Κυριακή 24 Μαΐου 2015

ἡ κοινότητα τοῦ ἑορτολογικοῦ σοσιαλισμοῦ


Χρῆστος Μποκόρος
[…] Τὸ ἐλεύθερο ἦθος τῆς δουλωμένης ρωμιοσύνης βρίσκεται στοὺς ἀντίποδες κάθε ἱστορικοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ κάθε πολιτικοῦ «φιλελευθερισμοῦ», ὅπως τὸν κήρυξε αὐτὸν τὸ φιλελευθερισμὸ ἡ γαλλικὴ ἐπανάσταση, ὁ εὐρωπαϊκὸς διαφωτισμὸς (Aufklärung) ἢ ὁ μαρξισμός. Ὁ φιλελευθερισμὸς τοῦ κοινωνικοὺ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως βιώθηκε στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, ἔγκειται σὲ μιὰ οὐσιαστικὴ καταξίωση τῶν λαϊκῶν ἀξιῶν, στὴν ἐφαρμογὴ μέσα στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν κριτηρίων τῆς λαϊκῆς παραδόσεως καὶ τῆς αὐθεντικῆς λαϊκῆς πνευματικότητος. Ὁ λαὸς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς ἀλήθειας, καὶ κάτι περισσότερο: εἶναι τὸ σῶμα τῆς ἀλήθειας, ἡ ἐνσάρκωση τῆς ἀλήθειας, δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἔξω ἀπὸ τὸ λαό. Ἀλλὰ ὁ λαὸς τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ «λαὸ» τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐγχειριδίων τῆς κοινωνιολογίας· εἶναι ἡ κοινωνία τῶν προσώπων, ἡ λειτουργικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν, ἡ εἰκόνα τῆς ἀλήθειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὴ δυνατότητα γιὰ τὴ φανέρωση ἑνὸς γνήσιου «σοσιαλισμοῦ» ποὺ σέβεται τὴν προσωπικὴ μοναδικότητα καὶ ἀναδεικνύει τὴ λειτουργικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Εἶναι ἕνας «ἑορτολογικὸς σοσιαλισμὸς», ἕνα γιορταστικὸ ἦθος, ἡ ἔνταξη τῆς κοινωνικῆς ζωῆς στὸν εὐχαριστιακὸ κύκλο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, στὸν καθημερινὸ μυστικὸ θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὸ παράλογο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ κόσμου. Ἡ προέκταση τῆς Εὐχαριστίας στὴν καθημερινὴ ζωὴ ἐλευθερώνει τὴν ἀνθρώπινη ἐργασία ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν ἀνάγκη, δηλαδὴ στὸ ἀπολυτοποιημένο ἀτομικὸ συμφέρον, τὴ μεταμορφώνει σὲ προσωπικὴ σχέση, σὲ πράξη κοινωνίας. Τὸ κορύφωμα αὐτῆς τῆς σχέσεως καὶ κοινωνίας εἶναι ἡ γιορτή. Στὴν παραδοσιακὴ ἑλληνικὴ ζωὴ ἡ γιορτὴ εἶχε πάντοτε σὰν κέντρο τὴν ἐκκλησιαστικὴ μνήμη ἑνὸς ἁγίου, ἤταν πάντοτε μιὰ «πανήγυρις». Γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς ἀδελφωνότανε ὁ λαός, τραγουδοῦσε, χόρευε, συνέτρωγε· ἐκεῖ διαλύονταν οἱ διαφορὲς καὶ οἱ παρεξηγήσεις, ἐκεῖ γεννιώταν ὁ ἔρωτας καὶ θεμελιώνονταν οἱ καινούργιες φαμίλιες. Κανένας σοσιαλισμὸς ὀρθολογικὰ ὠργανωμένος δὲν μπόρεσε ὣς τώρα νὰ ἀναστήση αὐτὴ τὴν αὐθεντικὴ διάσταση τῆς λαϊκῆς γιορτῆς, νὰ ἀνταποκριθῆ στὴ βαθύτατη ἀνάγκη ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ γιορτή. […]
Ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ καὶ πολιτιστικὴ πραγματοποίηση τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας ἐμφανίστηκε συνδεδεμένη μὲ μιὰ ὡρισμένη μορφὴ κοινωνικῆς ζωῆς, τὴν ἀγροτική, ποὺ εἶναι σήμερα πιὰ ξεπερασμένη. […]

