὰ μὴν θεωροῦν τὸν Χριστὸ ὡς Θεό, δὲν ἀσκοῦν ὅμως κριτικὴ μὲ φανατισμὸ καὶ ευτελῆ συνθηματολογικὰ ἀποφθέγματα, οὔτε ἐκφράζουν τὴν ἀπιστία τους μὲ αὐτάρεσκη αὐτοπεποίθηση καὶ εἰρωνικὴ κριτική. […]

Ἄκις Λαμπρόπουλος, Γάλλοι μαρξιστὲς γιὰ τὸν Χριστιανισμό, περ. Ἄρδην, τ. 36, Ἰούλιος 2002