Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

ἡ Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ τὸν πλοῦτο I

Ζιζὴ Μακρῆ

Κάλλιο φτωχὸς ποὺ προχωρεῖ μὲς στὴν εὐθύτητά του, παρὰ πλούσιος, ἀνόητος καὶ ψεύτης. (Παρ. 19,1)
Ὅποιος σπέρνει ἀδικία, θερίζει συμφορά· ἡ τυραννία του πάνω στοὺς ἄλλους, θὰ τελειώσει. (Παρ. 22, 8)
Μὴ γδύνεις τὸ φτωχὸ ἐπειδὴ εἶναι φτωχὸς καὶ μὴν καταπιέζεις τὸν δυστυχῆ στὴ δίκη· γιατὶ ὁ Κύριος θὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ δίκιο τους καὶ θὰ ἀπειλήσει τὴ ζωὴ ἐκείνων ποὺ τοὺς ἀπειλοῦν. (Παρ. 22, 22-23)
Ἄνθρωπος ποὺ φθονεῖ, βιάζεται νὰ πλουτίσει· καὶ δὲν γνωρίζει πὼς ἡ φτώχεια θὰ τὸν βρεῖ. (Παρ. 28, 22)


Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει τὸ χρῆμα, δὲ θὰ τὸ χορτάσει· κι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει τὴν ἀφθονία, δὲ θὰ ἔχει ποτὲ ἀρκετὰ εἰσοδήματα – κι αὐτὸ εἶναι ματαιότητα. Ὅσο πληθαίνουν τὰ ἀγαθά, τόσο πληθαίνουν κι αὐτοὶ ποὺ τὰ τρῶνε· καὶ ποιὰ ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν, παρὰ μόνο νὰ τὰ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τους; Ὁ ὕπνος τοῦ ἐργάτη εἶναι γλυκός, εἴτε λίγο φάει εἴτε πολύ· ὁ χορτασμός, ὅμως, τὸν πλούσιο δὲν τὸν ἀφήνει νὰ κοιμηθεῖ.
Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο κακὸ ποὺ πρόσεξα πάνω στὴ γῆ: Εἶναι ὁ πλοῦτος ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὸν κάτοχό του, γιὰ νὰ τοῦ φέρει δυστυχία. (Ἐκκλ. 5, 9-13)  


Ἑλληνικὴ Βιβλικὴ Ἑταιρία

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

ἡ παραφροσύνη τῆς ἀνισότητας

Γιώργος Σικελιώτης, Ἐργάτες

Αὐτὰ (τὰ ζῶα) ἔχουν τὰ πάντα κοινά, τὴ γῆ καὶ τὶς πηγὲς καὶ τὰ λιβάδια καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ δάση καὶ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἔχει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα. Ἀλλά, σύ, ἄνθρωπε, ποὺ εἶσαι τὸ πιὸ εὐγενικὸ ἀπὸ τὰ ζῶα, ἔχεις γίνει πιὸ ἄγριος ἀπὸ τὰ κτήνη. Μέσα σ’ ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ σπίτια σας ἀποθηκεύετε ἀρκετὰ γιὰ νὰ τραφοῦν χιλιάδες καὶ ἀκόμα περισσότερες χιλιάδες φτωχῶν. Πῶς μπορεῖ νὰ γίνεται αὐτό, ὅταν ἔχουμε μιὰ κοινὴ φύση καὶ πολλὰ ἄλλα κοινὰ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτήν; Ἔχουμε ἕναν κοινὸ οὐρανό, ἥλιο, φεγγάρι, χορὸ ἀστέρων, ἀέρα, θάλασσα, φωτιά, νερό, γῆ, ζωή, θάνατο, νεότητα, γηρατειά, ἀρρώστια, ὑγεία καὶ τὴν ἀνάγκη γιὰ τροφὴ καὶ ροῦχα. Οἱ πνευματικές μας ἀνάγκες εἶναι ἐπίσης κοινὲς σὲ ὅλους: τὸ ἅγιο θυσιαστήριό μας, τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου μας, τὸ ἅγιο αἷμα Του, τὴν ἐπηγγελμένη Βασιλεία, τὸ βάπτισμα τῆς ἀναγεννήσεως, τὴν μακαριότητα. Δὲν εἶναι λοιπὸν παραφροσύνη γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοινὰ τόσα πράγματα, τὴ φύση τους, τὴ χάρη, τὴ διαθήκη καὶ τοὺς νόμους, νὰ ἔχουν τέτοιο πάθος γιὰ τὸν πλοῦτο, ὥστε νὰ ξεχνοῦν τὴν ἰσότητά τους καὶ νὰ ξεπερνοῦν σὲ ἀγριότητα τὰ θηρία;  


Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στὸ π. Γεωργίου Φλορόφσκι Οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες τοῦ τετάρτου αἰώνα, μτφρ. Παναγιώτου Κ. Πάλλη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1991 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

ἡ «μανία» τῆς κοινοκτημοσύνης



Ὅποιος θὰ πάρη τὶς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», θὰ δῆ ἐκεῖ ὅτι ἡ ἀποστολικὴ κοινότητα (εἶχε), μᾶς τὸ λέει πολὺ καθαρά: «τὰ πάντα κοινά» (πρβλ. Πράξ. 2, 45). Καὶ ὅποιος ἤθελε νὰ βαπτισθῆ ἔπρεπε νὰ δώση ὅ,τι εἶχε στὸ κοινὸ ταμεῖο τῆς ἐνορίας. Κανένας δὲν εἶχε προσωπικά, ὅλα ἦταν κοινά.
Ξέρουμε τὸ περίφημο παράδειγμα ποὺ ὁ Ἀνανίας μὲ τὴν γυναίκα του εἶπαν ψέματα ὅτι ἔδωσαν ὅλα στὸ κοινὸ ταμεῖο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι πρῶτα πέθανε ο ἕνας, γιατὶ εἶπε ψέματα καὶ μετὰ ἦρθε ὁ ἄλλος καὶ ἔπεσε καὶ ἐκεῖνος νεκρός. Καὶ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ προκάλεσε τὴν πτώση τους.* Τόσο πολλὴ «μανία» φαίνεται ὅτι εἶχε ἡ ἀποστολικὴ κοινωνία μὲ τὸ θέμα τῆς κοινοκτημοσύνης.
Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτὸ ἦταν μόνο γιὰ τὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ἀλλά, ἐὰν διαβάσετε τὸ «Προπατορικὸν ἁμάρτημα», αὐτὸ τὸ βιβλίο ποὺ ἐξέδωσα, ἔχω τὴν πληροφορία ἀπὸ τὸν Ἰουστῖνο μάρτυρα, ὁ ὁποῖος λέει πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς μάλιστα, ὅτι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἔχουμε τὰ πάντα κοινά. Ἐὰν ὑπολογίσουμε ὅτι ὁ Ἰουστῖνος μάρτυς πέθανε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 2ου αἰῶνος, καὶ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του καμμία ἐνορία Χριστιανῶν ποὺ δὲν εἶχαν τὰ πάντα κοινά, τὸ στέλνει ὡς πληροφορία πρὸς τοὺς εἰδωλολάτρας αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν τὰ πάντα κοινά.
Σημαίνει ὅτι εἶναι ἕνας θεσμὸς ποὺ κράτησε τοὐλάχιστον διακόσια χρόνια καὶ ἴσως καὶ ἀργότερα καὶ μετὰ ἄρχισε νὰ διαλύεται. Καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ διαλύεται, ἐμφανίζεται ὁ μοναχισμός. […]
Τὰ θεμέλια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καὶ τῆς δυτικῆς εἶναι τελείως διαφορετικά, διότι οἱ δυτικὲς παραδόσεις ξεκινοῦν πάντοτε ἀπὸ τὴν εὐδαιμονία. Καὶ νομίζω ὅτι ὁ καπιταλισμὸς στὴν Δύση ξεκινάει κατὰ κύριον λόγον ἀπὸ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ εὐδαιμονία, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἰκανοποιήσεως τοῦ ἀτόμου. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἱκανοποιεῖται ἢ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του.

Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τ. Α´, Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 2010  




*σημείωση Domenico: εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ συγκεκριμένη φράση δὲν ὑπονοεῖ τιμωρητικὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα, τονίζει ὅτι ἡ πραγμάτωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινοκτημοσύνης ἀποτελοῦσε τὸ συνεργειακὸ κατόρθωμα τῆς ἐλεύθερης ἁγιοπνευματικῆς μεταμόρφωσης εἶναι καὶ πολιτείας, τῆς ὁποίας οἱ προϋποθέσεις καὶ οἱ συνέπειες διαγράφουν μία πονετικὴ διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ χριστεπώνυμου ἀστισμοῦ.     

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Κώστας Βάρναλης - ἡ Βασιλεία τῆς καρδιᾶς



Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μιὰ γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια
(Νίκος Καρούζος - Διάλογος πρῶτος)

[…]

ΙΗΣΟΥΣ

Τὸ λογικὸ δὲ φελᾶ σὲ τίποτα. Μήτε τὸ πολὺ μήτε τὸ λίγο.
Μήπως οἱ φιλόσοφοι ξέρουνε περισσότερα ἀπ’ τὰ πουλιὰ τ’οὐρανοῦ κι ἀπ’ τὰ σκουλήκια καὶ τὰ λούλουδα τῆς γῆς; Μήπως εἶναι καλύτεροι ἀπ’ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους;
Ὅσο πιὸ ξανοίγεται ἡ σκέψη, τόσο πιὸ στενέβουν οἱ καρδιές. Κι ὁ ἄνθρωπος χάνεται.
Ἐγὼ προσπάθησα νὰ φωτίσω τὴν καρδιά τους. Νὰ τῆς δώσω μεγαλύτερην ἅπλα καὶ πιότερο βάθος.

Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι βασιλεία τῆς Καρδιᾶς.
Ὅπως ἐγὼ θυσιάστηκα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ καλωσύνη, ἐγὼ ὁ βασιλιὰς τῶν Οὐρανῶν καὶ Θησαβρὸς τῶν Ἀγαθῶν, ἔτσι θὰ μάθουνε κ’ οἱ βασιλιάδες τῆς Γῆς νὰ θυσιάζονται γιὰ τοὺς σκλάβους καὶ νὰν τοὺς ἀγαπᾶνε.
Τότε δὲ θὰ ὑπάρχουνε ψεφτιὰ καὶ ἀδικία.

[…]