Χρῆστος Μποκόρος
Ἂν οἱ τοπικὲς ἐκκλησίες ἀποφασίσουν νὰ ἐπανέλθουν στὴν αὐθεντικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, στὴ συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Παραδόσεως, δηλαδὴ στὴν ἐπανασύσταση τῆς ἐνορίας, τότε καὶ ἡ κοινωνικὴ - ἱστορικὴ διάσταση τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους δὲν θὰ ἀργήση νὰ φανερωθῆ σὲ συγκεκριμένες πολιτιστικὲς πραγματοποιήσεις μέσα στὴ βιομηχανικὴ κοινωνία· πραγματοποιήσεις ποὺ τώρα δὲν μποροῦμε θεωρητικὰ νὰ τὶς προβλέψουμε. Ἐπανασύσταση τῆς ἐνορίας σημαίνει λειτουργικὲς τοπικὲς κοινότητες, ἀριθμητικὰ πολὺ περιωρισμένες, ὥστε νὰ εἶναι πραγματικὰ δυνατὴ ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέση τῶν πιστῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν ποιμένα τους. Καὶ  περιωρισμένες λειτουργικὲς κοινότητες σημαίνει ἀναπόφευκτα κατάργηση τῆς ἐπαγγελματικῆς ἱερωσύνης […]



Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, Ἀθήνα 1970

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

ἀκμαῖος ὁ γερο-καπιταλισμός...

Βασίλης Χάρος, Ἀπολίθωμα

Τὶ πιὸ ἄδικο ἀπὸ αὐτὰ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει; Ἂν ἐξετάσει κάποιος, μὲ ποιὸν τρόπο χρησιμοποιοῦν τοὺς δυστυχεῖς καὶ ταλαίπωρους γεωργούς, θὰ δεῖ πὼς εἶναι ὠμότεροι ἀπὸ τοὺς βαρβάρους. Σὲ αὐτοὺς ποὺ λιώνουν ἀπὸ τὴν πείνα καὶ καταπονοῦνται μιὰ ὁλόληρη ζωή, προσθέτουν συνεχεῖς καὶ ἀφόρητες ἐντολές. Τοὺς διατάζουν νὰ κάνουν ἐπίπονες ἐργασίες καὶ χρησιμοποιοῦν τὰ κορμιά τους σὰν γαϊδούρια καὶ μουλάρια, ἢ μᾶλλον σὰν λιθάρια, μὴ ἀφήνοντάς τους νὰ ἀνασάνουν […]. Κι ἐνῶ μὲ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἱδρῶτες αὐτῶν γεμίζουν τὶς ἀποθῆκες καὶ τὰ πιθάρια τους, δὲν ἀφήνουν σὲ αὐτοὺς νὰ πάρουν τίποτε γιὰ τὸ σπίτι τους, ἀλλὰ κρατοῦν ὁλόκληρη τὴν παραγωγὴ στὰ πιθάρια τῆς παρανομίας τους καὶ πετοῦν σὲ αὐτοὺς ὡς ἀνταμοιβὴ λίγα χρήματα […]. Ἀκόμα τοὺς προσφέρουν δάνεια μὲ βαρύτατους ὅρους. Οἱ τόκοι τους δὲν ἀρκοῦνται στὸ ἑκατοστό, ἀλλὰ φτάνουν ἐκβιαστικὰ στὸ μισὸ τοῦ κεφαλαίου. Καὶ τὰ κάνουν αὐτὰ σὲ ἄνθρωπο ποὺ ἔχει γυναίκα καὶ τρέφει παιδιὰ καὶ παρήγαγε μὲ τὸν ἱδρώτα του τὰ ἀγαθά τους.

