Ἔρνστ
Μπλόχ, Οὐτοπία καὶ Ἐπανάσταση, μτφρ.
Στέφανου Ροζάνη, Ἔρασμος 1985
νὰ ὑφάνουμε μαζὶ τὴν ἐξέγερση τῆς συνάντησης
Ἔρνστ
Μπλόχ, Οὐτοπία καὶ Ἐπανάσταση, μτφρ.
Στέφανου Ροζάνη, Ἔρασμος 1985
Ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτικού λόγου –ιδίως εκείνου που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτικός»– αντιμετωπίζει την πίστη του λαού μας είτε με αμηχανία είτε με ευθεία περιφρόνηση. Η πίστη παρουσιάζεται ως κατάλοιπο του παρελθόντος, ως ιδιωτική ιδιορρυθμία ή, στη χειρότερη εκδοχή, ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και τη χειραφέτηση. Αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη. Παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Και το βασικό της αποτέλεσμα είναι ότι κόβει τον δεσμό ανάμεσα στον λαό και την πολιτική. Γιατί για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας η λαϊκή πίστη δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι δόγμα προς υπεράσπιση ούτε μηχανισμός εξουσίας. Είναι τρόπος ζωής. Είναι μνήμη, πένθος, γιορτή, κοινότητα. Είναι η γλώσσα με την οποία ο λαός έμαθε να αντέχει την ήττα, την κατοχή, τη φτώχεια, την απώλεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έμαθε να στέκεται όρθιος όταν όλα γύρω του κατέρρεαν.
Όταν αυτή η πίστη λοιδορείται, δεν αποδυναμώνεται η Εκκλησία ως θεσμός εξουσίας. Αποξενώνεται ο ίδιος ο λαός από τον συλλογικό του εαυτό. Και τότε η πολιτική μένει χωρίς κοινωνικό σώμα, χωρίς ρίζες, χωρίς μνήμη, χωρίς εμπιστοσύνη. Ό,τι καλύτερο για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, δηλαδή.
Το μάθημα των Ζαπατίστας
Ένα από τα λιγότερο κατανοημένα –και συχνά αποσιωπημένα– στοιχεία της εμπειρίας των Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας είναι ότι δεν αρνήθηκαν τις τοπικές πνευματικές και θρησκευτικές παραδόσεις των ιθαγενών κοινοτήτων. Δεν τις θεώρησαν «οπισθοδρομικές», ούτε εμπόδιο στον πολιτικό αγώνα. Αντίθετα, τις ενσωμάτωσαν πολιτικά, τις μετέτρεψαν σε έδαφος συλλογικής αξιοπρέπειας, κοινοτικής συνοχής και αντίστασης.
Για τους Ζαπατίστας: Η Γη (Madre Tierra) είναι ζωντανό ον, όχι πόρος. Ο κόσμος είναι σχέση, όχι
αντικείμενο. Ο χρόνος είναι κυκλικός, όχι γραμμικός. Το άτομο δεν νοείται έξω από το κοινό (la comunidad). Η πνευματικότητα δεν είναι ιδιωτική πίστη, αλλά τρόπος ζωής.
Οι Ζαπατίστας κατάλαβαν κάτι απλό αλλά βαθύ: ένας λαός δεν χειραφετείται όταν λοιδορείται. Δεν ζήτησαν από τις κοινότητες να αποκοπούν από την κοσμοαντίληψή τους για να γίνουν «σύγχρονες». Δεν επέβαλαν έναν εισαγόμενο, άθεο ή τεχνοκρατικό λόγο. Είπαν: αγωνιστείτε από εκεί που είστε. Γι’ αυτό και το κεντρικό τους σύνθημα, «να κυβερνάς υπακούοντας», δεν είναι απλώς πολιτική θέση. Είναι ηθική στάση. Ριζωμένη σε μια πνευματικότητα όπου η εξουσία δεν νοείται ως κυριαρχία, αλλά ως διακονία.
Η ορθόδοξη παρανόηση
Στην Ελλάδα κυριαρχεί μια βαθιά παρανόηση: ότι η Ορθοδοξία ως λαϊκή πνευματικότητα είναι ταυτισμένη με τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό ή τη συντήρηση. Όμως στον πυρήνα της, η ορθόδοξη θεολογία δεν μιλά για έναν Θεό-αφέντη. Μιλά για έναν Θεό της κένωσης, της αγάπης, της σχέσης. Έναν Θεό που δεν επιβάλλεται, αλλά προσκαλεί. Που δεν κυβερνά με φόβο, αλλά με ελευθερία.