Κώστας Βάρναλης, Ὁ μονόλογος τοῦ Μώμου

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

ἡ τελεία τῆς ἠθικῆς



Ὁ ἁρμὸς τῆς λατρευτικῆς θεματικῆς τῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι ἡ καταιγιστικὴ ἐπίθεση τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ γεννήτορα τῆς θρησκείας: τῆς ἠθικῆς αὐτάρκειας.
Ὁ θάνατος εἶναι τὸ θεριὸ τῆς πτώσης, ἡ ἐξημέρωση τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται -ψευδαισθητικά- μὲ τὴν ἐπιστόμωση τοῦ ὑπαρκτικοῦ κενοῦ ποὺ τὸν θυμίζει. Στάσεις καὶ πράξεις ἠθικῆς προφάνειας στηλώνουν τὸ ἀπειλούμενο ἐγὼ προσπορίζοντάς του τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἐχθρὸς Θεὸς ἢ ὁ ἐχθρὸς ἑαυτὸς καταπραΰνονται. Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου χάσκει μασκαρεμένη ὑπὸ τὶς ἐπιχωματώσεις τῶν ἀτομικῶν κατορθωμάτων. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ βίου μετατρέπει τὸ ἐρωτηματικὸ τοῦ Θεοῦ σὲ τελεία. Ἡ κλήση Του προσκρούει στὴν ἀνενδεῆ ἐπιφάνεια τῆς ἠθικῆς αὐταξίας καὶ ἐξοστρακίζεται ἀναπάντητη. Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ ἄδικη καὶ βίαιη οἰκειοποίηση τῆς ζωῆς, ἀφοῦ αὐτὴ στανικῶς σμικρύνεται στὶς προδιαγραφὲς τῆς ἠθικῆς αὐτοϊκανοποίησης.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ ἄλλη ὄψη τοῦ ἐγωτισμοῦ. Ἐκείνη στὴν ὁποία φύονται πραγματώσεις παντελῶς ἀνήμπορες νὰ διεκδικήσουν ἠθικὲς ἀξιομισθίες. Αὐτὴ ἡ ἐξορισμένη στὸ κοινωνικὸ περιθώριο κίνηση βρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων ποὺ διαγράφει ἡ πτώση. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπουσιάζει ἡ ἀσφάλεια τῶν ἠθικῶν ἐπιτευγμάτων, ἀφοῦ εἶναι ἀνύπαρκτα, μέχρι τοῦ σημείου ἀκόμη καὶ τῆς ἄμεσης ἢ ἔμμεσης διαπόμπευσης, φανερώνεται σωστικό. Διότι ὁ βυθὸς τῆς ὑπαρκτικῆς ἀγωνίας παραμένει κενὸς ἀπὸ ἰζήματα ἠθικῆς ἐπάρκειας. Ἔτσι ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ διαθέτει περισσότερες πιθανότητες νὰ ἀπαντηθεῖ. Κι ὅταν αὐτὸ συμβεῖ ἡ ἀνταπόκριση λαμβάνει διαστάσεις σεισμικές, ποὺ κατακρημνίζουν τὶς σκαλωσιὲς τῆς φιλαυτίας, ὥστε ὁ ἑαυτὸς νὰ ὀρθοποδεῖ ἐλεύθερος. Πρόκειται γιὰ τὴ μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ἀ-νόητη στοὺς κυνηγοὺς τῶν παράσημων τῆς ἠθικῆς.    
Ἡ συκιὰ ποὺ διαθέτει φύλλα ὄχι ὅμως καρποὺς καὶ οἱ γεωργοὶ ποὺ ἐγκληματοῦν γιὰ νὰ σφετεριστοῦν (Μ. Δευτέρα), τὰ «οὐαὶ» πρὸς τὴν αὐτοδικαιωτικὴ ἠθικὴ τῶν Φαρισαίων καὶ ἡ μωρία τῆς παρθενικῆς χαύνωσης (Μ. Τρίτη), ἡ ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τοῦ εὐσεβοῦς, κατὰ τὰ ἄλλα, συνδαιτημόνα Ἰούδα ποὺ τελικὰ προδίδει τὸν Χριστὸ καὶ τῆς προσωπικῶς καὶ κοινωνικῶς καταρρακωμένης πόρνης ποὺ σώζεται (Μ. Τετάρτη) φανερώνουν ὅτι στὴν ἀγγελία τῆς Ἀνάστασης οἱ ἠθικοὶ κωφεύουν. Μονωμένοι στὴν ἀδιατάρακτη γαλήνη τῶν ἀντικειμενικὰ μετρήσιμων ἐπιτυχιῶν τους καὶ τοῦ κύρους ποὺ ἀποκομίζουν, ἀτενίζουν ἀγέρωχοι τὴ ζωή.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τόσο ὁ Χριστός, ὅσο καὶ ὁ ὑμνολογικὸς πλοῦτος τῶν ἡμερῶν στηλιτεύουν τὴν ἐξουσία. Διότι ὅταν ὁ ἑαυτὸς πατᾶ στὸ συμπαγὲς ἔδαφος τῆς ἠθικῆς αὐταξίας του, ἔχοντας δηλαδὴ μεταποιήσει τὴν ἀπορία τῆς ὕπαρξης σὲ ἀμετάκλητη ἀπόφανση, καθίσταται ἀδιαπέραστος ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἄλλου· κάθε του πλησίασμα τὸ ἐκλαμβάνει ὡς ἀπειλή. Ἡ παρουσία ἀπαντᾶται μὲ ἐξουσία, γιατὶ ὁ κάθε ἄλλος συνιστᾶ ἐξ ὁρισμοῦ ἐνδεχόμενο ρωγμῆς στὸ καλοστημένο οἰκοδόμημα τῆς ἀτομικῆς εὐδαιμονίας.
Οἱ θαμῶνες τοῦ περιθωρίου, ὅπου τοὺς ἔταξε ὁ ἐξουσιαστικὸς καθωσπρεπισμός, διασώζουν στὴν ἠθική τους ἀνυποληψία μιὰ ζωὴ ποὺ παραμένει κωφὴ στὴ φλυαρία* τῆς μεγαλαυχίας. Γι’ αὐτὸ μᾶς προάγουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· γιατὶ ἡ τσαλακωμένη εἰκόνα τους δὲν ἔγινε ποτὲ κορνίζα στὰ ντουβάρια τοῦ ἐγώκλειστου ἑαυτοῦ.    
Ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας ἀκόμη εἰσηγητὴς μιᾶς ἀκόμη ἠθικῆς, τότε φαντάζουν χωρὶς νόημα ὁ ἱερὸς Νιπτήρας, ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, ἡ προσευχὴ στὴ Γεθσημανῆ. Χωρὶς ἐξήγηση παραμένουν ἡ προδοσία, οἱ ἐμπτυσμοί, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, οἱ ὕβρεις, οἱ γέλωτες, ἡ πορφυρὰ χλαίνη, ὁ κάλαμος, ὁ σπόγγος, τὸ ὄξος, οἱ ἥλοι, ἡ λόγχη καὶ πρὸ πάντων ὁ Σταυρὸς καὶ ὁ θάνατος. Αὐτὰ τοῦ ἐπεφύλαξε ἡ ἠθικὴ συνέπεια τῶν εὐσεβῶν τῆς ἐποχῆς Του, αὐτὰ Τὸν κερνοῦν σὲ κάθε ἐποχὴ οἱ ἀμόλυντοι -θρησκευόμενοι ἢ μή- ὁμόφρονές τους.

*μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ ληστὴς ἐν τῷ Σταυρῷ
μεγάλην πίστιν εὗρεν
(Ὄρθρος Μ. Παρασκευῆς)

  
Ἀνδρέας Γ. Βιτούλας        


Σάββατο 9 Απριλίου 2016

τύπος ὁ τῶν σωμάτων ἔρως

τοῦ πόθου πρὸς τὸν Θεό,
ἂς σοῦ γίνει ὑπόδειγμα ὁ σωματικὸς ἔρωτας

Κλίμαξ 26, 31

  
Τὸ πρότυπο τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν Θεὸ πρέπει νὰ ἀναζητηθῆ στὶς μορφὲς τοῦ ἀνθρώπινου ἔρωτα καὶ μάλιστα τοῦ σωματικοῦ ἔρωτα, ὄχι τῶν ἰδεαλιστικῶν σχημάτων τῆς πλατωνικῆς νοσταλγίας. Τὸ παραπάνω χωρίο δὲν εἶναι μιὰ μεταφορά, ἕνας εἰκονισμὸς ἢ συμβολισμός. «Τύπος» σημαίνει τὸ πρότυπο, τὸν συγκεκριμένο τρόπο, τὴν ἴδια ὁδό. Ὁ ἔρως τῶν σωμάτων εἶναι ἡ ἐναργέστερη ἀναζήτηση τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων. Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι τόσο πραγματικὸς καὶ συγκεκριμένος καὶ ὑποστατικὸς ὅσο καὶ ο ἀνθρώπινος, ὁ σωματικὸς ἔρωτας, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ Δεσπότου στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται εἶναι τὸ κατεξοχὴν Πρόσωπο, τὸ ἀρχέτυπο τοῦ προσώπου. […]
Ἔστω κι ἂν παρεκκλίνη ἀπὸ τὸν φυσικό της προορισμὸ καὶ ἀντικαταστήση τὴν ἀναζήτηση τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μὲ τὴν ἀπρόσωπη ἐπιθυμία τοῦ εἴδους, ἡ ἐρωτικὴ ἀναφορὰ παραμένει πάντοτε μιὰ ἀνοιχτὴ δυνατότητα ἐπιστροφῆς στὴ σωστὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἂν ὁ Θεὸς εἶναι πραγματικὰ προσωπικός, καὶ ὄχι μιὰ ἀπρόσωπη ἀξιολογική, ἠθική, ἢ αἰτιολογικὴ Ἀρχή, τότε ἡ σχέση μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος τῆς νυχθήμερης ἐρωτικῆς ἀναφορᾶς, τὴ «μανικὴ» αὐτὴ ἐπιθυμία ποὺ γεμίζει τὴ ζωὴ σὲ κάθε της πτυχὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἀγαπημένου προσώπου.


Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἡ μεταφυσικὴ τοῦ σώματος, σπουδὴ στὸν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα 1971