 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς Ματθαῖον, 61, PG 58, 591

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

ὕλη - Πράξη ἐρωτικὴ

Γιῶργος Κόρδης, Ἔρως καὶ Ψυχὴ
[…] Στὴν Πράξη τοῦ λαοῦ μας μέσα στὸν Καιρό, στὴ διαχρονική μας παράδοση, ὅπως ἐκφράστηκε στὸν Λόγο τῆς Ὀρθοδοξίας, κέντρο ζωῆς -«θεότητα»-, εἴπαμε, εἶναι ἡ πυρπολοῦσα τὸ Ἐγώ μας ἀγάπη, ἡ «καύση καρδίας», ἡ αἴσθηση τοῦ Ἐλέου, ἡ Παρουσία τοῦ Ἄλλου. Εὐσεβιστές, ὡστόσο, καὶ δυτικότροποι μέσα στὴν ἀλλοτριωμένη, μὲ συντριμμένη τὴν πολιτιστική της ταυτότητα κοινωνία μας, ἐπιζητοῦμε ὄχι τὴν καύση αὐτή, ὄχι τὴν κατάκτηση μέσα ἀπὸ τὸν Ἔρωτα μιᾶς ὕπαρξης ἰσόθεης, ὄχι τὸ Καθόλου, ὄχι τὴν οὐσία τῆς ζωῆς  -ποὺ εἶναι ὁ Ἔρωτας- ἀλλὰ τὴ «μερικότητα», τὰ ἐπὶ μέρους προϊόντα τῆς ζωῆς, τὴν ἐπιτυχία, τὸν πλοῦτο, τὰ καταναλωτικὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἢ καὶ τὸν ἔρωτα στὴν πτωχευμένη του μορφὴ τῆς σκέτης σάρκας - ὄχι ὡς ἀφὴ καὶ γεύση τοῦ ἀγαπώμενου ὁλόκληρου, ἀλλὰ τῆς σκέτης του σάρκας.
Ἀπολησμονᾶμε πὼς ὁ βασικὸς πλοῦτος ποὺ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὴν ἱστορία νὰ ἐνσαρκώσει εἶναι ὁ μανικὸς Ἔρωτας, ἡ πυρπόλησή μας γιὰ τὸ συγκεκριμένο Ἐσὺ ποὺ ἀγαπᾶμε ἢ ἡ διαρκὴς μεταμόρφωση ἑνὸς τέτοιου μανικοῦ Ἔρωτα σὲ καθολικὸ γεγονός, Ἔρωτα τοῦ Ὅλου-Ἄλλου, Πράξη ἑνοποίησης τῆς διασκορπισμένης ὕλης γύρω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πρέπει, ὅπως λέει ὁ σύγχρονός μας Περουβιανὸς ἁγιορείτης, Συμεὼν ὁ Σταυρονικητιανός, «… νὰ μὴ χρησιμοποιοῦμε τὴν Πράξη ὡς λίπασμα γιὰ νὰ καρπίσει ἕνας κόσμος ἀλλοτριωμένος, ἀλλὰ νὰ τὴ χρησιμοποιοῦμε τὴν Πράξη γιὰ νὰ ἀνατινάζει καθημερινὰ αὐτὸν τὸν ἀλλοτριωμένο κόσμο». […]
Ἡ ἔσχατη ἀλλοτρίωση, ἡ ἔσχατη Πτώση, δὲν εἶναι ἔτσι, κάποια δαιμονικὴ παραμονὴ στὸ συγκεκριμένο Ἐσὺ ποὺ ἀγαπᾶμε, ὁ «δαίμων τῆς πορνείας» τῶν κάθε λογῆς εὐσεβιστῶν. Εἶναι, ἀντίθετα, ἡ ἀπουσία τοῦ Ἐσύ, τὸ «χλιαρὸς εἶ», ἡ «ἀκηδία», τὸ βόλεμα τῆς ψυχῆς μέσα στὶς δομὲς ποὺ σκλαβώνουν, ἡ ἀπουσία τοῦ σώματος, ἡ ἀπουσία τῆς σαρκός, ἡ ἀπουσία τῆς ὕλης, ἔτσι, ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας, ἀπουσία ποὺ κάνει ἀνάπηρη ἢ ἀνύπαρκτη τὴν ἀγάπη μας. Ἡ ἔσχατη πτώση εἶναι ἡ ἐπαναπαυμένη στὴ γαλήνη τοῦ μηδενὸς ἢ στὴν ἐλλειπῆ παρουσία τοῦ Ἄλλου ὕπαρξη […] νὰ διασώζεις τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν αὐτονομία σου μέσα σὲ μιὰ νηφάλια, κατασιγασμένη, δίχως ἔνταση ζωή…