Αυτός ο Θεός δεν είναι ο προτεσταντικός Θεός της Δύσης και δεν έχει καμία συγγένεια με την αγορά, την πειθαρχία, τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, βρίσκεται πιο κοντά σε εκείνη τη ζαπατιστική πνευματικότητα που βλέπει το ιερό μέσα στο κοινό, στη γη, στη φροντίδα, στη συλλογική απόφαση.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η πίστη. Το πρόβλημα είναι η εργαλειοποίησή της: είτε από την
εξουσία, είτε από την αντίδραση, είτε από μια πολιτική που φοβάται να μιλήσει τη γλώσσα του λαού.
Η αποικιοκρατικοποιημένη διανόηση
Σε πλήρη αντίθεση με τους Ζαπατίστας, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής αριστερής διανόησης λειτούργησε τις τελευταίες δεκαετίες ως φορέας εσωτερικευμένης αποικιοκρατίας. Υιοθέτησε άκριτα εισαγόμενα σχήματα, γλώσσες και ιεραρχίες «προόδου», αντιμετωπίζοντας τη λαϊκή πίστη, την οικογένεια, την πατρίδα και τις μορφές κοινοτικής ζωής όχι ως πεδία πολιτικού μετασχηματισμού, αλλά ως βάρη προς εξάλειψη.
Έτσι, αντί να συγκρουστεί με την εξουσία, συγκρούστηκε με τον ίδιο τον λαό. Αντί να αποδομήσει την κυριαρχία, αποδόμησε τη λαϊκή αυτοεκτίμηση. Έγινε μεταφραστής ξένων λόγων προς έναν λαό που δεν αναγνώριζε τον εαυτό του σε αυτούς. Και όταν ο λαός δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στον λόγο που του απευθύνεται, δεν χειραφετείται· αποσύρεται.
Τι σημαίνει πολιτική με ρίζες
Κάτι αντίστοιχο με την εμπειρία των Ζαπατίστας θα μπορούσε να συμβεί και εδώ. Όχι με θεοκρατικά σχήματα. Όχι με κρατικοεκκλησιαστικές συγχωνεύσεις. Αλλά με μια πολιτική που δεν ντρέπεται για τη λαϊκή πίστη, δεν την ιδιοποιείται, δεν τη γελοιοποιεί και δεν την αφήνει έρμαιο των πιο σκοτεινών εκδοχών της. Μια πολιτική που καταλαβαίνει ότι η επανιεροποίηση της συλλογικής ζωής –της πατρίδας ως κοινότητας ευθύνης, της οικογένειας ως χώρου φροντίδας, της πίστης ως ηθικού ορίου στην εξουσία– μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην πλήρη εμπορευματοποίηση του ανθρώπου.
Γιατί χωρίς σεβασμό, δεν υπάρχει χειραφέτηση.
Οι Ζαπατίστας μας θυμίζουν κάτι κρίσιμο: η αλλαγή δεν ξεκινά από την άρνηση της ταυτότητας, αλλά από τη μετατόπισή της προς την αξιοπρέπεια και το Κοινό. Δεν αλλάζεις τον κόσμο ξεριζώνοντας τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Τον αλλάζεις βοηθώντας τον να σταθεί όρθιος και να αντισταθεί απο εκεί όπου βρίσκει απάγκιο και παρηγοριά. Και όποιος θέλει να μιλήσει στον λαό, δεν μπορεί να ξεκινά λέγοντάς του ότι όσα τον κράτησαν όρθιο είναι «πρόβλημα».
![]() |
| Van Gogh |
«Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ
ἀγρότες, ὁ πρωτογενὴς τομέας ποὺ στενάζει καὶ ὑποφέρει δὲν εἶναι κάτι ξένο πρὸς
ἐμᾶς. Οὔτε εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι σαδιστὲς καὶ θέλουν νὰ κλείνουν τοὺς
δρόμους γιὰ νὰ ταλαιπωροῦν τοὺς συνανθρώπους τους. Ἄλλωστε καὶ οἱ ἀγρότες περιμένουν
τὰ παιδιά τους στὶς γιορτές, τὰ ἐγγόνια τους. Περιμένουν τοὺς οἰκείους, τοὺς συγγενεῖς,
τοὺς φίλους καὶ κανεὶς δὲν ἔχει ὄρεξη νὰ περνάει τὶς γιορτὲς πάνω στὴν Ἐθνικὴ
Ὁδὸ καὶ νὰ βρίσκεται ἐκεῖ μὲ τὸ τρακτέρ του καὶ μὲ τὰ μηχανήματά του. Ἀλλοίμονο,
δὲν θὰ πρέπει σὲ καμία περίπτωση νὰ μετατοπίσουμε τὰ ὅποια προβλήματα ἐντὸς τῆς
κοινωνίας τῶν πολιτῶν καὶ νὰ στρέψουμε τὸν ἕναν ἀδελφὸ ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀδελφοῦ.
