Ἡ Κυριακὴ τῆς
Σταυροπροσκυνήσεως τίθεται στὸ μέσον τῆς σαρακοστιανῆς ἀνάβασης. Δὲν θυμίζει
ἁπλῶς ἀλλὰ ὑπομνηματίζει τὴν ἀσκητικὴ ἀπέκδυση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀσχήμιας. Ὁ
Σταυρὸς εἶναι ἡ βακτηρία καὶ ὁ ξεναγὸς τοῦ ἀθλητῆ τῆς πίστης. Ἂν κατὰ τὴ
διάρκεια τῆς πάλης ἐνάντια στὴ δουλεία καὶ τὸν φόβο ὁ ἀγωνιζόμενος ἀναζητήσει
στήριξη σὲ ὁτιδήποτε πλὴν τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἀναστάσιμη πορεία μεταβάλλεται στὸ
φιάσκο τοῦ ἀμεταποίητου καγχάζοντος ἑαυτοῦ. Ἂν ἐπίσης ὁ ἀγωνιζόμενος ἀναζητήσει
ἄλλον μίτο, πλὴν τοῦ Σταυροῦ, γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὶς λαβυρινθώδεις ἀτραποὺς τῆς
φιλαυτίας, ἡ ναυτία τῆς αὐτοπεριδίνησης ἀλλοιώνει τὴν πραγματικότητα.
Ἡ κάθετη κίνηση
στὴ ζωὴ εἶναι ἡ πεισματώδης ἐμμονὴ τῆς αὐτοδικαίωσης. Ὁ ἄνθρωπος αἴρεται
ἀλαζονικὰ πάνω ἀπὸ τὸν πλησίον καὶ καταπίπτει μὲ τὸν πάταγο τῆς ἀπαίτησης στὸ
σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἤρθη. Ἡ διάρκεια αὐτῆς τῆς πολιτείας διανοίγει τὸν λάκκο
τοῦ ἅδη, στὸν ὁποῖο ὅλο καὶ περισσότερο βυθίζεται ὁ καθέτως ἐπιμένων, ὥσπου μόνος
θάπτεται στὸν βυθὸ ποὺ ὁ ἴδιος δώρισε στὸν ἑαυτό του.
Ἡ ὀριζόντια
κίνηση στὴ ζωὴ εἶναι ἡ ἰσοπεδωτικὴ βεβαιότητα. Μὲ ταχύτητα ποὺ ἀφοπλίζει ἐκ τῶν
προτέρων κάθε ἀπορία, ὁ ὁδοστρωτήρας – δρομέας προσπερνᾶ κάθε ἀλλότρια τοῦ
ἑαυτοῦ του παρουσία ὄντας σίγουρος γιὰ τὴν πορεία καὶ τὸν προορισμό. Ἡ ἔνταση
τοῦ τρόπου δὲν ἐπιτρέπει τὴ συνειδητοποίηση τῆς μοναξιᾶς. Στὸ ταχὺ πέρασμα
δίπλα ἀπὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα ἀπομένει μόνο ὁ ἐξουθενωμένος παντογνώστης,
ποὺ ἀγνόησε μέχρι καὶ τὸν ἴδιο.
Ἡ κατὰ μόνας
πραγμάτωση τῆς ζωῆς δὲν ὑλοποιεῖται ἀποκλειστικὰ στὴ μονομέρεια εἴτε τῆς
αὐτοδικαίωσης, εἴτε τῆς κατασφάλισης. Καὶ οἱ δύο παρὰ φύσιν κινήσεις
πραγματοποιοῦνται συγχρόνως μὲ τὴ βαρύτητα καὶ τὴ συχνότητα τῆς κάθε μιᾶς νὰ
ἀλλάζουν πρόσκαιρα τὸ πρόσημο. Ὁ οἰονεὶ σταυρὸς ποὺ σχηματίζουν οἱ δύο ὁδοὶ τῆς
μίας, κατὰ τὰ ἄλλα, ἐξουσιαστικῆς πραγματείας, δὲν σταυρώνουν τὸν ἑαυτὸ γιὰ νὰ
τὸν ἀναστήσουν. Ἀκολουθοῦν τὴν δαιμονιώδη ἀντίστροφη πορεία τῆς
αὐτοδύναμης-ἰδιότροπης ἀνάστασης τοῦ ἑαυτοῦ, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει νομοτελειακὰ ἡ
σταύρωση τοῦ πλησίον.
Τοιουτοτρόπως
γεννᾶται καὶ τρέφεται ὁ θάνατος. Ἀντίδοτό του φανερώνεται ἡ σταυρικὴ ὁδὸς ἐπὶ
τῆς ὁποίας ὅμως καθηλώνεται καθέτως ἡ αὐτοδικαίωση καὶ ὀριζοντίως ἡ
κατασφάλιση, τὰ δίδυμα τῆς μητριᾶς ἐξουσίας, ποὺ γαλακτοτροφεῖ τοὺς γενίτσαρους
τῆς ζωῆς. Ὁ σταυρούμενος κατὰ τὸν τρόπο τοῦ Χριστοῦ αἴρεται ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση
τῆς δικαίωσης καὶ συγχρόνως ἀρνεῖται
νὰ προσπεράσει τὴν ἀπορία. Ἡ ἀναζήτηση συνεπῶς τῆς ρίζας τοῦ εἶναι, τοῦ πυρήνα τῆς ὕπαρξης,
εἶναι ἡ πρόγευση τῆς Ἀνάστασης.
Ἡ Ἀνάσταση
ἀφορᾶ στὸν νεκρὸ ἑαυτὸ καὶ ἡ νεκρότητα στὴ διασπάθισή του. Ἡ κάθετη κίνηση τὸν
βρίσκει καὶ ἡ ὀριζόντια τὸν θεραπεύει. Ἔτσι ἡ ἑτερότητα ἀνασαίνει στὴ λευτεριά·
παιδευόμενη νὰ μὴν κοιτᾶ ἀφ’ ὑψηλοῦ, οὔτε νὰ σπρώχνεται ἀδιαφορώντας.
Ἀνδρέας
Γ. Βιτούλας