Κωστὴς Μοσκώφ, Ὁ Ἔλεος καὶ ὁ Φόβος, Ἡ Παρουσία καὶ ἡ Ἀπουσία τοῦ Ἔρωτα στὸν ἑλληνικὸ λόγο…, σχόλια στὸν Κώστα Ζουράρι, (Θεοείδεια παρακατιανή, ἐκδ. Ἐξάντας, 1989) 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

ἔναντι τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ



Νίκος Βεντουρᾶς, Λιτανεία

[…] Τὸ πρῶτο ἐρώτημα τῆς φιλοσοφικῆς ροπῆς γιὰ γνώση εἶναι: Γιατὶ νὰ ὑπάρχει ὁ κόσμος καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει τὸ τίποτε; Ἔτσι βλέπουμε πὼς ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὅπως καὶ κάθε πράγμα χωριστά, ὅσο καλὰ καὶ νὰ τὰ γνωρίζουμε ἐπιστημονικῶς, τὰ περιβάλλει δακτύλιος σκότους. Γι’ αὐτὸ ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὴ φιλοσοφία. Ὅπου γίνεται ἡ ὑποκατάσταση σημαίνει πὼς λησμονήθηκε ἡ φιλοσοφικὴ ἀπορία τοῦ «γιατί». Πρόκειται γιὰ τὴ λησμονιὰ τοῦ ὀντολογικοῦ σκότους ποὺ μᾶς περιβάλλει. Καὶ ὅλα τὰ θεωροῦμε φωτεινά. Καὶ ὅλα τὰ θεωροῦμε γνωστά, ἢ ἕτοιμα νὰ τὰ γνωρίσουμε προσεχῶς. Ὅμως ἐδῶ πρόκειται γιὰ ἀπώλεια συνειδησιακοῦ χώρου, ποὺ μᾶς ἔχει δωρηθεῖ ὀντολογικῶς. Δηλαδὴ ὅταν εἴμαστε μόνον ἐπιστήμονες, δὲν ἀσκοῦμε καὶ τὴν ἄλλη ὑπαρξιακὴ δυνατότητά μας, τὴ φιλοσοφική: τὸ νὰ ἀποροῦμε γιατὶ νὰ ὑπάρχει ὁ κόσμος. Τὸ νὰ θεωροῦμε τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου αὐτονόητη εἶναι σὰν ὅλα νὰ τὰ περιβάλλει ἡ γνώση, ἐνῶ τελοῦμε βυθισμένοι στὴν πιὸ ἀπελπιστικὴ ἀγνωσία. Καὶ τὸ νὰ εἴμαστε ἁπλῶς ἀποδεσμευμένοι ἀπὸ τὰ ἐμπόδια, νομίζουμε πὼς ἀπολαμβάνουμε τὴν τέλεια ἐλευθερία, ἐνῶ τελοῦμε στὴν πιὸ δύσνοη ἀνελευθερία. Διότι πρόκειται γιὰ ἀνελευθερία τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς, ὅταν νομίζουμε πὼς ἐκπληρώσαμε τὸ αἴτημα γιὰ ἐλευθερία ἂν πηγαίνουμε στὴ μακρινὴ πόλη μὲ τὸ αὐτοκίνητο ἀντὶ μὲ τὰ πόδια. Πῶς μπορῶ νὰ εἶμαι καὶ γνώστης καὶ ἀληθινὸς καὶ ἐλεύθερος, ὅταν τελῶ στὸν κλοιὸ τοῦ σκότους ποὺ περιβάλλει τὰ πράγματα καὶ τὶς πράξεις μου; Καὶ πολὺ περισσότερο, ὅταν ἀγνοῶ αὐτὸν τὸν κλοιό; Ἤδη ἡ ἐπίγνωση αὐτοῦ τοῦ δακτυλίου