Ἀλλὰ ἀντίθετα θὰ πρέπει νὰ ἑνώνουμε τὶς δυνάμεις μας, γιατὶ καὶ οἱ διεκδικήσεις
εἶναι απαραίτητες. Δὲν εἶναι κακὸ νὰ διεκδικοῦμε καὶ ἰδιαίτερα νὰ διεκδικοῦμε
ὑπὲρ τῶν ἄλλων καὶ ὄχι ὑπὲρ τῶν ἑαυτῶν μας. Μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ἡ διεκδίκηση
ἡμῶν ποὺ δὲν εἴμαστε ἀγρότες ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν, παρὰ τῶν ἀγροτῶν γιὰ τὸν ἑαυτό
τους καὶ γιὰ τὰ δικά τους, ἂς τὸ ποῦμε, συμφέροντα.
Εἶναι ὑποχρέωσή μας
σὰν κοινωνία καὶ σὰν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἡ διεκδίκηση δὲν σημαίνει ἐχθρότητα οὔτε
σημαίνει ἐχθροπάθεια οὔτε σημαίνει ἀμφισβήτηση. Εἶναι συνταγματικὸ δικαίωμα τὸ
ὁποῖο κατοχυρώνεται σὲ μιὰ εὐνομούμενη δημοκρατία καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ θὰ πρέπει
νὰ χαροποιεῖ καὶ τὴν πολιτεία. Θὰ πρέπει νὰ τὴ χαροποιεῖ ὅτι ὑπάρχουν
διεκδικήσεις καὶ αὐτὲς θὰ μεταφέρονται καὶ στὴν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση καὶ νὰ
ταρακουνοῦνται οἱ ἰσχυροὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ μὴν ξεγελιοῦνται ἀπὸ τὰ
λαμπάκια τῶν Χριστουγέννων καὶ ἀπὸ τὶς διακοσμήσεις τῆς περιόδου αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ
βλέπουν στὰ πραγματικὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ
τόπου μας, τῆς πατρίδος μας ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς ζωής μας.
Νομίζω ὅτι θὰ γίνουν τὰ
ἀναγκαία βήματα ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς καὶ κάτι καλὸ θὰ βγεῖ. Ἐμεῖς, ὅμως, καὶ
ἐγὼ προσωπικὰ συμπαρίσταμαι μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἀγώνων. Εἶμαι
ὑπὲρ τῶν ἐπαναστάσεων. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν διεκδικήσεων. Γιατὶ ὁ ἐφησυχασμὸς δὲν
κάνει ποτὲ καλὸ στὴν ἐξουσία. Ποτέ. Μιὰ δημοκρατία θέλει καὶ συμπολίτευση καὶ
ἀντιπολίτευση γιὰ νὰ εἶναι ὑγιής».
Μητροπολίτης Φθιώτιδος Συμεὼν
Ὁ ἅγιος Δημήτριος πράγματι εὐλόγησε τὸν Νέστωρα σφραγίζοντάς τον στὸ πρόσωπο μὲ τὸ σημεῖο τοῦ τίμιου σταυροῦ καὶ λέγοντάς του: «καὶ τὸν Λυαῖο θὰ νικήσεις καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ θὰ μαρτυρήσεις». Ἡ μάχη μὲ τὸν Λυαῖο δὲν γινόταν μὲ τὰ χέρια, ἀλλὰ μὲ μαχαίρια. Μὲ τὸ πρῶτο χτύπημα ὁ Λυαῖος ἔπεσε νεκρός. Τὸ μαχαίρι τοῦ Νέστωρα τὸν χτύπησε κατευθείαν στὴν καρδιά.
Γιατὶ ὅπως θὰ ἀποφανθεῖ ὁ συντάκτης τῆς ἀναρχικῆς ἐφημερίδας
«Φῶς» τοῦ Πύργου, «οἱ ἀναρχικοὶ πάντοτε έγνώριζον νὰ μεταχειρίζονται καλῶς τὸ
ἐγχειρίδιον», (Νέον Φῶς 1.1.1898, φ.5, σ.2-3).
Davor Džalto, Anarchy and the Kingdom of God, From Eschatology to Orthodox Political Theology and Back, New York, 2021
Αὐτὸς
ποὺ έχει τὴν ἐξουσία νὰ θεραπεύσει τὸ κακὸ τῆς πείνας, ἀλλὰ μὲ τὴ θέλησή του τὸ
αναβάλλει, ἐπειδὴ θεωρεῖ τὴν πλεονεξία του σπουδαιότερη, θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ
καταδικάζεται μὲ αυτόὺς ποὺ διαπράττουν φόνο. […] Αὐτὸς ποὺ δὲν συντρέχει καὶ δὲν
κάνει δικές του τὶς ανάγκες τοῦ διπλανοῦ του καὶ ὁ τσιγκούνης καταδικάζεται πρῶτος
απ’ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς.
Μ.
Βασιλείου, Ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