σκότους εἶναι ἕνα εἶδος ἀπελευθερωτικῆς γνώσεως. Σὲ ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὴν ψευδῆ ἀπολυτοποίηση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως. Βεβαίως ἡ φιλοσοφικὴ γνώση δὲν ἔχει τὴ θετικότητα τῆς ἐπιστημονικῆς. Αὐτὸ εἶναι ἑπόμενο καὶ δὲν καταλογίζεται ὡς ἀδυναμία της. Ἀντίθετα, εἶναι ἡ δύναμή της. Διότι ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση εἶναι ἀναγκαστικὴ καὶ ὑποχρεωτική, ἐνῶ ἡ φιλοσοφικὴ εἶναι ἐλεύθερη καὶ διδάσκει τὴν ἀνυπόθετη ἐλευθερία. Καὶ ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία «ἀπό», ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία «γιὰ νὰ» - γιὰ νὰ ἀσκεῖς τὸν ὀντολογικό σου προορισμό. […]
Τὸ ἐρώτημα τὸ φιλοσοφικό, γιατὶ νὰ ὑπάρχει ὁ κόσμος καὶ ὄχι τὸ τίποτε, θέτει τὸν ἄνθρωπο ἔναντι τοῦ ἐρωτηματικοῦ κόσμου, ὄχι ὅμως καὶ ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ του. Μόλις τεθεῖ ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ του (γιατὶ νὰ ὑπάρχω ἐγώ; ποιὸς εἶμαι ἐγώ; τὶ θέλω στὸν κόσμο ἐγώ;), ὁ ἄνθρωπος κλονίζεται καὶ ζητάει βοήθεια ἐκ βαθέων. Διότι τότε εἶναι ποὺ πυκνώνει ἡ ἀγνωσία σὲ μεσονύκτιο σκότος καὶ τότε ἡ ἐλευθερία καθίσταται αἴτημα δραματικὸ ρύσεως ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ ὀντολογικοῦ μηδενός. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τῆς θρησκευτικῆς ἀλήθειας, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ὑποκαταστήσει οὔτε ἡ φιλοσοφική, πολὺ δὲ περισσότερο ἡ ἐπιστημονική.
Ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ σκότος ποὺ κατακλύζει τὸ πράγμα· ἡ φιλοσοφικὴ γνώση μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ σκότος ποὺ περιβάλλει τὸ πράγμα· ἡ θρησκευτικὴ γνώση μᾶς ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸ σκότος ποὺ καλύπτει τὴν ψυχή. Κάθε ἄνθρωπος ἐπιδιώκει τὸ εἶδος τῆς γνώσεως τὸ ὁποῖο ἀνταποκρίνεται στὸ εἶδος τοῦ σκότους ποὺ τὴν ὕπαρξή του ἀντιλαμβάνεται. Καὶ τὸ εἶδος τῆς ἐλευθερίας. Καὶ τῆς ἀλήθειας. Καὶ τοῦ καιροῦ.


Χρ. Μαλεβίτση, Γνώση καὶ Ἐλευθερία, στὸ Δοκίμια ἰδεῶν, ἐκδ. Δωδώνη, 1988

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

ἀλλήλους περιπτυξώμεθα

π. Σταμάτης Σκλήρης
Ζωὴ εἶναι νὰ αὐτοπαραδίδομαι γυμνὸς στὴ σχέση, ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ πρωταρχῶ. Θάνατος εἶναι νὰ παραιτοῦμαι καὶ νὰ κρύβομαι ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἄλλου· νὰ φοβᾶμαι νὰ γυμνωθῶ, γιατὶ ἔτσι θὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἁρπακτικότητά μου.
Στὸ γεγονὸς τῆς προσωπικῆς κλήσης γιὰ σχέση ὁ Ἀδὰμ ἀπαντοῦσε γυμνός: ἄφοβα, χωρὶς τὶς διαμεσολαβήσεις ποὺ ἐπινοεῖ ὁ ἐγωτισμός, γιὰ νὰ μασκαρεύει τὴν ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Ὅταν ὅμως ἀποφάσισε νὰ κοινωνεῖ μὲ τὰ αὐτεκμάγματά του, ἀντὶ νὰ ὁμοιώνεται μὲ τὸ πρωτότυπό του - τὸν ἐραστὴ Δημιουργό,  ἀπὸ τότε στὴν κλήση του ἀπαντᾶ: «ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην». 
Τότε ἡ γυμνότητα ἀπὸ τρόπος τῆς πληρότητας ἐξαχρειώνεται σὲ τόπο ὅπου φανερώνεται ἡ ἀποσπασματικότητα. Ὁ Ἀδὰμ δὲν μετέχει πιὰ στὴ ζωὴ ἀγαπητικῶς, παρὰ τὴν κατέχει μερικῶς, ὡς λάφυρο τῆς ἀπαίτησής του νὰ ἵσταται μόνος. Ἡ μοναξιὰ ἱδρύει τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Θεὸ («καὶ ἐξέβαλεν τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς»), ἀπὸ τὴ γυναίκα του («ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ», ἀντὶ τοῦ προγενέστερου «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου») καὶ ἀπὸ τὴν κτίση («ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἀπὸ τοῖς ἔργοις σου»).
Ἡ πτώση ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς συνάντησης στὸν καταναγκασμὸ τῆς κατίσχυσης δὲν εἶναι στάση. Εἶναι παράσταση. Μασκαρεμένοι φόβοι ὑποδύονται τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ξεγελαστεῖ ὁ θάνατος τῆς μοναξιᾶς.
Τὸ καταστροφικὸ θέατρο τοῦ παρα-Λόγου ἔρχεται νὰ τερματίσει ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ντύνεται τὴ σάρκα καὶ πίνει ἑκουσίως ὅλο τὸ ποτήριο τοῦ καρναβαλιοῦ τῆς πτώσης: γεύεται τὸν θάνατο, τὴν ἔσχατη συνέπεια τῆς ἀδαμιαίας ἀπόστασης, καὶ τὴν ξερνᾶ μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς ἀνθρωπότητας.
Αὐτὸ παιανίζει ἀπὸ σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Τὸ γεγονὸς ὅτι μᾶς ξαναχαρίστηκε ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς ἡ ὄντως στάση τῆς ἐλευθερίας. Ἡ Ἀνά-σταση ἔναντι τῆς μοναξιᾶς ποὺ παράγει θάνατο δωρίζεται στὸν γυμνό. Γιατὶ ὁ γυμνὸς ἀναλαμβάνει τὸν Σταυρὸ νὰ σχετίζεται, δὲν κρύβεται.
Ἡ ἐπ-ανά-σταση ἔχει νὰ διανύσει μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἰδεολογία ἕως τὴ ζωή. Θὰ τὸ διαπιστώσει ἰδίοις ὄμμασι ἂν ποτὲ τολμήσει νὰ σκαρφαλώσει στὸ Γολγοθά.

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας             


Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

δικαίωση ἡ πόρνη

Θεόδωρος Στάμος - Divide
Πολὺ σοφὰ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν τελευταία Κυριακὴ τῶν νηστειῶν τὴν κάποτε πόρνη Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία. Στὸ τέλος τῆς ἐπίπονης γυμνασίας, μὲ σκοπὸ τὴν ἀνάβαση στὸν Γολγοθά, τὸ κριτικὸ λεπίδι τῆς ἐκκλησιοποίησης θέτει τὸν ἀγωνιζόμενο ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου τῆς πορνείας. Ἕνα ἀμείλικτο ἐρώτημα πρέπει στὸν καθένα ποὺ ἀνέλαβε τὴν εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας, ποὺ μόχθησε νὰ ψηλαφήσει τὸ σαρακοστιανὸ μυστήριο τῆς ἐντατικότερης ἄσκησης. Τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν ἑαυτὸ εἶναι: «μήπως ὁ ἀγώνας, μὲ σκοπὸ νὰ καταστεῖ Λογικότερη ἡ ὕπαρξη, τελικὰ ἀποδείχθηκε μόνο πορνεία;».
Ὁ ψαλμωδὸς κάπου γράφει: «ὅτι ἰδοῦ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ, ἀπολοῦνται· ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ» (Ψ. 72, 27). Ἡ ὑπαρκτικὴ πορνεία πότε ἐκβάλλει στὸ σῶμα, πότε ὄχι. Στὸ δεύτερο ἐνδεχόμενο μένει στὶς πηγές της μολύνοντας δυσδιάκριτα ἀκόμη καὶ τὴν εὐσεβέστερη πράξη. Εἶναι ἡ δολιότερη προδοσία τῆς σχέσης. Ἐπειδὴ ὅμως ἀρνεῖται τὴ διακινδύνευση τῆς ρήξης, ἐπιλέγει τὴ χλιαρότητα τῶν συμβάσεων. Ἔτσι ἡ γαμήλια ὁδὸς τῆς ἐλευθερίας ξεφτίζει ἀπελπιστικὰ στὴν πορνεία τῆς ἠθικῆς. Τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ πόθου γιὰ διαρκῆ δικαίωση προσπορίζουν συντομότερη καὶ ἀσφαλέστερη ἡδονὴ ἀπὸ τὸν μόχθο καὶ τὴν ἀπορία τῆς σχέσης.
Εἶναι δυνατὸ ὁ ἀσκητικὸς τρόπος νὰ ἐκφυλιστεῖ σὲ αὐτοδικαιωτικὸ μηχανισμό. Πρόκειται γιὰ τὴν κατεξοχὴν ἀθεΐα, ἐφόσον τὸ πρόσωπο τοῦ Νυμφίου βρίσκεται κρυμμένο καὶ σταυρωμένο σὲ ἀρετὲς καὶ κατορθώματα, σὲ εἰδωλικά του ὑποκατάστατα.
Ἡ πορνεία τοῦ σώματος ἐπειδὴ ξεμυτίζει ἀπὸ τὰ ὑπόγεια τῆς ὕπαρξης ἐκτίθεται σὲ κίνδυνο. Πρωτίστως ἀδυνατεῖ νὰ ξεγελάσει τὸν ἔνοικο. Καὶ ἡ διαρκέστερη ἀκμαιότητά της εἶναι πάντοτε ἀλυσοδεμένη ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση. Ἡ πορνεία τῆς ἠθικῆς ἐπιβεβαίωσης ὅμως, μασκοφορεμένη καὶ ἀδιόρατη, ροκανίζει τὴ σχέση ἕως τὴν πλήρη ἐξάλειψή της. Καθιστώντας τὸν πορνεύοντα ἀνενδεῆ τοῦ ἄλλου ὁδηγεῖ στὸν οἰκτρὸ θάνατο τῆς αὐτοϊκανοποίησης.
Ὁ βαθμὸς ἐξάρτησης ἀπὸ τὸ ὄπιο τῆς δικαίωσης μετρᾶ τὴν ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὸν σταυρούμενο ἀπὸ τὸν σταυρωτή.
    


 Καλὴ ἀναρρίχηση στὸν κρανίου τόπον.

Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας